Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Μπροστά στο Θεό μου....


Χάθηκα μέσα στον κόσμο των σκιών και ξάφνου, φως που τύφλωνε τα μάτια μπρος μου.
Κατάπληκτη και ακίνητη καθόμουν, λες και σίδερα βαριά τα πόδια μου κρατούσαν.
Ομίχλη γύρω μου παχιά, χαλάζι βελούδινο το σώμα μου χτυπούσε, μα μήτε πόνο ένιωθα* μήτε και το χαλάζι.
Μυρμήγκιαζε το σώμα μου, μυρμήγκια στο μυαλό μου* τις σκέψεις μου κατέτρωγαν και όλο το σωθικό μου…
Το φως το ανέλπιστο που τύφλωνε τα μάτια, κατάματα κοιτούσα.
Τυφλώθηκα, λοιπόν, ως μου’ πρεπε για την αποκοτιά μου, μα και τυφλή που ήμουνα, χωρίς θαμπή θωρούσα τη πλάση που μ’ ανέστησε, κρυφά χαμογελούσα.
Έπρεπε λοιπόν να τυφλωθώ, της πλάσης τα πανώρια να θωρήσω;
Μήπως θα έπρεπε λοιπόν κωφούς να προσκυνήσω;
Αυτοί στα σίγουρα ακούν, τα θεία, της πλάσης τις ωδές, ακούν παιδιά μα και γερόντους.
Σαν όλ’ αυτά καθόντουσαν στου λογικού τους κόλπους, άστραψε και βαριά φωνή στο σήμερα με έφερε και στους δικούς μου τόπους.

-Γιατί ήρθες εδώ, εμένα να παιδέψεις;
-Μα δε σε βλέπω άρχοντα, μην πας να με παινέψεις! Εγώ σε όλη τη ζωή σ’ αυτήν εδώ την πλάση, κανέναν μου δεν παίδεψα, τι πας να μου προσάψεις;
-Αλλιώς τα βλέπω τέκνο μου, σε τούτα τα κιτάπια, να δεις κι εσύ και να πειστείς, σου φτιάχνω εγώ τα μάτια!

Τα μάτια μου λειτούργησαν, χωρίς να το θελήσω και έχασα κι αυτήν την ομορφιά της πλάσης. Μα μπρος μου είδα γέροντα, που μέσα φωτιζόταν, με μάτια άστρα λάμποντας , χαμόγελο στα χείλη.
Ευθύς ζεστάθηκα πολύ, γκρεμίσαν οι αλυσίδες, μα ακίνητη στεκόμουνα κι ας ήταν να κουνήσω.
Στα πόδια του απλώνονταν περγαμηνή γραμμένη, μα έφτανε ως εμέ κρυφά ξεδιπλωμένη.

-Τι είναι όλα αυτά, που είναι κει γραμμένα; Σαν να μου φαίνονται γνωστά, σαν ν’ αφορούν εμένα!
-Παιδέματα σου είναι αυτά, που λες ότι δεν έχεις… μα από τις δέκα εντολές εσύ πολύ απέχεις!
-Μα είσαι τάχα ο Θεός; Μην είσαι συ προφήτης; Ή μήπως είσαι τυχαίος και άστοχος του όχλου μας αγύρτης;

Σαν είπ΄ αυτά μεγάλωσε ξανά η περγαμηνή του, τα πόδια μου αγκάλιασε κι έκρυψε την οργή του!

-Εντάξει, το κατάλαβα πως είσαι ο Θεός μου, όμως δε φταίω εγώ, πολλοί πολλά ορκίστηκαν πάντα στο πρόσωπό σου! Πόλεμοι εγινήκανε, πάντα στο θέλημά σου, παιδιά που σκοτωθήκανε ή μείναν δίχως χέρια ή δίχως πόδια ή φυτά για να βρεθούν κοντά σου!

