Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

Ο Ντοστογιέφσκι μπροστά στον νεκρό Χριστό




«Αυτόν τον πίνακα! Αυτόν τον πίνακα! Μα απ’ αυτόν τον πίνακα μπορεί να χάσει κανείς και την πίστη του ακόμα!»
Τον Αύγουστο του 1867, ο 46χρονος Φιόντορ Ντοστογιέφσκι βρισκόταν εδώ και τέσσερεις μήνες σε ένα μεγάλο ταξίδι του μέλιτος με τη δεύτερη γυναίκα του, την μόλις 21 ετών Άννα Γκριγκορίεβνα. Βέβαια είχε τόσα χρέη που τα κέρδη από την επιτυχία του «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν έφταναν με τίποτα για να τα ξεπληρώσει. Έβαλε τότε τη νέα σύζυγό του να πουλήσει τα χρυσαφικά της για να πληρώσει μέρος των χρεών του και με ότι περίσσεψε αποφάσισε να πάνε ένα ταξίδι τριών μηνών στην Ευρώπη. Τελικά έμειναν 4 χρόνια!
Εκείνο τον Αύγουστο λοιπόν του 1867 ταξίδευαν από το Μπάντεν-Μπάντεν στη Γενεύη. Ο Ντοστογιέφσκι ήθελε να σταματήσουν οπωσδήποτε στη Βασιλεία για να δουν αυτόν ειδικά τον πίνακα στην Πινακοθήκη της Βασιλείας, την πλουσιότερη σε σπουδαία έργα τέχνης στην Ελβετία μέχρι και σήμερα. Είχε διαβάσει για τον πίνακα στις «Επιστολές ενός Ρώσου Ταξιδιώτη» (1801) του Νικολάι Καραμζίν και ανυπομονούσε να τον δει από κοντά.
Πρόκειται για τον πίνακα «Το σώμα του Χριστού στον τάφο» του Χανς Χόλμπαϊν του νεότερου (Hans Holbein the Younger, “Christ’s Body in the Tomb”, 1521). Ο Καραμζίν σημειώνει (περιγράφοντας την αίθουσα με τα έργα του Χόλμπαϊν):
«Όταν βλέπεις αυτόν τον πίνακα, δεν βλέπεις τίποτα το θεϊκό. Αποδίδει την εικόνα ενός νεκρού άνδρα με μεγάλη φυσικότητα. Σύμφωνα με τον θρύλο ο Χόλμπαιν είχε σαν μοντέλο το πτώμα ενός πνιγμένου Εβραίου.»
Ο Ντοστογιέφσκι συγκλονίστηκε όταν μπήκε στην αίθουσα και είδε τον πίνακα. Σαν να υπνωτίστηκε, σταμάτησε να έχει επαφή με το περιβάλλον.
Η γυναίκα του σημειώνει στο ημερολόγιό της: «Ο πίνακας ήταν τόσο ρεαλιστικός! Έμοιαζε σαν έναν πραγματικό νεκρό. Δεν θα έμενα ποτέ στο ίδιο δωμάτιο μ’ αυτόν τον πίνακα!»
Πράγματι, έφυγε βιαστικά από την αίθουσα και γύριζε για κανένα 20λεπτο στο υπόλοιπο μουσείο όταν διαπίστωσε ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν την ακολουθούσε. Γύρισε πίσω και τον βρήκε στο δωμάτιο με τον πίνακα του Χόλμπαιν ανεβασμένο σε μια καρέκλα για να τον βλέπει καλύτερα. Είχε γίνει θέαμα αλλά, όπως είπαμε, είχε χάσει επαφή με το περιβάλλον.

Διηγείται η Άννα: «Το πρόσωπο του είχε συσπαστεί, είχε μια έκφραση άγχους και φρίκης που μου θύμιζε τις στιγμές πριν ξεκινήσουν οι κρίσεις επιληψίας που τον έπιαναν συχνά. Τον πλησίασα και, όσο πιο ήρεμα μπορούσα, τον κατέβασα από την καρέκλα και τον έβγαλα από την αίθουσα με τον πίνακα του Χόλμπαϊν, πριν μας συλλάβουν και μας ρίξουν κανένα πρόστιμο. Καθίσαμε σε μια άλλη αίθουσα. Έτρεμα μήπως τον πιάσει κρίση αλλά σιγά-σιγά ηρέμησε. Γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: Αυτός ο πίνακας μπορεί να σε κάνει να χάσεις την πίστη σου!»
Ο πίνακας τόσο τον εντυπωσίασε που, μεταξύ των άλλων, αποτέλεσε τη βασική έμπνευση για τον «Ηλίθιο» (1868-9) που ξεκίνησε να γράφει αμέσως μόλις έφτασαν στη Γενεύη. Το ερώτημα που είχε ο ίδιος το έβαλε και στο στόμα του πρωταγωνιστή, του Πρίγκηπα Μίσκιν (2ο μέρος, 4ο κεφάλαιο). Όπως ακριβώς το έχω κάτω από τον τίτλο της ανάρτησης.
Αρκετά κεφάλαια αργότερα, ένας άλλος ήρωας του βιβλίου αναφέρεται ξανά στον πίνακα αναλυτικά (3ο μέρος, 6ο κεφάλαιο). Διαβάστε οπωσδήποτε το παράθεμα. Είναι οι σκέψεις του Ντοστογιέφσκι για το αριστούργημα του Χόλμπαϊν αλλά και για το ερώτημα της θεϊκής φύσης του Ιησού.
«Ο πίνακας παρίστανε το Χριστό λίγο μετά την Αποκαθήλωση. Έχω την εντύπωση πως οι ζωγράφοι συνηθίζουν να παριστάνουν το Χριστό, τόσο πάνω στο σταυρό όσο και μετά την Αποκαθήλωση, πάντα με μιαν απόχρωση ασυνήθιστης ομορφιάς στο πρόσωπο· αυτή την ομορφιά πασκίζουν να του τη διατηρήσουν, ακόμα και στις στιγμές του μεγαλύτερου μαρτυρίου. 

Στον πίνακα [αυτόν] όμως δεν υπάρχει ίχνος ομορφιάς· είναι κυριολεκτικά το πτώμα ενός ανθρώπου που πριν σταυρωθεί είχε υποφέρει ατέλειωτα μαρτύρια, που τον είχαν πληγώσει, τον είχαν μαστιγώσει, τον είχαν χτυπήσει οι φρουροί, τον είχε λιθοβολήσει ο λαός όταν κουβαλούσε το σταυρό κι είχε πέσει κάτω απ’ το βάρος του, που ̓χε τέλος υποφέρει το μαρτύριο του σταυρού έξι ώρες συνέχεια (τόσες θα πρέπει να ̓ταν τουλάχιστο κατά τους υπολογισμούς μου). 

Είναι αλήθεια πως το πρόσωπο του πίνακα είναι το πρόσωπο ενός ανθρώπου που μόλις τον έχουν κατεβάσει απ’ το σταυρό, ένα πρόσωπο δηλαδή που διατηρεί ακόμα αρκετή ζωντάνια, αρκετή ζεστασιά. Τίποτα δεν πρόφτασε να κοκαλώσει, τόσο που στο πρόσωπο του νεκρού διακρίνεις ακόμα τον πόνο σάμπως να εξακολουθεί ακόμα να υποφέρει (αυτό το ̓χει συλλάβει πολύ καλά ο καλλιτέχνης)· το πρόσωπο όμως δεν είναι καθόλου ωραιοποιημένο· ο καλλιτέχνης έχει απεικονίσει μονάχα τη φύση και πραγματικά έτσι θα πρέπει να ̓ναι το πτώμα ενός ανθρώπου, όποιος κι αν είναι αυτός, ύστερα από τόσα μαρτύρια. 

Ξέρω πως η χριστιανική εκκλησία, απ’ τους πρώτους ακόμα αιώνες, καθιέρωσε πως τα μαρτύρια του Χριστού δεν ήταν εικονικά μα πραγματικά και πως το κορμί του κατά συνέπεια υποτάχτηκε απόλυτα στο νόμο της φύσης όταν βρισκόταν πάνω στο σταυρό. 

Στον πίνακα το πρόσωπο αυτό είναι τρομερά μωλωπισμένο, πρησμένο, με τρομερές εξογκωμένες και ματωμένες μελανιές, τα μάτια είναι ανοιχτά, οι κόρες έχουν λοξέψει. Τα μεγάλα ασπράδια των ματιών λάμπουν με μια παράξενη, νεκρική, γυάλινη λάμψη. 

Όμως, παράξενο: όταν το κοιτάς αυτό το πτώμα του καταβασανισμένου ανθρώπου, γεννιέται μέσα σου ένα περίεργο και ξεχωριστό ερώτημα: αν ήταν αυτό ακριβώς το πτώμα (κι έπρεπε το δίχως άλλο να ̓ναι ακριβώς έτσι το πτώμα Του), αν ακριβώς ένα τέτοιο πτώμα είδαν οι μαθητές Του, οι κυριότεροι μελλοντικοί Του απόστολοι, οι γυναίκες που Τον ακολούθησαν και στέκονταν δίπλα στο σταυρό, όλοι όσοι πίστευαν σ’ Αυτόν και Τον λάτρευαν, τότε πώς μπορούσαν να πιστέψουν, κοιτάζοντας ένα τέτοιο πτώμα, πως αυτός ο μάρτυρας θ’ αναστηθεί; 

Χωρίς να το θέλεις, σκέφτεσαι: αν είναι τόσο φριχτός ο θάνατος κι αν είναι τόσο ισχυροί οι νόμοι της φύσεως, πώς θα μπορέσει κανείς να τους υπερνικήσει; Πώς να τους υπερνικήσει, όταν δεν τους νίκησε ακόμα κι Εκείνος που νικούσε τη φύση όσο ζούσε; Εκείνος που η φύση υποτασσόταν μπροστά του; 

Εκείνος που φώναξε “Νεανίσκε, εγέρθητι!” και ο μικρός σηκώθηκε; Εκείνος που είπε “Λάζαρε, δεύρο έξω!” κι αναστήθηκε ο νεκρός; Κοιτάζοντας αυτόν τον πίνακα, φαντάζεσαι τη φύση σαν ένα τεράστιο, άσπλαχνο και μουγγό θηρίο ή μάλλον θα ̓ταν ακριβέστερο, πολύ ακριβέστερο να πω – αν και φαίνεται παράξενο – πως είναι σαν μια τεράστια μηχανή νεοτάτης κατασκευής που άρπαξε χωρίς σκοπό, έχανε κομμάτια και κατάπιε μέσα της, αθόρυβα κι αναίσθητα, μια μεγάλη κι ανεκτίμητη Ύπαρξη, μιαν Ύπαρξη που μόνη αυτή άξιζε όλη τη φύση κι όλους τους νόμους της, όλη τη γη, που ίσως-ίσως να μη δημιουργήθηκε για κανέναν άλλο σκοπό παρά μονάχα για να εμφανιστεί αυτή η Ύπαρξη! 

Ο πίνακας αυτός φαίνεται ίσα-ίσα να εκφράζει την αντίληψη πως υπάρχει μια σκοτεινή, αναιδής, άσκοπη κι ασυνείδητα αιώνια δύναμη που όλα, τα πάντα, υποτάσσονται μπροστά της – και η αντίληψη αυτή σας μεταδίνεται χωρίς να το θέλετε. 

Οι άνθρωποι που περιστοίχιζαν τον νεκρό –και που δε φαίνεται κανένας τους στον πίνακα – θα πρέπει να νιώσανε τρομερή αγωνία και να σάστισαν φοβερά κείνο το βράδυ που σύντριψε μονομιάς όλες τις ελπίδες τους και σχεδόν όλη την πίστη τους. 

Θα πρέπει να σκορπίσανε τρομερά φοβισμένοι, αν και φεύγανε κουβαλώντας μέσα του το καθένα μια τεράστια ιδέα, που ποτέ πια δεν μπορούσε να ξεριζωθεί απ’ την καρδιά τους. Κι αν ο ίδιος ο Διδάσκαλος μπορούσε να ̓χε δει τη μορφή Του, την παραμονή της σταύρωσης, θ’ ανέβαινε άραγε έτσι στο σταυρό, θα πέθαινε έτσι όπως πέθανε; Τ’ αναρωτιέσαι κι αυτό άθελά σου, όταν κοιτάς τον πίνακα.»
Το ερώτημα, λοιπόν, που διαπερνά τον «Ηλίθιο» είναι σαφώς επηρεασμένο απ’ αυτήν τη συγκλονιστική εμπειρία:
Κι αν ο Χριστός ήταν ένας απλός άνθρωπος; Αν υπέφερε, πέθανε κι απ’ αυτόν απέμεινε ένα μωλωπισμένο, άψυχο πτώμα όπως το παρουσιάζει ο Χόλμπαιν;


[Ο πίνακας έχει μήκος 2 μέτρα και ύψος μόνο 30 εκατοστά. Ο Χόλμπαϊν χρησιμοποίησε πράγματι ένα πτώμα που ξέβρασε ο Ρήνος αλλά δεν γνωρίζουμε αν ήταν το πτώμα ενός Εβραίου. Η μετάφραση του «Ηλίθιου» είναι του Άρη Αλεξάνδρου. Τα αποσπάσματα από το ημερολόγιο και τις σημειώσεις της Άννας αλλά και το έργο του Καραμζίν έχουν μεταφραστεί (από τα αγγλικά) και συντεθεί από μένα.]



Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα