«Αυτόν τον πίνακα! Αυτόν τον πίνακα! Μα απ’ αυτόν τον πίνακα μπορεί να χάσει κανείς και την πίστη του ακόμα!»
Τον Αύγουστο του 1867, ο 46χρονος Φιόντορ Ντοστογιέφσκι βρισκόταν εδώ και τέσσερεις μήνες σε ένα μεγάλο ταξίδι του μέλιτος με τη δεύτερη γυναίκα του, την μόλις 21 ετών Άννα Γκριγκορίεβνα. Βέβαια είχε τόσα χρέη που τα κέρδη από την επιτυχία του «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν έφταναν με τίποτα για να τα ξεπληρώσει. Έβαλε τότε τη νέα σύζυγό του να πουλήσει τα χρυσαφικά της για να πληρώσει μέρος των χρεών του και με ότι περίσσεψε αποφάσισε να πάνε ένα ταξίδι τριών μηνών στην Ευρώπη. Τελικά έμειναν 4 χρόνια!
Εκείνο τον Αύγουστο λοιπόν του 1867 ταξίδευαν από το Μπάντεν-Μπάντεν στη Γενεύη. Ο Ντοστογιέφσκι ήθελε να σταματήσουν οπωσδήποτε στη Βασιλεία για να δουν αυτόν ειδικά τον πίνακα στην Πινακοθήκη της Βασιλείας, την πλουσιότερη σε σπουδαία έργα τέχνης στην Ελβετία μέχρι και σήμερα. Είχε διαβάσει για τον πίνακα στις «Επιστολές ενός Ρώσου Ταξιδιώτη» (1801) του Νικολάι Καραμζίν και ανυπομονούσε να τον δει από κοντά.
Πρόκειται για τον πίνακα «Το σώμα του Χριστού στον τάφο» του Χανς Χόλμπαϊν του νεότερου (Hans Holbein the Younger, “Christ’s Body in the Tomb”, 1521). Ο Καραμζίν σημειώνει (περιγράφοντας την αίθουσα με τα έργα του Χόλμπαϊν):
«Όταν βλέπεις αυτόν τον πίνακα, δεν βλέπεις τίποτα το θεϊκό. Αποδίδει την εικόνα ενός νεκρού άνδρα με μεγάλη φυσικότητα. Σύμφωνα με τον θρύλο ο Χόλμπαιν είχε σαν μοντέλο το πτώμα ενός πνιγμένου Εβραίου.»
Ο Ντοστογιέφσκι συγκλονίστηκε όταν μπήκε στην αίθουσα και είδε τον πίνακα. Σαν να υπνωτίστηκε, σταμάτησε να έχει επαφή με το περιβάλλον.
Η γυναίκα του σημειώνει στο ημερολόγιό της: «Ο πίνακας ήταν τόσο ρεαλιστικός! Έμοιαζε σαν έναν πραγματικό νεκρό. Δεν θα έμενα ποτέ στο ίδιο δωμάτιο μ’ αυτόν τον πίνακα!»
Πράγματι, έφυγε βιαστικά από την αίθουσα και γύριζε για κανένα 20λεπτο στο υπόλοιπο μουσείο όταν διαπίστωσε ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν την ακολουθούσε. Γύρισε πίσω και τον βρήκε στο δωμάτιο με τον πίνακα του Χόλμπαιν ανεβασμένο σε μια καρέκλα για να τον βλέπει καλύτερα. Είχε γίνει θέαμα αλλά, όπως είπαμε, είχε χάσει επαφή με το περιβάλλον.



