- Ακόμη μυαλό δεν έβαλες; Στον Άδη θα σε στείλω!
Το δώρο που σου δίνω, πως τάχα το πετάς; Εγώ θα σε ρωτώ κι εσύ θα απαντάς! Να δω κι εγώ με σένα τι θα κάμω….
-Τι τάχα θα ρωτήσεις, που από πριν δεν ξες τις απαντήσεις; Αφού είσαι εσύ παντού, στο σώμα, στο μυαλό μας, τις σκέψεις μας τις πιο κρυφές φωτίζεις… τι είναι τάχατες αυτό που δεν γνωρίζεις;
-Μα ποιού είσαι συ τροπάρι; Σου είπα εγώ θα ερωτώ και πάρε το χαμπάρι!
-Άντε ρώτα με να δω τι άλλο θε να γίνει, με βλέπω να σιγοψήνομαι στης κόλασης καμίνι!
-Τώρα μιλάς σωστά και κάτσε για ν’ αρχίσω. Να πιάσω ευθύς τις εντολές, τους γρίφους σου να λύσω…
Λοιπόν τι λέει η πρώτη εντολή;

-Αν τα θυμάμαι και καλά, γιατί σε γλώσσα δύσκολη μας τα ‘δωσες κι εξήγηση τους έπρεπε* και οι «εξηγητές» πολλοί και τι να καταλάβεις; Μα εσύ είπες:
«Εγώ ειμί ο Θεός σου, ουκ έσονται σοί θεοί έτεροι πλήν εμού.»
Με συγχωρείς που τις ψιλές, τις δασείες και τις περισπωμένες όπως τους πρέπει δεν τονίζω, μα βλέπεις με έκαναν να μην τις ξεχωρίζω…..

