
Ο μεγάλος ιστορικός της αρχαιότητας, ο Θουκυδίδης, αναφερόμενος στην πειθώ που είχε στην αθηναϊκή κοινωνία ο Περικλής, τονίζει μεταξύ άλλων πως οι σοβαρότερες αποφάσεις για τη διακυβέρνηση της Αθήνας λαμβάνονταν αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Θουκυδίδης, παρότι θαύμαζε τον Περικλή, μας ξαφνιάζει χαρακτηρίζοντας την εξουσία του Περικλή «φαινομενική δημοκρατία», παρόλο που για όλους εμάς το πολίτευμα της δημοκρατίας ταυτίζεται με τον ίδιο τον Περικλή και αδιαμφισβήτητα φέρει τη δική του σφραγίδα. Όμως ας προχωρήσουμε στον πολιτικό και το έργο του.
Το 472 π.Χ, ενώ ο Περικλής διανύει την τρίτη δεκαετία της ζωής του, με την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού, χρηματοδοτεί το έργο του Αισχύλου «Πέρσαι» που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα ιερά Διονύσια, γεγονός που πιστοποιεί, εκτός από τη μεγάλη του αγάπη για την τέχνη, πώς προερχόταν από πλούσια και φημισμένη γενιά. Την ίδια εποχή παίρνει για σύζυγό του μια γυναίκα, της οποίας τα στοιχεία δεν είναι γνωστά, και αποκτά δύο γιούς, τον Ξάνθιππο και τον Πάραλο. Ο γάμος τους όμως δεν είχε αίσιο τέλος καθώς λίγα χρόνια αργότερα ο Περικλής χώρισε τη σύζυγό του και σύμφωνα με τα ήθη της εποχής την προσέφερε σε έναν άλλο άνδρα για γάμο, με τη σύμφωνη γνώμη των ανδρών της οικογένειας της.
Αργότερα συνδέθηκε με μια εταίρα με καταγωγή από τη Μίλητο, την Ασπασία, κατά πολλά χρόνια νεότερή του, την οποία ο Πλούταρχος θεωρεί ως αιτία του χωρισμού του . Ο Σωκράτης περιέγραφε την Ασπασία ως την πιο έξυπνη και πνευματική γυναίκα της εποχής της. Η σχέση του Περικλή με την Ασπασία έγινε αντικείμενο σχολιασμού και δέχθηκε την επίκριση της κοινωνίας της Αθήνας επειδή ο Περικλής συμπεριφερόταν προς τη νέα του σύντροφο σαν ίσος προς ίσο, κάτι που για την εποχή θεωρούνταν αδιανόητο αν λάβουμε υπόψιν την κοινωνική θέση της γυναίκας στην Αθήνα εκείνης της εποχής











