 |
| Μελχισεδέκ |
Ηρακλής επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου τον περίμενε ένα ένδοξο πεπρωμένο, ενώ ο Προμηθέας σκέφτηκε ν’ αλητέψει λίγο ακόμη. Είχαμε φτάσει πιά στην είσοδο της εποχής του Κριού, καιρός λοιπόν γιά εκ νέου δράση!
Περνώντας ξανά από Ινδία (αλλ’ αποφεύγοντας τις …κακές παρέες), διαπίστωσε πως τα δημιουργήματά του δεν είχαν κάνει καμμία πρόοδο. Έτσι, σκέφτηκε να εφαρμόσει άλλη μέθοδο. Βλέπετε, ποτέ δεν είχε εγκαταλείψει τις ιδέες του εναντίον της Ελλάδας, άσχετο αν έπεσε καί φιλούσε τα χέρια του Ηρακλή. (Καλό είναι καί το θέατρο αυτού του είδους, καμιά φορά.)
Αυτή τη φορά, κατάλαβε ποιό στρατηγικό λάθος είχε κάνει τις προηγούμενες. Συνεπώς, αντί να κάθεται να περιμένει το πότε θα ευδοκήσει ο συντεταγμένος στρατός των ανθρωποειδών του να εκτελέσει τις εντολές του, ή -ακόμη χειρότερα- να πάρει πρωτοβουλίες προς την ίδια κατεύθυνση (πρωτοβουλίες αποδεικτικές νοημοσύνης, τα ανθρωποειδή;!… ας γελάσω!), προτίμησε την απόλυτη ευελιξία. Το νέο του όπλο θα ήσαν οι κλώνοι. Δικοί του κλώνοι. Του εαυτού του. Μεμονωμένες υπάρξεις, που θα δρούσαν «καταδρομικώς» – κι όπως έπρεπε.
Στο κάτω-κάτω, όλο το παιχνίδι παίζεται στην ηγεσία ανθρώπων κι ανθρωποειδών: αν πάρεις την ηγεσία (του εχθρού…) με το μέρος σου, ή -ακόμη καλύτερα- αν την εξασκήσεις εσύ ο ίδιος, το κοπάδι ακολουθεί. Αν, πάλι, την εξολοθρεύσεις, το κοπάδι περνάει ένα μεταβατικό διάστημα, κατά το οποίο κινδυνεύει να πέσει στο γκρεμό.
Γιατί, τώρα, κλώνοι; επειδή οι κλώνοι δέχονται μετάγγιση προσωπικότητας (με μηδενικό βαθμό δυσκολίας του εγχειρήματος). Όμως εδώ, ο Προμηθέας δεν θα μετάγγιζε όλη του την προσωπικότητα, παρά μόνο τα απαραίτητα στοιχεία. Εννοείται. Γιά να μπορεί να έχει τον τελικό έλεγχο.
Ακόμη καλύτερη ιδέα, όμως, ήταν να φτιάξει έναν καί μοναδικό κλώνο γι’ αρχή. Θα έβλεπε πώς θα πάει αυτός, κι αναλόγως θα έπραττε.
Ο κλώνος αυτός φαίνεται πως υπήρξε επιτυχημένο μοντέλο. Έζησε 175 χρόνια, λέει, τεκνοποίησε, νίκησε καί κάποιον βασιλιά με τον στρατό του (ο ίδιος τί στρατό διέθετε, δεν μας λένε – να υποθέσουμε πως ήταν χεροδύναμος γίγαντας καί καθάρισε μόνος του τη φάση; ), οι δε εβραίοι τον θεωρούν γενάρχη τους. Ναί, πρόκειται γιά τον Αβραάμ. Ο οποίος αντέγραψε -σόϊ πάει το βασίλειο!- τα χούγια του (υιού Προμηθέως καί μισο-κλώνου) Δευκαλίωνα: παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδερφή του!!!
(Τώρα, αν κι ο Δευκαλίων πάσσαρε την Πύρρα γιά πουτάνα σε ισχυρούς της εποχής, αυτό δεν το ξέρω. Κάτι με γαργαλάει, όμως, να υποθέσω πως -κατ’ αναλογίαν με την Πύρρα- η Σάρα ήταν κι αυτή κλώνος. Τεκνοποίηση σε ηλικία 90 ετών;! Καλόοοο!…)
Η Γουϊκι δεν μας λέει πολλά στο σχετικό λήμμα (παραλείπει καί την πολεμική νίκη), αλλά υπάρχει ένα σημαντικό περιστατικό στον βίο του λεβέντη αυτουνού, το οποίο η «ΠΔ» παρουσιάζει κακήν κακώς.
Μιά ωραία μέρα, που λέτε, σε κάποιο κωλοχώρι της Μέσης Ανατολής, κάποιος τοπικός βασιλιάς παύλα ιερέας παύλα γιατρός-μάγος παύλα σοφός (παύλα δεν-ξέρω-τί-άλλο), διέκρινε από μακριά έναν παλιό γνωστό… Πολύυυυυ παλιό! Κάτι χιλιάδες χρόνια πριν! Όταν, λοιπόν, ο παλιός γνωστός πλησίασε, ο τοπικός βασιλιάς-σοφός δίστασε λίγο, αλλά χαμογέλασε ευχαριστημένος. Όμως, αν κι η ομοιότητα ήταν παραπάνω από έκδηλη, ο ξένος δεν ήταν αυτός.
Ο τοπικός βασιλιάς-σοφός κατάλαβε. Χωρίς να περιορίσει το χαμόγελό του, μουρμούρισε ευχαριστημένος δυό καλά λόγια φιλοφρονήσεως προς τον ξένο. Ο τρίτος της Ατλάντειας παρέας των δικτατόρων, ο Μελχισεδέκ (διότι αυτός ήταν), είχε επιζήσει, καί ήξερε πιά πως ο έτερος παλιός του φιλαράκος, ο Προμηθέας, ζή. (Διότι ο Οντουάρπα είχε σκοτωθεί στον πόλεμο.) Ζή καί δρά.