-Άσε τις γραμματικές και πες μου τι κατάλαβες σ’ αυτήν εδώ την εντολή!
-Πως είσαι συ ο Θεός μου, ο μοναδικός! Μήπως και δεν κατάλαβα καλώς; Αν και έχω μία ένσταση, τη γλώσσα καταπίνω, μην τύχει και στην κόλαση με στείλεις να τρώω και να πίνω.
-Άμα από την αρχή ενστάσεις συ μου κάνεις, δε θα τελειώσουμε ποτέ και θα μ’ αποτρελάνεις!
-Μα ο χρόνος, δικό σου δημιούργημα δεν είναι; Σταμάτησε τον το λοιπόν και τι θα σου κοστίσει; Λες και ο επόμενος θα κάνει να λακίσει ;
-Μην πια χρονοτριβείς και πες μου τις ενστάσεις, σε λίγο κατά πως φαίνεται εσύ θε να διατάσεις!
-Ε! όχι δα, δεν είμαι τέτοιο τέκνο. Απλώς μου έδωσες μυαλό ή τάχα το μήλο που δάγκωσαν με κάνει να σκεφτώ;
-Μη μου θυμίζεις τα παλιά! Μη μου ξυπνάς το παρελθόν! Πως με έκανες έτσι να μιλώ, σε λίγο τον Τσιτσάνη θα θυμίζω και όχι τον Πανταχού Παρών. Λέγε λοιπόν!
-Καλά μη μου θυμώνεις και πάω από μόνη μου στον Άδη. Πάντως να ξέρεις τους στίχους στο «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν» τους έγραψε κάποια Βασιλειάδη.
-Όταν σου είπα ότι θα με παιδέψεις, νόμιζες πως δεν ήξερα τι γλώσσα θα μου πέψεις…
-Έχεις δίκιο και προχωρώ σ΄αυτήν την ένστασή μου… Είπες είσαι μοναδικός και ύστερα μας έστειλες και τον Χριστό και κείνος το Άγιο Πνεύμα! Κι ενώνω τρία δάχτυλα για να σου κάνω νεύμα! Τι σόι μοναδικός να είσαι;; Εκείνος είναι γιος του Θεού και σαν Θεό τον τιμάμε…. Άλλοι πάλι λεν πως του κόσμου είναι όνειρο κι ακόμη δεν τον είδαμε και ακόμη προσμονάμε… κι έχουμε όλοι εντολές, τις ίδιες πάνω κάτω… άλλοι εξηγούν αυτά κι άλλοι πάνε παρακάτω….
-Η ένσταση σου είναι δεκτή, ο καθείς πράττει ότι καταλαβαίνει…. Κι αν δεν κατάλαβε καλά τούτη εδώ η θέση σου, εκείνον θα προσμένει!
-Α! με βοήθησες πολύ και πάμε παρακάτω, από όσο εγώ κατάλαβα τον καμινιού τον πάτο θα έχω θέα φοβερή…
-Εσύ να μην προτρέχεις και του Θεού το θέλημα να μην το κατατρέχεις. Εγώ αποφασίζω αν στο καμίνι θε να μπεις ή στις Πύλες που εγώ ορίζω….
Μα ήρθε επιτέλους ή ώρα για την δεύτερη μου βούληση…πες την ξέρεις;
-Πως, πως…άριστα στα θρησκευτικά είχα και συ καλύτερα απ’ τον καθένα ξέρεις, πως όχι για βαθμούς τα διάβαζα με ζήλο περισσό, μα για να σε καταλάβω… άσχετα αν στη διαδρομή, διάβασα πολύ κι αντί να καταλάβω το μέσα μου μπερδεύτηκε… Λοιπόν λέει η δεύτερη εντολή:
«Ου ποιήσεις σ εαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις υδάσιν υποκάτω της γης.»
Που πριν ρωτήσεις απαντώ, πως σε είδωλα δεν πρέπει να πιστεύω και αυτά να τα λατρεύω και εγώ τότε σε ρωτώ… γιατί τις εικόνες προσκυνώ; Γιατί τους βάνω τάματα, τους γύρω μου να γιάνουν; Εκείνοι οι «εκλεκτοί» φτιάχνουν παρόμοια της πλάσης και πωλούν…Αν μου πεις πως αυτά τα βγάζω απ’ το μυαλό μου… έχω έτοιμη την απάντηση μα ξέρεις από πριν ποιο είναι το σκεπτικό μου… οπότε την αφήνω το χρόνο σου μην τρώω…
-Είπα ποτέ εγώ να φτιάξουνε εικόνες; Να προσκυνούν ανθρώπους που για την πίστη τους θυσιάστηκαν; Εγώ τους τιμώ, όχι εσείς…
-Άρα αθώα που έπαψα από καιρό να προσκυνώ εικόνες…
-Αθώα ένοχη εγώ θε να το κρίνω, δεν είναι δικαστήριο εδώ και ούτε ένορκοι υπάρχουν, το χέρι τους υπέρ ή κατά σου να σηκώσουν… γιατί αν υπήρχαν θα ήθελαν πιότερο να σε πλακώσουν…
Πάμε στην τρίτη εντολή, γι΄αυτήν τι έχεις να μου πεις;
-Εδώ κι αν έχω …. Κάτσε να πω την εντολή…
