Έπρεπε να περάσω και ένα ποτάμι, μόλις δε έφτασα στο μέσο του, έσπασε ο πάγος κάτω από τα πόδια μου και βυθίστηκα μέχρι τη μέση στο νερό...
Στο διάστημα της νύχτας πιάσανε φοβεροί ρευματικοί πόνοι τα πόδια μου και αυτό με έκανε να θυμηθώ σοβαρά ότι ήταν μουσκεμένα από την προηγούμενη μέρα.
Το πρωί όταν, θέλησα να σηκωθώ, αντιλήφτηκα ότι δεν μπορούσα να κουνήσω τα πόδια μου καθόλου.
Είχανε εντελώς παραλύσει και τα αισθανόμουν αδύνατα σαν κλωστές.
Ο νεωκόρος με έσυρε από το κρεβάτι με δύναμη, για να με ξαπλώσει κατά γης, οπού έμεινα ακίνητος για δυο ημέρες.
Την τρίτη ημέρα ο νεωκόρος με έβγαλε έξω κι από το δωμάτιο, λέγοντάς μου: «Υπόθεσε πως πεθαίνεις εδώ, τι φασαρία έχει να γίνει»!
Με πολύ μεγάλη δυσκολία σύρθηκα σιγά - σιγά χρησιμοποιώντας χέρια και πόδια και έφτασα μέχρι τα σκαλιά της εκκλησίας.
Εξάπλωσα εκεί σε μια άκρη και έμεινα δυο μέρες.
Οι άνθρωποι που πηγαινοέρχονταν δεν έδιναν καμιά σημασία ούτε σε εμένα ούτε στις ικεσίες μου.
Στο τέλος ένας χωρικός με πλησίασε, κάθισε κοντά μου και μου μίλησε. Έπειτα από λίγο, στην συνομιλία, με ερώτησε:
- «Τί θα μου δώσεις για να σε θεραπεύσω; Και εγώ κάποτε είχα την ίδια ακριβώς αρρώστια με σένα, για αυτό ξέρω και την θεραπεύω».