Ο Ιούλιος Βερν ήταν ένα ρολόι. Ξυπνούσε πάντοτε στις 5 το πρωί, καθόταν στο γραφείο του, γεμάτο γεωγραφικούς χάρτες, πυξίδες και θεοδολίχους κι έγραφε συνέχεια έως την ώρα του μεσημβρινού γεύματος.
Το απόγευμα δε δούλευε ποτέ. Συναντούσε τους φίλους του, πήγαινε στη λέσχη, διάβαζε εφημερίδες κι έκανε μακρούς περιπάτους, ενώ το βράδυ του άρεσε να δέχεται κόσμο στο σπίτι του. Στις εννιάμισι, όμως, αποσυρόταν πάντοτε για ύπνο, λέγοντας:
“Φίλοι μου, μπορείτε να μείνετε όσο θέλετε, τρώγοντας, συζητώντας ή χορεύοντας. Εγώ, δεδομένου ότι στις 5 πρέπει να είμαι στο πόδι, πάω για ύπνο”.
Αυτή την τακτική ακολούθησε για σαράντα χρόνια και έγραψε περίπου ογδόντα βιβλία, εκ των οποίων έως σήμερα έχουν εκδοθεί εκατομμύρια αντίτυπα σχεδόν σε όλες τις γλώσσες. Έγραφε τόσο πολύ και τόσο συστηματικά, ώστε κάποια στιγμή βρέθηκε προχωρημένος κατά δέκα χρόνια από το εκδοτικό του πρόγραμμα.
Ο Βερν αγαπούσε την οικογένειά του, αλλά το μόνο που τον ενδιέφερε στον κόσμο πάνω απ’ όλα ήταν να γράφει και δεν του άρεσε καθόλου να τον διακόπτουν. Τον εκνεύριζε αφόρητα.
Ο Ιούλιος Βερν συνέλαβε με τη φαντασία του τις πιο θαυμαστές, τις πιο απίθανες, τις πιο παράτολμες επιστημονικές περιπέτειες του 19ου αιώνα. Οι σύγχρονοί του τον αγάπησαν, αλλά ήταν πεπεισμένοι ότι επρόκειτο για μια αχαλίνωτη φαντασία ενός οραματιστή και ονειροπόλου.