Χτες βράδυ
Έβαλα να ακούσω τραγούδια παλιά . Από εκείνα τα χιλιοτραγουδισμένα που λατρεύτηκαν αλλά στο δρόμο ξέχασαν οι άνθρωποι την ουσία των στίχων.
Ξεφύλλισα μερικές παλιές σημειώσεις για να εξακριβώσω πόσο και αν έχω αλλάξει από τότε. Τότε που νόμιζα...
Δεν σας κρύβω πως ο ψυχισμός μου, όπως και πολλών άλλων πλέον, χωρίζεται άγρια σε δυο μέρη. Από τη μια οργή κι από την άλλη θλίψη. Απέραντη θλίψη.
Η αισιοδοξία παρακολουθεί απλά τις εναλλαγές στη ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια σαν τουρίστας. Αραχτή κάπου μακριά , αμέτοχη, ξένη σε όσα συμβαίνουν.
Υπάρχει ένα επικίνδυνο όριο που πιστεύω πως έχουμε αρχίσει να το ξεπερνάμε. Οχι ένας ένας από εμάς , εννοώ ένα όριο επικίνδυνο που το καταρρίπτει χωρίς σκέψη πλέον, με το ένστικτο προχωρώντας , το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού.
Μπορεί ακόμα να κυκλοφορεί χρήμα, μπορεί να είναι πολλοί οι σιωπηλοί, οι αμέτοχοι, μπορεί να υπάρχει κόσμος που κάνει το παιχνίδι του εαυτούλη του ακόμα, αλλά πόσους χαρούμενους βλέπετε γύρω σας? Ακόμα κι από αυτούς που περνάνε με το αμάξι τους και τη μουσική στο τέρμα, ακόμα κι από τα παιδιά που χορεύουν στα κλαμπ, ακόμα κι οι τηλεπερσόνες που παρελάζουν χαζοχαρούμενα από τα κανάλια, πόσες φάτσες βλέπετε να λάμπουν να είναι ευτυχισμένες?





