«Ου λήψει το όνομα του Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω.»
Εγώ δεν ξέρω τ’ όνομα σου… μόνο κάτι επίθετα είναι στα σίγουρα αυτά που σένα προσδιορίζουν… Αυτό το «Παντοκράτορας»  και κείνο το «Πανταχού Παρών»…διαβάσω εδώ σε λένε Αλλάχ, αλλού σε λένε Γιαχβέ ή Ιεχωβά, άλλοι Κύριο, άλλοι Ων, άλλοι Όλον Φως και χίλια άλλα ονόματα… εγώ σε λέω Πατέρα και Θεό και εντάξει το κάνω πολλές φορές χωρίς σπουδαίο λόγο… μα αφού το όνομα σου εγώ δεν το γνωρίζω πώς θες να αμαρτήσω;;;
-Ένα κουβάρι σου ‘δωσα να έχεις για μυαλό σου; Όμως κατανοώ πως αγαπάς και σέβεσαι εσύ τον Κύριο σου… πες για την τέταρτη…
-Πω πω πω ευτυχώς που μέσα στα κιτάπια δεν πιάνουν τ΄ άλλα ονόματα που λέω στα μουλάρια…
-Μα δεν έχεις όνους τέκνον μου, μα ένα τετρακίνητο που αυτό το εξυμνείς…
-Δεν εννοώ τα μουλάρια στα κάρα Θέε μου, ήμαρτον, τι να μου φταίνε εμένα τα καημένα τα ζωντανά;   Τα άλλα μουλάρια λέω… τα δίποδα!!
-Ξεφεύγεις παιδί μου και θα με κάνεις να σου πω άντε και στο καλό σου…ή μήπως αυτό έχεις στο μυαλό σου;;
-Τι λες Θεούλη μου και πάω παρακάτω… Που είχαμε μείνει;; Ααααα ναι! Εδώ να δεις μπέρδεμα!!! Εσύ είπες….:
«Εξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου. Τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου.»
Το πόσο θα με βόλευε αυτή η εντολή σου δεν το συζητώ… μα όσες φορές είπα πως ο Θεός το Σάββατο δε θέλει να δουλεύω, ερχότανε η μάνα μου με το σκουπόξυλο κι έπρεπε να παλεύω. Βλέπεις τότε πήγαινα στο δημοτικό και το Σάββατο είχαμε σχολειό. Μου έλεγε η μάνα μου την έβδομη μέρα είπε ο Θεός, η Κυριακή είναι μέρα ξεκούρασης και όχι τα Σαββάτο, δεν είμαστε δα Εβραίοι, εμείς είμαστε Χριστιανοί ελεύθεροι κι ωραίοι… Εγώ κι αν μπερδευόμουνα μ΄ αυτή τη λεπτομέρεια, εξήγηση δεν μπόρεσα να δώσω… Εσύ την εβδομάδα να ξεκινάς την Κυριακή και γω από Δευτέρα;  Μα κι ύστερα που είπα την εντολή ν ακολουθήσω, βρέθηκα δίχως δουλειά κόντευα, να ψοφήσω. Αποφάσισα εντός μου την Κυριακή, Σάββατο να πω και έτσι και τις εντολές ν΄ ακολουθώ μα και να μην ψωμολύσσω…
-Κι άλλο μπέρδεμα τέκνον μου;
-Μα τι να κάνω Θεέ μου; Έτυχε σε άλλη ζώνη της γης να ζω…μα κι εσύ έπρεπε να μας βοηθήσεις… Εδώ στους Έλληνες να βγεις να πεις τι νόμους θα τηρήσεις, να ξέρουμε και μεις, στη γλώσσα μας, να μην χρειάζονται «μεσάζοντες» ούτε τις Κυριακές Σάββατα να τις λέμε….
-Καλά καλά…. Πάρακατω …πάρακατω … την τρέλα δε γλιτώνω…
-Χωρίς να χρονοτριβώ, την επόμενη εντολή θα πω:
«Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα ευ σοι γένηται και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης.»
Εδώ δεν πρέπει να’ χεις παράπονο! Τους τιμώ και πέρα από μένα, μα και άλλοι τους τιμούν…
-Εδώ δε μιλάμε για τους άλλους αλλά για σένα παιδί μου… Τι μπλέκεις άλλους;
-Ξέρω πως ίσως σε εκνευρίσω, και ασέβεια και ασεβή με πεις. Μα και απ’ το άδικο πόσο να του κρυφτείς;
Είπες μακροζωία, μα έχουν φύγει άνθρωποι, νέοι που τιμούσαν τους γονείς και άλλοι που τους πετούν, πλουσιοπάροχα γιατί να ζουν;;
-Μη και θες στη θέση μου να έρθεις και τη δική μου βούληση εσύ να την προσέχεις; Μονάχα εγώ γνωρίζω ποιους θα καταχερίσω….
-Να αγιάσει το χέρι σου Θεέ μου…τι λέω η αμαρτωλή… που όπως πάω από καζάνι μέσα θα βλέπω ανατολή…
Πάμε στην επόμενη λοιπόν:
«Ου μοιχεύσεις.»
-Εδώ τι έχεις να πεις;
-Σαν τι να πω;  Αν μπρος στα μάτια σου παντρεύτηκα και ήξερα τους λόγους, και συ το δέχτηκες…τότε πότε μοίχευσα; Μοίχευσα ποτέ; Εγώ δεν το θυμάμαι….
-Πάμε παρακάτω γιατί άκρη δε βγάζω…
-Σάμπως βγάζω εγώ;  Αλλά πάμε στην επόμενη…
«Ου κλέψεις.»
Λάθος είναι αυτή η εντολή! Στο λέω να το ξέρεις! Με κλέβουνε καθημερινά οι νόμιμοι οι κλέφτες και συ δεν παίρνεις μέρος! Εγώ και στη δουλειά με τον σταυρό στον χέρι, μην τύχει και πουν πως πήρα καμιά μίζα και τώρα το έχω μετανιώσει και είναι πολλοί που κάπως σαν εμέ να έχουν τώρα νοιώσει! Μα και εδώ συνείδηση έχω καθαρή γιατί χέρι δεν άπλωσα σε ξένου το πουγγί… εκτός κι αν πιάνεται που όταν ήμουνα μικρή έπαιρνα καραμέλες απ΄ της γιαγιάς μου το σερβάν που στόλιζε με κορδέλες…. Αν πιάνεται αυτό, ένοχη δίχως άλλο και αρχίζω και για μένανε πολύ να αμφιβάλλω…
-Λες δηλαδή πως μόνο καραμέλες είναι οι αμαρτίες σου;
-Ουφ με τσάκωσες …. Και λίγες σοκολάτες…
-Μάλιστα για πάμε παρακάτω….
-……
-Τι έπαθες τέκνο μου; Η επόμενη είναι : «Ου φονεύσεις.»
-Ναι το ξέρω και την προσπερνώ… έχω φονεύσει… και ζώο και άνθρωπο…
Τον σκύλο μου, που πολύ τον αγαπούσα σκότωσα, για να μην πονάει παρά το θέλημά σου… μα και άνθρωπο… Δεν αντέχω να βλέπω τους ανθρώπους να προσπαθούν να πεθάνουν και μεις να μην τους αφήνουμε… Έδωσα λοιπόν την εντολή και βγήκαν τα καλώδια και το ‘χω κρίμα από τότε….παρακάτω… Βέβαια τώρα που το σκέφτομαι είναι κάποιοι που με μια εντολή σκότωσαν λαούς ολάκερους, από τα παλιά τα χρόνια γίνεται αυτό… σάμπως και τον Χριστό δεν σκότωσαν;  Αλλά πάμε παρακάτω….
-Όλοι θα πάρουν αυτό που τους αξίζει, σε μια άλλη ζωή…
-Το θέμα είναι ότι σε αυτή, ξεκλήρισαν ζωές, πολιτισμούς, ήθη… Αλλά είπαμε παρακάτω, είπες λοιπόν:
«Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδή.»
Εδώ κι αν έχω το καμίνι, με τη φωτιά του να μη σβήνει… Ψέματα μικρά και αθώα, μα ψέματα.
Θα ζήσεις έλεγα και πέθαιναν. Θα γυρίσει αυτός που περιμένεις έλεγα και κείνος ξεκινούσε νέα ζωή. Θα …. Θα…
Δε μετανιώνω όμως γι αυτά τα ψέματά μου κι ας ξέρω πως αυτό είναι μεγαλύτερη αμαρτία. Γιατί ήξερα τι έλεγα και γιατί….
-Τι είναι προτιμότερο εσύ πια να καείς ή συγνώμη να μου πεις;
-Καλύτερο είναι να ξέρω πως έκανα το σωστό…και το ‘κανα όσο περίεργο και να σου φαίνεται…συγνώμη δε ζητώ….
-Μα τι να πω; Πως την περγαμηνή ετούτη να κοντύνω; Πάμε στην τελευταία εντολή μήπως και σε ελαφρύνω!
-Είναι η εντολή λοιπόν η τελευταία. Αυτή θα κρίνει αν θα είμαι δική σου ή του Ακατονόμαστου παρέα;  Να τη λοιπόν:
«Ουκ επιθυμήσεις πάντα όσα τω πλησίον σου εστί.»
Τίποτα ξένο ή γνωστό δεν επιθύμησα. Όσα δικά μου επιθυμούν δίχως σκέψη εγώ τα δίνω. Μονάχα ένα επιθύμησα… Την ψυχή μου, την ζωή μου, την ανάσα μου…. Αν γι αυτό κριθώ ένοχη τότε καλοδεχούμενη η καταδίκη μου αυτή….
-Η θεϊκή μου ζυγαριά που κρίματα και τα καλά ζυγίζει, μια γέρνει εδώ, μια γέρνει εκεί, δεν ξέρει τι ορίζει….
Μα αφού ως γνωστό εγώ αποφασίζω, είναι η δική μου βούληση και έτσι το ορίζω να…..



Ετούτη πια τη βούληση δεν έμαθα ποτέ μου, γιατί πετάχθηκα κάθιδρη και πήγα για μπιντέ μου… Τι κρίμα να μην κοιμηθώ άλλο ένα λεπτάκι… θα ήξερα τι θα γενεί  σε τούτο τον κοσμάκη…..


ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα