Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος.
![]() |
| Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε, είπαν και οι δυο με μια φωνή. |
Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.
Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.
Το δάσος είχε ό τι ήθελαν για να ζουν ευτυχισμένοι. Κυνήγι, καρπούς, νερά τρεχούμενα, μέλι, χόρτα, το τραγούδι των πουλιών . . . , όμως οι δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένοι.








