Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Θρυλικα σπαθια!

Το μυστήριο του δαμασκηνού σπαθιού

Τι κοινό έχουν ο Μεγαλέξανδρος, ο Σαλαντίν, ο «χαμένος παράδεισος» και η Οθωμανική Αυτοκρατορία με έναν μετεωρίτη; Ενα μυστικό 2.500 χρόνων, αφού και η Ανατολή έχει το δικό της Εξκάλιμπερ…
Οι ευρωπαίοι Σταυροφόροι που γύρισαν στις πατρίδες τους έλεγαν ιστορίες για τα σπαθιά των ισλαμιστών πολεμιστών που οι λεπίδες τους μπορούσαν να σκίσουν ένα μαντίλι στον αέρα, να λυγίσουν σε γωνία 90 μοιρών και να ξαναϊσιώσουν χωρίς να πάθουν τίποτε. Αποκαλούσαν το μέταλλο από το οποίο ήταν φτιαγμένα δαμασκηνό ατσάλι. Παρά τους αιώνες προόδου στην επιστήμη των υλικών, το πώς ακριβώς το έφτιαχναν οι μουσουλμάνοι τεχνίτες εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο.

Οι ευρωπαίοι σιδεράδες της εποχής ήξεραν ότι οι λεπίδες ήταν από χυτοχάλυβα, ο οποίος φτιαχνόταν λιώνοντας σίδηρο μαζί με φυτικά συστατικά, αλλά δεν μπορούσαν να αναπαραγάγουν την οξύτητα, την ευκαμψία και τα χαρακτηριστικά κυματιστά σημάδια του. Το μέταλλο έχει προβληματίσει πολλούς επιστήμονες, από τον Μάικλ Φαραντέι ως τους σημερινούς ερευνητές της Επιστήμης των Υλικών.
Ο Τζον Φερχόφεν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Αϊοβα έχει δείξει ότι μόνο συγκεκριμένοι τύποι χυτοχάλυβα, οι οποίοι περιέχουν ιχνοστοιχεία όπως το βανάδιο, μπορούν να δώσουν το κατάλληλο μοτίβο της επιφάνειας. Το 2006 ερευνητές του Πολυτεχνείου της Δρέσδης στη Γερμανία μελέτησαν τα ξίφη με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο και ανακάλυψαν ότι η αντοχή του μετάλλου τους μάλλον προέρχεται από νανοσωλήνες άνθρακα που παράγονται από ένα ορυκτό, τον σεμεντίτη. Παρόμοιες δομές δίνουν στα σύγχρονα συνθετικά υλικά την αντοχή τους. Παρ’ όλα αυτά, η ακριβής συνταγή εξακολουθεί να καλύπτεται από μυστήριο.
Ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι ένα οικοδόμημα στηριγμένο σε μεταλλεία. H ανακάλυψη των μεθόδων κατεργασίας του σιδήρου θεωρείται ο καταλύτης της ραγδαίας ανάπτυξης του τεχνολογικού μας πολιτισμού. Αρκεί να θυμηθούμε τη συμμετοχή των μεταλλείων του Λαυρίου στον Χρυσό Αιώνα του Περικλή για να δεχθούμε το αδιαμφισβήτητο του πράγματος. Οπως όμως συμβαίνει σχεδόν πάντα με την τεχνολογία, το πρώτο πεδίο εφαρμογής της μεταλλοτεχνίας υπήρξε το στρατιωτικό. Το σπαθί, χάλκινο στην αρχή, σιδερένιο μετά, αλλά ατσαλένιο αργότερα, σημάδεψε την πορεία μας. Μπήκε από τότε στο χέρι του ανθρώπου και το κραδαίνει ως σήμερα, έστω και ως σύμβολο, παιχνίδι ή διακοσμητικό φετίχ. «Σε γνωρίζω από την κόψη…».

Τα δύο πιο φημισμένα είδη σπαθιών της ανθρώπινης ιστορίας υπήρξαν το δαμασκηνό και το κατάνα των σαμουράι. Δοξασμένο το πρώτο από τους Ευρωπαίους που γεύθηκαν την κόψη του στις Σταυροφορίες και το δεύτερο από τους Αμερικανούς που το γνώρισαν στα χέρια αξιωματικών του εχθρού, στο μέτωπο του Ειρηνικού. Για το ποιο είναι ανώτερο ο πιο γνωστός ζων σιδηρουργός σπαθιών, ο Hank Reinhardt, αποφαίνεται: το δαμασκηνό σπαθί.
Τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τη λάμα ενός σπαθιού είναι το πόσο σκληρή, ευλύγιστη και κοφτερή είναι. Οι ιστοριογράφοι των Σταυροφοριών βεβαιώνουν ότι τα δαμασκηνά σπαθιά των Σαρακηνών μπορούσαν να κόψουν τη σιδερένια πανοπλία των ιπποτών με ένα χτύπημα, να λυγίσουν σε 90 μοίρες και να επανέλθουν στη θέση τους και να κόβουν το ίδιο καλά ύστερα από άπειρα χτυπήματα. 
 
Ο μεσαιωνικός θρύλος μάλιστα θέλει τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο να επιχειρεί να πείσει τον Σαλαντίν για το ανώφελο της αντίστασης κόβοντας με ένα χτύπημα του σπαθιού του ένα σιδερένιο δοκάρι. Ο Σαλαντίν, ατάραχος, πέταξε απλά στον αέρα ένα μεταξωτό μαντίλι και το άφησε να πέσει στο ακίνητο σπαθί του: κόπηκε μονομιάς σε λωρίδεςδιαλύοντας τις αυταπάτες του Ριχάρδου.H προέλευση του ατσαλιού
H ονομασία του σπαθιού παραπέμπει στη Δαμασκό, την πρώτη πρωτεύουσα των αραβικών χαλιφάτων, κέντρο εμπορίου της ΝΔ Ασίας. Είτε γιατί μόνο εκεί μπορούσε να τα αγοράσει κανείς είτε γιατί τα μοναδικά νερά της λάμας τους θύμιζαν τους ιριδισμούς των μεταξωτών της Δαμασκού, τα σπαθιά βαφτίστηκαν «δαμασκηνά». H ακριβής προέλευση όμως του θαυμαστού τους ατσαλιού και η μέθοδος κατεργασίας του ήταν μυστικά που οι Ευρωπαίοι του Μεσαίωνα δεν κατόρθωσαν να ανακαλύψουν. Οι αιχμάλωτοι αρνήθηκαν να τους τα πουν ή τους έπεισαν ότι «βουτούσαν την πυρακτωμένη λάμα στα ούρα κοκκινοκέφαλου νηπίου»! H τέχνη κατεργασίας έμεινε στα χέρια των αραβικών συντεχνιών ως το πέρασμα των ταταρικών ορδών του Ταμερλάνου, τον 14ο αιώνα, που λεηλάτησε τη Βαγδάτη και πήρε όλους τους οπλουργούς μαζί του.
Οι μόνες απόμακρες πληροφορίες για την τέχνη σφυρηλάτησης «ομοιογενούς ατσαλιού» έφθασαν στους Ευρωπαίους μέσω των Αράβων της Ιβηρικής. Τα σπαθιά του Τολέδου ήταν ό,τι καλύτερο διέθετε η ευρωπαϊκή οπλουργία το 1000 μ.X. αλλά έχασαν την αίγλη τους τους επόμενους τρεις αιώνες από τις συγκρίσεις των Σταυροφόρων με τα δαμασκηνά σπαθιά. Σύντομα πάντως η ανακάλυψη του κλιβάνου πολλαπλών ράβδων ατσαλιού στην Καταλονία το 1300 μ.X. έστρεψε το ενδιαφέρον των αρχόντων του Μεσαίωνα στη μαζική παραγωγή σπαθιών. Οι μόνοι επίμονοι ερευνητές παρέμειναν οι χημικοί (όπως ο Μάικλ Φάραντεϊ και ο Τόρμπεν Μπέργκμαν το 1785), οι οποίοι απέτυχαν μεν να αποκαλύψουν το μυστικό της μεταξένιας λάμας, αλλά έθεσαν με τις αναλύσεις τους τις βάσεις της επιστημονικής μεταλλουργίας.

H «κοφτερή» συνταγή
Παρά τις μετέπειτα προσπάθειες πολλών γνωστών οπλουργών και μεγάλων χυτηρίων να αναπαράξουν τη «συνταγή», χρειάστηκε να φθάσουμε στο 1998 για να βρούμε τεκμηριωμένες απαντήσεις. Τότε οι ερευνητές Βερχόεβεν, Πέντρεϊ και Ντάουκς του Πανεπιστημίου της Αϊόβας δημοσίευσαν στην «Journal of Metallurgy» το πόρισμα των αναλύσεων που έκαναν σε δαμασκηνά σπαθιά του Μουσείου της Βέρνης (http://www.tms.org/pubs/journals/JOM/9809/ToC4#ToC4). 
 
Σύμφωνα με αυτό, τα δαμασκηνά σπαθιά φτιάχνονταν από εισαγόμενο ατσάλι που παραγόταν από το 500 π.X. στην περιοχή Καρνατάκα, στο Χαϊντεραμπάντ της N. Ινδίας. Γνωστό ως ούκου (ή γουτς αργότερα στους Ευρωπαίους), το ατσάλι αυτό είχε προσμείξεις σιμεντίτη (Fe3C) κατά 1,5% και φωσφόρου, χαλκού, θείου, νικελίου και πυριτίου σε ποσότητες κάτω της μονάδας. Κατά τη σφυρηλάτησή του στα μεταλλουργεία της Δαμασκού στην αιχμή της λάμας συγκεντρώνονταν καρβίδια (που της έδιναν τη ζηλευτή κόψη), ενώ εγκαρσίως στη λάμα ο σιμεντίτης διαμοιραζόταν σε στενές λωρίδες πάχους 6 mm και σε απόσταση 30-70 mm. 
Αυτές οι λωρίδες ξεχώριζαν από το υπόλοιπο ατσάλι όντας ανοιχτόχρωμες. Μετά την επεξεργασία και το γυάλισμα η λάμα αποκτούσε το ιδιαίτερο γκρι-ασημί της χρώμα με τα ιριδίζοντα νερά. Μολονότι τα σχέδια που δημιουργούσαν οι λωρίδες ήταν ποικίλα, το πιο γνωστό ήταν το λεγόμενο «σκάλα του Μωάμεθ». Αναμενόμενο, καθ’ όσον και ο ίδιος ο Μωάμεθ λέγεται ότι είχε δαμασκηνό εγχειρίδιο…

Μύθος και ιστορία

H παράδοση θέλει τη σιδηρουργία να αποκαλύπτεται συμπτωματικά στην προϊστορική Ελλάδα, με την παρείσφρηση σιδηρομεταλλεύματος στην καύση ξύλων για κάρβουνο. H επίσημη αρχαιολογία είχε από παλιά ενδείξεις ότι η επεξεργασία του σιδήρου εμφανίστηκε περίπου το 2000 π.X. στην Κίνα και στην Ινδία και ότι ήταν γνωστή στους Χετταίους, λαό που ζούσε στα υψίπεδα του Ιράν. Τα σιδερένια όπλα ήταν που επέτρεψαν στους Χετταίους να κατακτήσουν στα προομηρικά χρόνια όλες τις χώρες ως τη Μεσόγειο, ώσπου αφανίστηκαν γύρω στο 1200 π.X. από τους «ανθρώπους της θάλασσας» (τους Ελληνες;). Είναι εντυπωσιακό ότι το ατσάλι, το ισχυρότατο αυτό κράμα σιδήρου και άνθρακα, μας έδωσε το πρώτο δείγμα του σε ένα μαχαίρι που βρέθηκε στην Κύπρο, χρονολογούμενο περί το 1200 π.X.
Το 1961 έγινε μια ανακάλυψη που οδήγησε επίσης σε σκέψεις για το επίπεδο της μεταλλοτεχνίας στη χώρα μας: ο αμερικανός φυσικός δρ Λάιλ Μπορστ μελέτησε δείγματα ανασκαφών από τη Σπάρτη και συμπέρανε ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες παρήγαν μεγάλες ποσότητες ατσαλιού ήδη από το 650 π.X. Ο Μπορστ διετύπωσε σε άρθρο του στους «New York Times» την άποψη ότι αυτό ήταν το μυστικό της παντοδυναμίας των Σπαρτιατών στις πολεμικές αναμετρήσεις, καθ’ όσον η χρήση ατσάλινων όπλων την εποχή εκείνη ισοδυναμούσε με κατοχή… ατομικής βόμβας.
Στα σίγουρα πάντως τα σπαθιά από ινδικό ατσάλι τα πρωτοσυναντούμε ιστορικά στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης είχε εξυμνήσει τις αρετές των εγχειριδίων της Ανατολής και μας είναι γνωστό ότι ο Αλέξανδρος θεωρούσε το ατσάλι πολύτιμο μέταλλο. Είχε μάλιστα δώσει εντολή να κατάσχεται κάθε μεταλλείο και μεταλλουργείο που βρισκόταν στα εδάφη που κατακτούσε. Στην ιστορία καταγράφεται ότι, όταν ο ινδός βασιλιάς Πώρος συνθηκολόγησε μαζί του, του χάρισε 30 λίβρες από το καλύτερο ινδικό ατσάλι και (ίσως) ένα σπαθί.
H απορία είναι γιατί οι Μακεδόνες – και οι Ρωμαίοι που τους διαδέχθηκαν – δεν επωφελήθηκαν από την τεχνογνωσία σφυρηλάτησης ομοιογενούς ατσαλιού των χωρών που γνώρισαν. H απάντηση των επιστημόνων μεταλλουργών ήταν ότι τα χυτήρια των Ευρωπαίων από την αρχαιότητα ως και τον Μεσαίωνα έφθαναν ως τους 1.200 βαθμούς Κελσίου και όχι στους 1.500 που χρειαζόταν αυτή η κατεργασία. Ηταν άγνωστο πώς οι ινδοί μεταλλουργοί το κατάφερναν και… σίγουρα κράτησαν καλά το μυστικό τους.
H αρχαιολογική ανακάλυψη
Το 1999 μια νέα αρχαιολογική ανακάλυψη έριξε φως στο μυστήριο αφήνοντας περιθώριο για νέες εικασίες ως προς τον ρου της ιστορίας: στα ερείπια της πόλης Γκιαούρ Καλά του Τουρκμενιστάν βρέθηκαν τρία καμίνια του 1000 μ.X. με πήλινο φούρνο – τροφοδοτούμενο με αέρα από κάτω – που όντως μπορούσε να φθάσει τους 1.500 βαθμούς. Ο υπεύθυνος των ανασκαφών δρ Ντάφιντ Γκρίφιθς του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Λονδίνου δήλωσε ότι πρόκειται για την πιο εξεζητημένη μεταλλουργική τεχνολογία που έχει ανασκαφεί ποτέ. Ποια είναι όμως η Γκιαούρ Καλά και γιατί βρέθηκε εκεί αυτή η τεχνογνωσία; Οπως υποψιάζεται κανείς από το όνομα, πρόκειται για ελληνική πόλη, την πρωτεύουσα της Βακτριανής και Σογδιανής!
H Μαργιανή – όπως ήταν το πρώτο όνομα αυτής της αρχαίας πρωτεύουσας των Μασσαγετών – υπήρξε πατρίδα του Ζωροάστρη (492 π.X.) και της θρησκείας του. Ηταν επίσης, κατά την ινδική και αραβική μυθολογία, ο τόπος του χαμένου επίγειου παραδείσου. Οταν ο Αλέξανδρος κυνήγησε τον αντάρτη βακτριανό ηγεμόνα Σπιταμένη στον Βορρά (328 π.X.), έστειλε τον στρατηγό Κρατερό στη Μαργιανή για να την οχυρώσει και την… αναβάπτισε σε Αλεξάνδρεια Μαργιανή. Χρόνια αργότερα ο επίγονος Αντίοχος I´ ο Σωτήρ (280-261 π.X.) επεξέτεινε τα τείχη της σε πάνω από 250 χιλιόμετρα(!) και τη μετονόμασε Σελεύκεια, εις μνήμην του πατρός του. H πόλη έγινε πραγματικό εμπορικό και πνευματικό κέντρο της Κεντρικής Ασίας, σε μια περιοχή ιδιαίτερα εύφορη (πατρίδα του πεπονιού) αλλά και πλούσια σε σιδηρομετάλλευμα, χρυσό και πολύτιμους λίθους. H στρατηγική σημασία της περιοχής φάνηκε και τους επόμενους αιώνες από το ποιοι την κατέστησαν έδρα τους: οι Ούνοι (το 100 μ.X.), οι Τάταροι (500-700 μ.X.) και οι Τούρκοι.
Το αν όλοι αυτοί οι κατακτητές λαών υπήρξαν κοινωνοί του μυστικού του ατσαλιού δεν μας είναι ιστορικά γνωστό. Γνωρίζουμε από τον Γίββωνα («H άνοδος και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας») ότι οι Τούρκοι θεωρούνταν από τους Τατάρους υποδεέστερη φυλή, είλωτες που δούλευαν στα μεταλλεία και στα σιδηρουργεία. Κάποια όμως στιγμή ένας ηγέτης τους έπεισε τους σκλάβους να πάρουν τα όπλα που έφτιαχναν για τους Τατάρους και να γίνουν αφέντες. Το κατόρθωσαν και ως την πρόσφατη ιστορική εποχή η εθνική ημέρα των Τούρκων περιελάμβανε το άναμμα ενός καμινιού, εις μνήμην της πηγής της δύναμής τους. Το 626 μ.X. κατηφόρισαν προς τα εδάφη των Αράβων, πολέμησαν άγρια μαζί τους για 90 χρόνια και έπειτα προσχώρησαν στη μουσουλμανική κυριαρχία του χαλιφάτου της Δαμασκού. Σύντομα βρέθηκαν να κυριαρχούν στον στρατό του χαλίφη και γύρω στο 1000 μ.X. καταλαμβάνουν επ’ ονόματί του το Ινδουστάν. Επειτα από μόλις λίγα χρόνια λεηλάτησης του πλούτου αυτής της χώρας είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν τη δική τους αυτοκρατορία, από τη Σογδιανή ως… όπου σήμερα γνωρίζουμε.
Ο «σιδεράς γύφτος»
Στα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας της Ινδίας σημειώνεται και η πρώτη ερήμωση των μεταλλείων ατσαλιού. Οι εργάτες που δούλευαν εκεί υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν τον τουρκικό στρατό. Εχει αυτό σχέση με το χτίσιμο των καμινιών που βρέθηκαν στην Γκιαούρ Καλά; Δεν υπάρχουν αποδείξεις. Γνωρίζουμε πάντως ότι η φυλή-παρίας των ινδών μεταλλωρύχων της Χαϊντεραμπάντ, των Agaria (Αγκαρία, Αγαρηνοί; – γλωσσολόγοι, βοήθεια) απογυμνώθηκε από όσους γνώριζαν το μυστικό του ούκου και σήμερα τα απομεινάρια της είναι νομάδες. Να έχει αυτό άμεση σχέση με την παλιά μας αντίληψη για τον «σιδερά γύφτο» που ακολουθούσε τα οθωμανικά ασκέρια στα Βαλκάνια; Ποιος ξέρει… 

Από τη σκόνη του μετεωρίτη στη νανοτεχνολογία

Το αίνιγμα του δαμασκηνού σπαθιού παραμένει λοιπόν μισολυμένο. Γνωρίζουμε τη σύσταση του υλικού του αλλά δεν γνωρίζουμε τον ακριβή τρόπο κατεργασίας του. Ο θαυμασμός για τις ιδιότητές του αλλά και για τη μαστοριά των τεχνητών σε εποχές με ελλιπείς επιστημονικές γνώσεις συνεχίζει να θέλγει και σήμερα οπλουργούς και ερευνητές. Αρκετοί είναι οι κατασκευαστές σπαθιών και εγχειριδίων που έχουν παρουσιάσει εξαιρετικές μιμήσεις του δαμασκηνού σπαθιού, χρησιμοποιώντας ακόμη και αυθεντικό Ουκούς. Ενας μάλιστα από αυτούς είναι ο ελληνοαμερικανός δρ Μεταλλογραφίας Jim Hrisoulas (www.atar.com).
Κάποιοι άλλοι προσπαθούν ακόμη να ξεπεράσουν τον «πήχη» που έθεσαν οι μεταλλοτεχνίτες της Δαμασκού. Ο καθηγητής Μεταλλουργίας του αμερικανικού Πανεπιστημίου Παρντιού Χάρβεϊ Αμπράμοβιτς ξεκίνησε αυτή την άνοιξη την κατασκευή του «καλύτερου σπαθιού όλων των εποχών» ονόματι Δρακοφονιάς (Dragonslayer). H ιδέα του βασίζεται στην επίσης αρχαία τεχνική των ιθαγενών της Ιάβας να ενσωματώνουν στο κράμα του ατσαλιού σκόνη μετεωρίτη αλλά και στον θρύλο του Εξκάλιμπερ, του σπαθιού του βασιλιά Αρθούρου, που ήταν φτιαγμένο από «μέταλλο του ουρανού». Ο καθηγητής πιστεύει ότι, αν εξαγάγει σίδηρο από ένα κομμάτι μετεωρίτη 390 γραμμαρίων που έπεσε στην Κίνα τον 15ο αιώνα, θα μπορέσει να φτιάξει ένα κράμα υπέρτερο απ’ ό,τι έχει γνωρίσει ο κόσμος μας ως σήμερα.
Στο εγχείρημα του Αμπράμοβιτς συμβάλλει ο καθηγητής Ολσον του Πανεπιστημίου Νορθγουέστερν και οι φοιτητές του. Ο Ολσον δεν είναι τυχαίος στον χώρο. Είναι επικεφαλής της νεόδμητης εταιρείας νανοτεχνολογίας QuesTek. H ιδιαιτερότητα αυτής της εταιρείας είναι ότι δεν κατασκευάζει ατσάλι από πρωτογενή υλικά αλλά «το γεννάει» σχεδιάζοντας εξ ολοκλήρου σε υπολογιστές τα νέα κράματα. Παρεμβαίνοντας στη μικροκρυσταλλική δομή των μετάλλων η εταιρεία κατόρθωσε να παράξει ένα υπερ-ατσάλι, το Ferrium C69.
H συμμετοχή της QuesTek στην κατασκευή του Δρακοφονιά έχει να κάνει με τη μετατροπή του μετεωρίτη σε ατσάλι αλλά και με την αυτοματοποιημένη (μη σφυρήλατη πλέον) διαμόρφωση της κόψης του σπαθιού. Αρχικώς ο Αμπράμοβιτς θα διαλύσει τον μετεωρίτη σε ηλεκτρολυτικό διάλυμα. Ο καθαρός σίδηρος θα συσσωρευθεί σε ένα ηλεκτρόδιο αφήνοντας στο διάλυμα τις πρότερες προσμείξεις του. Στον σίδηρο θα διοχετευθεί σκόνη γραφίτη με τη μέθοδο της QuesTek ώστε να μετατραπεί σε Ferrium C69. Πέντε λίβρες από αυτό το «κυβερνοατσάλι» θα μεταπλαστούν στον Δρακοφονιά, που αναμένεται να εκτεθεί σε δημοπρασία του Internet αυτό το καλοκαίρι.
Campbell MacGregor Βήμα
Καφαντάρης Τάσος Βήμα



Η περίεργη ιστορία του Αγίου Γκαλκάνο και του Σπαθιού

Ο Ιππότης Γκαλκάνο γεννήθηκε στο Κιουσντάνο (Chiusdano) το 1148 και η παράδοση των Λατίνων λέει ότι του εμφανίστηκε 2 φορές ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην ηλικία των 20 ετών και του ζήτησε να αφήσει την κοσμική ζωή να αποσυρθεί και να γίνει ερημίτης. Ο Γκαλγκάνο ήταν Γιός ενός φεουδάρχη άρχοντα και πολλοί τον χαρακτήριζαν ατομιστή και αλαζόνα.



Μετά την εμφάνιση του Αρχάγγελου Μιχαήλ στον ύπνο του , ο Άγιος Γκαλγκάνο περνούσε σε ένα λόφο όταν έπεσε από το άλογό του και τότε είδε ένα άλλο όραμα στο οποίο ο Αρχάγγελος Μιχαήλ του υποδείκνυε να αφήσει την υλική ζωή. Έτσι ο Γκαλγκάνο μετατράπηκε σε ερημίτη γυρνώντας τα περίχωρα της Σιέννας και αποτραβήχτηκε από τα εγκόσμια.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΓΚΑΛΚΑΝΟ
Ο Γκαλκάνο αφού έγινε ερημίτης μοναχός θα κάνει το μοναδικό του θαύμα που ακόμα και σήμερα φαίνεται ,800 χρόνια αργότερα. Με μια κίνηση σφήνωσε το σπαθί του βαθιά στο βράχο (Φωτο). Αυτό πρακτικά είναι αδύνατο ο Ιππότης όμως Γκαλκάνο χάρη στην πίστη του στον θεό το κατάφερε.

ΘΑΥΜΑ Η ΑΠΑΤΗ ;
Μέχρι πρόσφατα το «θαύμα» ( δηλαδή το πώς σφήνωσε το σπαθί στον βράχο ) θεωρούνταν απάτη, αλλά η εξέταση που έγινε από τους επιστήμονες του
Πανεπιστημίου της Ιταλίας ανακάλυψαν ότι το μέταλλο του σπαθιού χρονολογείται από τον 12 αιώνα. Κοντά στο ιερό επίσης ανακαλύφθηκαν 2 μουμιοποιημένα χέρια τα οποία ανάγονται επίσης στον 12ο αιώνα. Ένα σπήλαιο που ανακαλύφτηκε κοντά στο ιερό (βράχο) και περιείχε μια εσοχή, που υποστηρίζονταν ότι ήταν ταφικός χώρος, όπου πιθανότατα είχε τοποθετηθεί το σώμα του ιππότη , έρχεται να προστεθεί στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων για την αυθεντικότητα του ξίφους του Αγίου Γκαλγκάνου.

Η ΕΠΙΒΑΙΒΕΩΣΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ;
Το έτος 1960 ένας βάνδαλος έσπασε το σπαθί στην προσπάθειά του να το εξάγει από τον βράχο. Κατόπιν κολλήθηκε ξανά στην θέση του με τσιμέντο. Επιστήμονες τρύπησαν το τσιμέντο με τρυπάνι, και έβαλαν βαθιά μέσα στον βράχο μια μικροκάμερα, για να δουν αν πράγματι το σπαθί συνέχιζε μέσα στον βράχο, αν είναι αυθεντικό ή απομίμηση ή αντίθετα, αν δεν υπήρχε κανένα πραγματικό σπαθί εκεί, παρά μόνο μια λαβή.
Επειδή το σπαθί φάνηκε τελικά ολόκληρο στην οθόνη τους, αποφασίσθηκε το σπάσιμο και η αφαίρεση του τσιμέντου με εργαλεία. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκαλυφθεί ότι ολόκληρο το αρχαίο σπαθί βρίσκονταν μέσα σε μια σχισμή ενός βράχου, μέσα στην οποία το 1920, είχε χυθεί ρευστός - λιωμένος μόλυβδος.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Ο Άγιος Γκαλκάνο πέθανε τις 3 Δεκεμβρίου του 1181 στην ηλικία των 33 χρονών , την ημέρα γεννήσεως του Αγίου Φραγκίσκου .

Πηγή: 24wro.blogspot
topeiraxtiri.blogspot.com/


Το σπαθί που δε σπάει κομμάτια

Αν ακουμπήσεις το πιο λεπτό μετάξι στην κόψη της κατάνα, θα το δεις να κόβεται στα δυό.
Το σπαθί των Σαμουράι δε γίνεται από κομμάτια μετάλλου που δένονται μεταξύ τους, όπως το δυτικό σπαθί.

Στη Δύση, ένα κομμάτι μέταλλο έμπαινε στη φωτιά κι ύστερα πάνω στο αμόνι, για να δεχθεί το χτύπημα του σφυριού, ώσπου να γίνει αρκετά λεπτό και κοφτερό. Το γεγονός του ενός ενιαίου κομματιού σήμαινε ότι το σπαθί λύγιζε και έσπαγε ευκολότερα. Το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε την εποχή των Βίκινγκς, που πρώτοι σκέφτηκαν να κατασκευάσουν σπαθιά από διαφορετικά κομμάτια μέταλλο, μικρότερα, χαρίζοντας έτσι νέα ανθεκτικότητα στις σπάθες τους.

Τα γιαπωνέζικα σπαθιά φτιάχνονται τελείως διαφορετικά: ένα φύλλο, ένα έλασμα μετάλλου διπλώνεται και ξαναδιπλώνεται πάνω από τη φωτιά, ώσπου να γίνει λάμα, μια παντοδύναμη, αιχμηρή λάμα που δε γίνεται να καταστραφεί παρά από τη φωτιά που τη γέννησε.
Ο κατασκευαστής κατάνα δεν ήταν ένας απλός καλός τεχνίτης, όπως ο κατασκευαστής σπαθιών στη δύση. Ήταν πρόσωπο σεβαστό και η τάξη στην οποία ανήκε θεωρούνται από τις κοινωνικά ανώτερες, έχουσα μάλιστα κι ιερατικά καθήκοντα καθώς η κατασκευή κατάνα ήταν τέχνη δοσμένη από τους Θεούς. Σε κάθε κατάνα ο κατασκευαστής της έγραφε, μάλιστα το όνομά του και τους τίτλους ευγενείας που το συνόδευαν.
Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως, μες απ τις διαφορές αυτές στην κατασκευή των σπαθιών, ερμηνεύονται κι οι διαφορές της προσέγγισης του πολέμου και της κοινότητας, μεταξύ των δύο παραδόσεων. Οι διαφορές αυτές είναι λίγες, αλλά σημαντικές και χαρακτηριστικές των πολιτισμών που τις γέννησαν. Η μία είναι η έννοια του περιπλανώμενου και μοναχικού πολεμιστή – του πολεμιστή που είναι «κομμάτι» και μπορεί να αποσπαστεί παραμένοντας «μέταλλο». Στη Δύση, ο περιπλανώμενος ιππότης είναι πρόσωπο αγαπητό, ερωτικό και ποιητικό. Στην Ιαπωνία, ο αποκομμένος από την κοινωνία (μοναχικός και χωρίς άρχοντα) σαμουράι, ο ρονίν, είναι ατιμασμένος – το σπαθί είναι χτισμένο πάνω στην ενότητα.

Η δεύτερη διαφορά είναι το τέλος της ζωής του πολεμιστή- η αυτοκτονία σε ελάχιστες περιπτώσεις θεωρείται ηρωική πράξη στη Δύση και μόνον όταν οι συνθήκες οδηγούν σε πλήρες αδιέξοδο τον πολεμιστή. Στην Άπω Ανατολή το σεπούκου είναι η απόδειξη πως «το μπούσιντο είναι τρόπος να ζεις και τρόπος να πεθαίνεις».

Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι, οι δύο ιπποτικές παραδόσεις έχουν τελείως διαφορετική προσέγγιση της χρήσης του ξίφους. Στην Ευρωπαϊκή Δύση, η τέχνη του σπαθιού είναι τέχνη αμυντική. Ο ξιφομάχος μαθαίνει κυρίως να αμύνεται, σε αντίθεση με το σαμουράι που, πιστός στο Κενζούτσου («τέχνη του σπαθιού»), πολεμά επιθετικά με την κατάνα του– η άμυνα θα τον ντρόπιαζε. Ο Σαμουραι ποτέ δεν φέρει ασπίδα, είναι άγνωστη στην Ιαπωνία.
Πολλές φορές η πρώτη δοκιμή του καινούριου ξίφους του Σαμουράι γινόταν πάνω σε κάποιον καταδικασμένο εγκληματία ή, αν δεν υπήρχε η δυνατότητα, σε κάποιο πτώμα που το ξίφος έπρεπε να κόψει στα δυό.
Η τέχνη του σπαθιού είναι η μητέρα του κώδικα τιμής. Προηγείται. Η δημιουργία του Κενζούτσου τοποθετείται στον 11ο αιώνα και τα χαρακτηριστικά του είναι καθαρά επιθετικά. Σκοπός του μόνον ο φόνος. Ο σαμουράι δεν έχει κανένα λόγο να χαριστεί στον αντίπαλό του, θέλει να τον σκοτώσει χωρίς να του δωσει ευκαιρία αλλά και χωρίς να ξεπέσει στη βαρβαρότητα.

Η επίδειξη δεν είναι μες στις προθέσεις του – το πάθος όμως είναι βασικό συστατικό στον πόλεμό του. Χαρακτηριστικά, στο άθλημα που προέκυψε από το Κενζούτσου, το Κέντο - «ο τρόπος των σπαθιών»- μετρά κι ανταμείβεται βαθμολογικά το πάθος με το οποίο γίνεται μια επίθεση, σε αντίθεση με την μοντέρνα δυτική αθλητική ξιφασκία όπου τον πρώτο ρόλο έχει η ανδροπρεπής χάρη, ειδικά στην άμυνα. Η χάρη στο Κενζούτσου είναι στρατιωτική.

Στην ιαπωνική μυθολογία το πρώτο σπαθι το κατασκεύασε ο θεός Ιζανάγκι για να σκοτωσει το γιό του, το Θεό της Φωτιάς, ο οποίος όταν γεννήθηκε προκάλεσε τέτοιους πόνους στη μητέρα του Ινζανάμι, που εκείνη εγκατέλειψε το συζυγό της και κρύφτηκε στα έγκατα της γης. Το πρώτο αυτό σπαθί κατέληξε σε γυναικεία χέρια: στην κόρη του Ιζανάγκι και θεά του Ήλιου, Αματεράσα Ομικάμι, η οποία το παρέδωσε τελικά στον εγγονό της, Νινίγκι-νο Μικότο για να κυβερνήσει τη Γη.
Η πρώτη κίνηση- το τράβηγμα του σπαθιού- δείχνει πόσο πειθαρχημένος, πόσο αποφασισμένος και πόσο βαθύς γνώστης της τέχνης του είναι ο ξιφοφόρος. Η κίνηση αυτή, του τραβήγματος και της επιστροφής στο θηκάρι, αποτελεί μια χωριστή τέχνη, όχι ένα απλό κάτα.

Και στο Κενζούτσου, όπως σε σχεδόν όλες τις απωανατολίτικες πολεμικές τέχνες την τεχνική καθορίζουν μια σειρά «κάτα», κινήσεων απολύτως συγκεκριμένων, στις οποίες πολεμιστής και σπαθί γίνονται ένα με τρόπο χορευτικό.

Τα κάτα του σπαθιού, πάντα επιθετικά –δεν υπάρχει ούτε ένα αμυντικό κάτα-, ο σαμουράι τα κατείχε με τον τρόπο που κατείχε το δικαίωμα στην αναπνοή: απολύτως φυσικά, χωρίς την παρέμβαση σκέψης. Η επιθετικότητα των κάτα επιτείνεται όταν ο Σαμουράι κατέχει την τέχνη του Νίτεν ίντσι-ρύου, των δύο σπαθιών και χτυπά κρατώντας ένα νταϊτό (όπως τα «δίδυμα» σπαθιά ονομάζονται) σε κάθε χέρι.
Όταν ο Σαμουράι έχανε τον πόλεμο, κατέφευγε στο ναό του θεού του πολέμου, Χατσιμάν, ζητώντας του να επιστρέψει στο ηττημένο ξίφος το θεϊκό πνεύμα.

locandiera.blogspot

Katana



«Κατάνα» («katana»): μακρύ σπαθί των σαμουράϊ, του οποίου η χρήση γενικεύθηκε από την περίοδο Edo και κατ’ αυτούς είχε δική του ζωή και ψυχή (γύρω από αυτή την πεποίθηση είχαν αναπτύξει έναν εκλεπτυσμένο κώδικα για την κατασκευή, φύλαξη και χειρισμό του -όταν ηττούνταν στην μάχη θεωρούσαν ότι το «κατάνα» είχε χάσει την ψυχική δύναμή του). Λόγω της επί 600 χρόνια άριστης και αποκλειστικής ιαπωνικής τεχνικής, το ατσάλι της οποίας ξεπεράστηκε μόνο τον 19ο αιώνα μετά την εφεύρεση δηλαδή της επιστημονικής μεταλλουργίας, το σπαθί αυτά διατηρούσε αναλλοίωτη την πλάτους 5 χιλιοστών αποτελεσματική σαν ξυράφι κόψη του, παρά την επανειλημμένη χρήση του σε μάχες.





Η ιστορία εξελίσσεται γύρω στο 700 μ.Χ. στην Ιαπωνία.

Ένας Γιαπωνέζος κατασκευαστής σπαθιών, που ονομαζόταν Αμακούνι, έκλαιγε, καθώς παρακολουθούσε την αξιολύπητη επιστροφή των τραυματισμένων στρατιωτών της Επαρχίας Γιαμάτο, ύστερα από την ήττα τους. Έμπαιναν στο σιδηρουργείο του και του έδειχναν τα σπασμένα σπαθιά, που είχαν καταστραφεί κατά την διάρκεια της μάχης.

Ο Αμακούνι ορκίστηκε πως ποτέ πια δεν θα αισθανόταν υπεύθυνος για το θάνατο των φίλων του και των γειτόνων του, εξαιτίας των σπαθιών του, που έσπασαν την ώρα της μάχης. Μερικοί είπαν ότι ήταν θεία έμπνευση, όμως μετά από αυτό το γεγονός, εκείνο το χρόνο ο Αμακούνι κατασκεύασε το περίφημο παραδοσιακό Γιαπωνέζικο σπαθί!

Τον επόμενο χρόνο πλέον έκλαψε από χαρά, καθώς όλοι οι στρατιώτες επέστρεψαν στην πατρίδα, κραδαίνοντας τα γερά σπαθιά τους πάνω από τα κεφάλια τους, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, ενώ περνούσαν από την ανοιχτή πόρτα του σιδηρουργείου του.

Από τότε, το μοναδικό Γιαπωνέζικο όπλο που αντιμετώπιζαν οι εχθροί, ήταν το σπαθί. Και γιατί όχι, αφού δοκίμαζαν τα μεγάλα σπαθιά, κόβοντας εφτά αιχμαλώτους στη μέση με ένα μόνο χτύπημα. Μετά έριχναν μια μονή κλωστή από μετάξι στην ίδια λεπίδα, που θα μπορούσε να κοπεί στα δύο και μόνο από το βάρος της.

Οι κατασκευαστές σπαθιών ήταν σχεδόν θεοί. Τα σπουδαία σπαθιά του Μουσαμούνε φημίζονταν για το ότι δεν χρειαζόντουσαν ακόνισμα για 1000 χρόνια. Και οι λεπίδες του Μουραμάσου, μαθητή του Moυσαμoύνε, έλεγαν, πως "δίψαγαν για αίμα".

Παρ 'όλα αυτά, το γεγονός και μόνο πως κάθε Γιαπωνέζος πολεμιστής ήταν ξιφομάχος, τα τελευταία 1280 χρόνια, εδραίωνε την αλήθεια. Μια αυθεντική λεπίδα του Αμακούνι στοιχίζει σήμερα όσο ένα τζετ F-16. Άμα αποκτήσεις ένα σπαθί του Μουσαμούνε, αυτομάτως γίνεσαι εκατομμυριούχος. Ακόμα και μ' ένα σπαθί του Μουραμάσου, από Φορντ αποκτάς Ρολς Ρόυς!




Oι Γιαπωνέζοι συγγραφείς έχουν περιγράψει το σπαθί σαν "τη ζωντανή ψυχή των Σαμουράι". Πραγματικά, οι "Τρεις ιεροί Θησαυροί της Ιαπωνίας", οι οποίοι ακόμα προκαλούν το σεβασμό, είναι ο ιερός καθρέφτης, οι χάντρες στο σχήμα του κόμματος και το σπαθί. Για τον Σαμουράι, μόνο η τιμή του ήταν πιο πολύτιμη για αυτόν απο το σπαθί του, και αυτό μεταφέρθηκε απο γενιά σε γενιά σαν ένα ανεκτίμητης αξίας οικογενειακό κειμήλιο και έφτασε μέχρι το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι πολλά απο τα σουβενίρ που πήραν Αμερικανοί απο την Ιαπωνία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν απλά στρατιωτικά εργαλεία, αλλά πολύτιμοι θησαυροί – πολλοί από αυτούς είχαν φτιαχτεί πριν από εκατοντάδες χρόνια. Λίγοι, αντιλήφθηκαν ότι είχαν στα χέρια τους δείγματα από τα καλύτερα ατσάλινα σπαθιά που είχαν ποτέ κατασκευαστεί.

Ακόμα και τα θρυλικά σπαθιά Νταμάσκους και Τολέντο δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να συγκριθούν με την ποιότητα του ατσαλιού και την εργασία που δημιούργησαν το σπαθί των Σαμουράι. Η υψηλή ποιότητα αυτών των λεπίδων δεν αποδίδεται μόνο στην αξία τους σαν δείγματα σεβασμού, αλλά και στην ανώτερη θέση που προσφερόταν στους Γιαπωνέζους σιδηρουργούς-κατασκευαστές σπαθιών. Ο σιδηρουργός-κατασκευαστής σπαθιών δεν εθεωρείτο μόνο ένας τεχνίτης, αλλά ένας καλλιτέχνης και η κατασκευή ενός καταπληκτικού σπαθιού χρειαζόταν, όπως και σε κάθε σπουδαίο έργο τέχνης, μεγάλη πνευματική προετοιμασία.

Πριν ο σιδηρουργός επεξεργαστεί μια λεπίδα, θα έχυνε σ' όλο του το κορμί κρύο νερό, σαν ένα είδος εξαγνισμού. Θα φορούσε μια ειδική εθιμοτυπική ρόμπα και ένα κάλυμμα στο κεφάλι και θα προσευχόταν, μέχρις ότου η θεότητα να μπει στο σιδηρουργείo του. Μόνο τότε θα μπορούσε να ξεκινήσει την εργασία του πάνω στη λεπίδα.

Η κατασκευή της λεπίδας ήταν μια κοπιαστική διαδικασία, που χρειαζόταν βδομάδες για να ολοκληρωθεί. Πρώτα, έπαιρναν πλάκες σιδήρου και ατσαλιού, κατάλληλης ποιότητας, τις θέρμαιναν στην κάμινο και τις σφυροκοπούσαν μέχρι να πάρουν το μήκος και το σχήμα της λεπίδας. Μετά δίπλωναν τις δυο άκρες της κάθε μιας και αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν δώδεκα φορές. Έπειτα κάλυπταν φύλλα μαλακότερου σιδήρου με ίδια φύλλα σκληρότερου ατσαλιού. Έτσι η λεπίδα μπορούσε να έχει τη σκληρότητα του ατσαλιού, χωρίς όμως τη συνηθισμένη ευθραστότητά του. (Σημείωση: Η σύγχρονη μεταλλουργία διδάσκει ότι η μετατροπή του χάλυβα σε ατσάλι με τη θέρμανση σε υψηλές θερμοκρασίες και την διαδοχική απότομη ψύξη μετατρέπει την κρυσταλλική του δομή κάνοντάς το πολύ πιο σκληρό στο σχίσιμο άλλων υλικών, αλλά και πολύ πιο εύθραυστο στην κρούση.)

Αν και χρησιμοποιούσαν διαφορετικές τεχνικές, ανάλογα με το χρόνο και την περιοχή, η βασική τεχνική του μαλακού πυρήνα του σιδήρου και της σκληρής άκρης του ατσαλιού ήταν η ίδια σε όλα τα σπαθιά.

Όταν τέλειωνε η επεξεργασία, έτριβαν τη λεπίδα με ένα ειδικό μαχαίρι, το λεγόμενο “σεν”, λιμάροντας ολόκληρη την επιφάνειά της και έψαχναν πρoσεκτικά για τυχόν ατέλειες η ελαττώματα. Μετά διαμόρφωναν το σχήμα της μιας άκρης της λεπίδας, όπου θα προσαρμοζόταν η λαβή, την ακόνιζαν και τέλος γινόντουσαν οι προετοιμασίες για την τελευταία και πιο σπουδαία εργασία, τη δημιουργία του "γιακίμπα", δηλαδή της σκληρής κόψης του σπαθιού. Κατασκεύαζαν το γιακίμπα καλύπτοντας ολόκληρη τη λεπίδα με ένα ειδικό μίγμα πηλού. Μετά έβγαζαν από την κόψη αυτό το μίγμα. Μετά ο σιδηρουργός θα θέρμαινε τη λεπίδα στην κάμινο, μέχρι να αποφασίσει ότι είχε την κατάλληλη θερμοκρασία. Μετά η λεπίδα σκλήραινε, αφού την έβρεχαν γρήγορα σε νερό στη θερμοκρασία του σώματος. Το κάλυμμα του πηλού εμπόδιζε την υπόλοιπη επιφάνεια της λεπίδας απο την επεξεργασία της σκλήρυνσης, έτσι το αποτέλεσμα ήταν μια λεπίδα με σκληρή κόψη και μαλακότερο σώμα. Αυτή η διαδικασία της σκλήρυνσης διαφέρει από αυτή της Ευρωπαϊκής λεπίδας, γι’ αυτό τα Ευρωπαϊκά ξίφη δεν έχουν την ίδια ανθεκτικότητα με τα Γιαπωνέζικα.

Απόμενε το γυάλισμα της λεπίδας. Αυτό γινόταν από έναν άλλο τεχνίτη, που χρησιμοποιούσε δεκαπέντε διαφορετικές ποιότητες πετρών λείανσης, με μια διαδικασία, που για να ολοκληρωθεί χρειαζόταν περίπου ένας μήνας. Για να ολοκληρωθεί το όπλο ήταν απαραίτητη ακόμα η λαβή και η θήκη.



Το πρώτο πράγμα που συνέδεαν στη λεπίδα ήταν το "χαμπάκι", που ο σκοπός του ήταν να εμποδίζει τη λεπίδα να μετακινείται μέσα στη θήκη και να την προστατεύει από την υγρασία. Μετά συνέδεαν το "σέππα", που διαχώριζε το χαμπάκι απο την "τσούμπα", που ήταν το προστατευτικό για το χέρι τμήμα μεταξύ λαβής και λεπίδας, ώστε να μην τραυματίζεται αυτός που βαστάει το σπαθί. Η τσούμπα ήταν φτιαγμένη από δυο είδη μετάλλου, το ένα από χάλυβα για τη μάχη και το άλλο απο όχι σιδηρούχο μέταλλο για επίδειξη και συνήθως ήταν διακοσμημένα με πολύπλοκα και όμορφα σχέδια. Ύστερα, τοποθετούσαν άλλο ένα σέππα και μετά το "φούτσι", που χώριζε την τσούμπα από τη λαβή η αλλιώς την "τσούκα". Συνήθως έφτιαχναν την τσούκα απο ξύλο, την τύλιγαν με σαγρέ δέρμα και την έδεναν με κορδόνια απο μετάξι, δέρμα ή βαμβάκι. Την συνέδεαν με ένα καρφί από ξύλο μέσα σε μια τρύπα στο "τανγκ" της λεπίδας (το “μεκούγκι-άνα”). Συνήθως κοσμούσαν τη θήκη με ένα ζευγάρι απο τα "μενούκι" ή τα στολίδια της θήκης. Το σπαθί ολοκληρωνόταν με την προσθήκη του βασικού "φούτσι" ή του "κασίρα", που και τα δυο προστάτευαν το μέρος της λεπίδας από το οποίο ξεκινούσε η λαβή, δηλαδή το τανγκ, και οπωσδήποτε χάριζαν στην ομορφιά του σπαθιού.

Τέλος, τοποθετούσαν το έτοιμο σπαθί στη θήκη του ή "σάγια". Οι περισσότερες ήταν φτιαγμένες απο ξύλο και είτε τις λουστράριζαν είτε τις διακοσμούσαν με πολύτιμα υλικά. Μερικές είχαν τσέπες για να βάζουν διάφορα μικροπράγματα, όπως χρήσιμα μαχαίρια, σουβλιά ή ξυλαράκια.

Η εξέλιξη του σπαθιού των Σαμουράι ακολούθησε μια μεγάλη, συνεχή πρόοδο, που χωρίζεται σε μερικές διαφορετικές περιόδους. Σε κάθε περίοδο, οι καλυτερεύσεις αφορούσαν το σχήμα, τη σύνθεση και τη σκληρότητα των λεπίδων.

Στην περίοδο του αρχαίου σπαθιού, οι λεπίδες ήταν κυρίως με ίσια άκρη και φτιαγμένες από ατσάλι. Πολλά σπαθιά τα κατασκεύαζαν περισσότερο σιδηρουργοί στην Κίνα και στην Κορέα, απ' ότι στην Ιαπωνία και η σκληρότητα ήταν συχνά ελαττωματική. Αυτή η περίοδος έληξε γύρω στα 900 μ.Χ.

Την περίοδο του παλιού σπαθιού, περίπου από τα 900 μ.Χ. μέχρι τα 1530, τα σπαθιά είχαν κλίση και γενικά ήταν τέλεια σκληρά. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, υπήρχαν πέντε σχολές κατασκευής σπαθιών, οι οποίες ήταν υπεύθυνες σχεδόν για το 90% της ολικής παραγωγής. Αυτές οι σχολές ήταν από τις επαρχίες του Μπίζεν, του Γιαμάτο, του Σόσου, του Μίνο και του Γιαμασίρο. Τα σπαθιά από τις διάφορες σχολές είχαν λίγες και μικρές αλλαγές μεταξύ τους και αυτό δημιουργούσε τη βάση για πολλές έντονες συζητήσεις από τους ειδικούς, σχετικά με τα πλεονεκτήματα της κάθε σχολής.

Η περίοδος του νέου σπαθιού διήρκεσε από το 1530 μέχρι το 1867. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου το σπαθί άρχισε να χάνει τη λειτουργική του αξία, καθώς ανακαλύφτηκε το μπαρούτι, και μίκρυνε το μέγεθος του στην κοφτερή άκρη περίπου δυο πόδια. Η τέχνη της κατασκευής σπαθιών άρχισε να παρακμάζει, αφού έδιναν μεγαλύτερη σημασία στην εμφάνιση παρά στην ποιότητα.

Η τελευταία περίοδος στην ιστορία του ξίφους ήταν η περίοδος του μοντέρνου σπαθιού, που άρχισε στα 1868 (περίοδος Σίντο). Σ' αυτή την περίοδο σταματάει το φεουδαρχικό σύστημα και χάνεται το κύρος των Σαμουράι. Οι σαμουράι απαγορευόταν να φορούν σπαθιά και έτσι οι κατασκευαστές σπαθιών έγιναν απλοί σιδηρουργοί. Αυτά τα σπαθιά ήταν συνήθως καλυμμένα ή επεξεργασμένα με χημικές ουσίες και δεν τα σκλήραιναν σύμφωνα με την παράδοση των παλαιοτέρων όπλων.

Ο πολεμιστής Σαμουράι πάντα θα φορούσε ένα ζευγάρι σπαθιών, ένα μακρύ και ένα κοντό, και ο συνδυασμός αυτός ονομαζόταν “ντάισο” (μακρύ-κοντό). Αν και οι άλλοι ευγενείς περιστασιακά μπορεί να είχαν ένα σπαθί, το ντάισο ήταν το αποκλειστικό δικαίωμα των Σαμουράι. Συνήθως αποτελείτο είτε από μια "κατάνα" και ένα "βακιζάσι", είτε απο ένα "τάτσι" και ένα "βακιζάσι". Το συνδυασμό τάτσι και βακιζάσι τον φορούσαν με πανοπλία και με συγκεκριμένη στολή της αυλής, ενώ την κατάνα και το βακιζάσι τα φορούσαν με καθημερινή ενδυμασία. Η βασική διαφορά μεταξύ των όπλων ήταν το μήκος τους. Ένα “τάντο” (ειδικό μαχαίρι που το είχαν μαζί με κάποιο ντάισο) είχε μια λαβή μικρότερη από το μήκος ενός “σάκου”, περίπου 25 πόντους.

Η λεπίδα ενός βακιζάσι είχε μήκος μεταξύ ενός και δυο σάκου, ενώ το μήκος του τάτσι και της κατάνα ήταν μεγαλύτερο από δυο σάκου. Η διαφορά μεταξύ ενός τάτσι και μιας κατάνα ήταν στον τρόπο που τα φορούσαν.

Η γνώση της αυθεντικότητας και της αξίας ενός σπαθιού-αντίκας είναι μια τέχνη, που χρειάζεται χρόνια μελέτης και πρακτικής, και θα ήταν προτιμότερο να συμβουλεύεστε έναν ειδικό σε κάθε αγορά, αν είσαστε συλλέκτης. Υπάρχουν παραδείγματα αρκετών Αμερικανών που είχαν στην κατοχή τους (μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο) κάποιο σπαθί σαμουράι αυθεντικής κατασκευής και συγχρόνως οικογενειακό κειμήλιο, με αποτέλεσμα η άξια του να το κάνει ενδιαφέρον ακόμα και για την Ιαπωνική Κυβέρνηση σαν πολιτιστική κληρονομιά. Πρόσφατα μάλιστα κάποιος Αμερικανός συλλέκτης αντάλλαξε ένα τέτοιο σπαθί με ένα πιστόλι παρόμοιας άξιας, και το σπαθί επιστράφηκε στην Ιαπωνική Κυβέρνηση. Το σπαθί αυτό ανήκε σε έναν από τους 47 Ρόνιν που εκδικήθηκαν το θάνατο του αφέντη τους Ασάνο το 1701 (εποχή του Σογκούν Τσουναγιόσι Τοκουγκάβα) εξαναγκάζοντας σε σεπούκου (χαρακίρι) τον υπεύθυνο για το θάνατο του Ασάνο φεουδάρχη Κίρα Κοζουκενοσούκε.


Στην ιαπωνική μυθολογία το πρώτο σπαθι το κατασκεύασε ο θεός Ιζανάγκι για να σκοτωσει το γιό του, το Θεό της Φωτιάς, ο οποίος όταν γεννήθηκε προκάλεσε τέτοιους πόνους στη μητέρα του Ινζανάμι, που εκείνη εγκατέλειψε το συζυγό της και κρύφτηκε στα έγκατα της γης. Το πρώτο αυτό σπαθί κατέληξε σε γυναικεία χέρια: στην κόρη του Ιζανάγκι και θεά του Ήλιου, Αματεράσα Ομικάμι, η οποία το παρέδωσε τελικά στον εγγονό της, Νινίγκι-νο Μικότο για να κυβερνήσει τη Γη.

http://www.remaliaclub.gr

Σπαθόβεργα – το ξύλινο όπλο των Κρητικών.


Η Σπαθόβεργα ή Σπαθοράβδι είναι ένα άγνωστο ξύλινο πολεμικό όπλο της Κρήτης. Είναι ένα αντικείμενο με το οποίο δεν έχουν ασχοληθεί λαογράφοι και επιστήμονες καθώς δεν υπάρχει  καμιά σχετική μελέτη για την προέλευση και την χρήση του στην Κρήτη.
Την ύπαρξη τέτοιου Κρητικού όπλου την αγνοούσα μέχρι το καλοκαίρι του 2009 όπου είδα μια σπαθόβεργα στην έκθεση ξυλογλυπτικής του Μυροδογιάννη στην Ελεύθερνα. Από τότε αποφάσισα να κάνω αυτή την μικρή έρευνα για αυτό το πρωτόγονο Κρητικό όπλο, το οποίο αποτελούσε το βασικό εξοπλισμό του απλού λαού στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη
Τα Ξύλινα Κρητικά Όπλα
Τα πρωτόγονα όπλα γενικά κάλυπταν άμεσες και επείγουσες ανάγκες. Τα αυτοσχέδια όπλα ήταν η επόμενη φάση της ανάπτυξης των οπλικών συστημάτων και φτιάχνονταν με υλικά που παρείχε η φύση. Είναι γεγονός ότι η χρησιμοποίηση του μετάλλου για την κατασκευή όπλων, ακολούθησε την ανακάλυψη της φωτιάς. Με την ανακάλυψη όμως αυτής και τη χρησιμοποίησή της για την επεξεργασία των μεταλλικών όπλων, τα λίθινα, κοκάλινα και ξύλινα όπλα ουσιαστικά αχρηστεύτηκαν.
Στην Κρήτη όμως παρέμειναν να χρησιμοποιούνται και στα νεότερα χρόνια ξύλινα όπλα, όπως η Χουρχούδα, η Σπαθόβεργα, η Χαχαλόβεργα ,η Κατσούνα. Τα αντικείμενα αυτά κατατάσσονται στα επιθετικά αγχέμαχα όπλα, δηλαδή αυτά που χρησιμοποιούνταν για μάχες σώμα με σώμα, όπως το ρόπαλο, το ξίφος και το δόρυ. Ορισμένα από τα παραπάνω προσαρμόστηκαν και εξελίχθηκαν με αποτέλεσμα να έχουν παράλληλες χρήσεις στην Κρήτη εκτός από την πολεμική.
Η Χουρχούδα είναι ουσιαστικά ο εκφυλισμένος απόγονος του ρόπαλου, το ποιο παλαιό και συνηθισμένο όπλο και χρησιμοποιούνταν για σκληρές πολεμικές δραστηριότητες, ενώ η συνήθης ειρηνική χρήση ήταν η στήριξη κάποιου φράχτη.
Η Χαχαλόβεργα είναι παραλλαγή από το δόρυ με ειρηνική χρήση την φορτοεκφόρτωση των υποζυγίων.
Η Κατσούνα είναι μια εξέλιξη των δύο παραπάνω όπλων η οποία χρησιμοποιείται επιπλέον ως εργαλείο σύλληψης των αιγοπροβάτων από το κεφάλι ή τα κέρατα και ως μέσο στήριξης στην διάβαση των βουνών της Κρήτης, ενώ συνεχίζει να χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα ως όπλο σε φιλονικίες.
Τα ξύλινα αυτά όπλα των Κρητικών είναι γνωστό ότι η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον ήταν στη Μάχη της Κρήτης.
Η Σπαθόβεργα είναι το μόνο όπλο που δεν συγγενεύει με τα παραπάνω καθώς δεν έχει ευθύγραμμο σχήμα ούτε φαίνεται να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάποια ειρηνική χρήση, πρόκειται λοιπόν για ένα αμιγώς πολεμικό αντικείμενο

Σπαθόβεργα – Μορφολογία
Η σπαθόβεργα είναι ότι ακριβώς λέει η λέξη, ένα ραβδί δηλαδή σε σχήμα σπαθιού. Είναι κατασκευασμένη συνήθως από χοντρό και σκληρό ξύλο και δεν έχει σταθερό μέγεθος. Έχει λαβή με εγκοπές (συνήθως) ώστε να εφαρμόζει απόλυτα στο χέρι του ιδιοκτήτη-χρήστη. Η πλευρά που βρίσκεται η κόψη είναι αρκετά αιχμηρή παρότι είναι ξύλινη και μπορεί να τραυματίσει σοβαρά άνθρωπο (κυρίως θραύση οστών, κρανίων κτλ.), αποτελώντας έτσι ένα επιθετικό όπλο στα χέρια του κατόχου της. Συνήθως η σπαθόβεργα έχει σκαλιστό παραδοσιακό διάκοσμο ανάλογα με το πόσο μερακλής είναι ο κάτοχος. Οι σπαθόβεργες που έχουν διασωθεί σήμερα έχουν όλες περίπου το ίδιο μοτίβο στην σχεδίαση ενώ δεν κάνουν όλα τα ξύλα για την κυρτότητα που απαιτείται για την κατασκευή της.
Με βάση το καμπυλότητα στο σχήμα τους, οι σπαθόβεργες μπορούμε να πούμε ότι βρίσκονται μορφολογικά  μεταξύ δύο μεταλλικών όπλων Ανατολικού τύπου, ποιο συγκεκριμένα μεταξύ του Τούρκικου γιαταγανιού και της Σπάθας των αγωνιστών του 1821. Είναι πιθανό η αρχική  μορφολογία της σπαθόβεργας να ήταν όμοια με τα ευθύγραμμα Βυζαντινά ξίφη και στην περίοδο της Τουρκοκρατίας να εξελίχθηκαν στην μορφή που έχουν διασωθεί.


Η Σπαθόβεργα στην Τουρκοκρατία
Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη ίσχυε απαγόρευση οπλοκατοχής και οπλοφορίας για τους  Χριστιανούς. Η προμήθεια όπλων ή μπαρουτιού ήταν δύσκολη επειδή οι Τούρκοι έλεγχαν τους θαλασσίους εμπορικούς δρόμους με μικρή εξαίρεση την περιοχή των Σφακίων. Ο σίδηρος και η τεχνολογία του ήταν απρόσιτη στον απλό Κρητικό αφού οι μαχαιροποιοί ήταν Τούρκοι εγκατεστημένοι στα αστικά κέντρα με αποτέλεσμα η προμήθεια μαχαιριών για τους Χριστιανούς να είναι ελεγχόμενη και ουσιαστικά απαγορευτική.
Εφόσον λοιπόν ο οπλισμός των κατοίκων ήταν ανύπαρκτος, υπήρχε ανάγκη να επινοηθούν όπλα από άλλα υλικά, Η γνώση της κατεργασίας και η χρήση του ξύλου για την κατασκευή διάφορων προβιομηχανικών εργαλείων όπως μηχανισμοί νερόμυλων, ρασσόμυλλων ,αλέτρια κτλ οδήγησε και στην κατασκευή υποτυπωδών όπλων όπως οι σπαθόβεργες.
Μαρτυρίες υπάρχουν (λίγες σχετικά) για την χρήση της σπαθόβεργας εναντίον των Τούρκων.
Ο Μυροδογιάννης μου επιβεβαίωσε ότι θυμάται γέρους της Ελεύθερνας να λένε για την χρήση της Σπαθόβεργας στο Αρκάδι. Ακόμα δυο περιπτώσεις αναφέρονται στο περιοδικό Κρητικό Πανόραμα, η μια είναι στην Σπηλιά Χανίων όπου ένας δάσκαλος Ψαρουδάκης σκότωσε με σπαθόβεργα σε καρτέρι τον Ιμπραήμ αγά και σε μια άλλη περίπτωση Ανωγειανοί χρησιμοποίησαν χουρχούδες και σπαθόβεργες στις μάχες του Σκλαβόκαμπου και της Επισκοπής.

Η παρουσία της Σπαθόβεργας στην Λαογραφία.
Η χρήση και η κατασκευή της σπαθόβεργας χάνεται στο παρελθόν χωρίς να γνωρίζουμε πότε ξεκίνησε να κατασκευάζεται και να χρησιμοποιείται. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε εάν στα αρχαία χρόνια χρησιμοποιούνταν τέτοιου είδος όπλο, πιθανόν όμως να υπήρχε κάποια παραλλαγή. Το μόνο που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι, ότι ως όπλο χρησιμοποιούνταν από τη Βυζαντινή εποχή μέχρι και την Τουρκοκρατία. Στην Κρήτη ήταν όλα τα χρόνια σε χρήση μέχρι το 1950 , ενώ στη συνέχεια πέρασε ως διακοσμητικό κυρίως αντικείμενο στα ορεινά χωριά.
Η παλιότερη αναφορά που υπάρχει βρίσκεται στο έπος του Διγενή Ακρίτα το 1200 μ.Χ. όπου αναφέρεται ως σπαθοράβδι.
« δύο κίγκλας τον κίγκλωσον και δύο εμπροσθελίνας ,
Και κρέμασε εις την  σέλλαν μου το ωραίον μου σπαθορράβδιν
Και θές βαρύ το μάσσημα ίνα γοργόν γυρίζη
Το θανείν ηρετίσαντο η γύγειν υπ εκείνου.
Κάκεινος επελάλησε , σύρνει το σπαθορράβδιν,
και πριν ελθειν τον στρατηγόν ουδέ εις υπελείφθη
τον μαύρον μου δυνατά, με δυο γίγκλες σφικτά και δυνατά ,
και βάλετον εμπροστελλίνες, και κρέμασε και το σπαθοράβδιν
και βάλε και τα ρέτενα δια να γυρίζει καλά»
Από το περιοδικό Κρητικό Πανόραμα
Μια άλλη αναφορά για την χρήση της σπαθόβεργας βρίσκουμε στο δρώμενο του «Κλήδονα» στα Βλαχοχώρια έτσι όπως καταγράφηκαν το 1900 και 1903 από τους Περικλή Παπαχατζή και Μάρκο Μπέζα  αντίστοιχα. Η καταγραφή αυτή για την συμβολική χρήση των ξύλινων σπαθιών σε μια τέτοια εθιμική εκδήλωση η οποία έχει πανάρχαιες ρίζες, μπορεί να στηρίξει την υπόθεση ότι η σπαθόβεργα χρησιμοποιούνταν στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο από τα αρχαία χρόνια.
«Όλη η παρέα επιτίθεται στα κορίτσια με τις γκαλιάτες και προσπαθεί να τις χαλάσει, αλλά οι κοπέλες προφυλάσσονται από άλλα αγόρια οπλισμένα με ξύλινα σπαθιά…
….Tραγουδώντας γεμίζουν τις γκαλιάτες τους με νερό, ενώ συνοδεύονται από δυο αγόρια με ξύλινες σπάθες,  που τις προφυλάσσουν από τα αγόρια άλλων παρεών, που συνήθως παραφυλάγουν στα σοκάκια για να τους «χαλάσουν» τις γκαλιάτες….»
Μια ακόμη αναφορά σε σπαθόβεργα βρίσκουμε στην Τουρκική λαογραφία όπου ο μύθος λέει ότι η πτώση της Πόλης το 1453 οφείλεται στην βοήθεια ενός θεόπεμπτου ξύλινου σπαθιού.
«Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης, ο Θεός έστειλε έναν άγγελο να παραδώσει ένα ξύλινο σπαθί στον αυτοκράτορα. Ο άγγελος ήταν ένας άγιος ασκητής που ονομαζόταν Αγάπιος, ο οποίος έσπευσε στο παλάτι να εκπληρώσει θεία αποστολή του. «Άρχοντα μου», είπε στον αυτοκράτορα, «εδώ είναι ένα σπαθί που αποστέλλεται από το Θεό για να εξοντώσετε τους εχθρούς σας, τους Τούρκους» Όταν αυτοκράτορας είδε ότι ήταν κατασκευασμένα από ξύλο θυμωμένος αναφώνησε: «Τι πρόκειται να κάνει ένα ξύλινο σπαθί αφού έχω το θαυμάσιο ξίφος του ένδοξου Δαβίδ, του πατέρα του Σολομώντα, που είναι σαράντα πήχεις μακρύ»; Έδιωξε  τον μοναχό και αυτός, θυμωμένος, πήγε για να παρουσιάσει το σπαθί του στο Σουλτάνο Μωάμεθ ο οποίος το δέχθηκε ευχαρίστως. Χάρη σε αυτό το ξύλινο σπαθί ο Μωάμεθ κατάφερε να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη….»
“Folklore de Constantinople” H. Carnoy und J. Nicolaides Paris, 1894
Ξύλινα όπλα σε άλλους λαούς
Η χρήση ξύλινων όπλων που έχουν παρόμοια μορφή ή χρήση με την σπαθόβεργα.
απαντάται και σε άλλους λαούς της Γης
Στις Φιλιππίνες στην πόλη Butuan έχουν βρεθεί ξύλινα σπαθιά τα οποία χρησιμοποιούνταν ως όπλα ή για εκπαίδευση σε κάποια πολεμική τέχνη.
Στην Ισπανία υπάρχει μια ξύλινη βέργα που χρησιμοποιείται στην περιοχή των Βάσκων και ονομάζεται Makila . Το μπαστούνι Makila πιθανολογείται ότι εμφανίστηκε στην περιοχή την περίοδο του Μεσαίωνα. Χρησιμοποιείται από τους βοσκούς ως όπλο καθώς και στην καθοδήγηση των κοπαδιών και στην προστασία από τους λύκους. Χρησιμοποιείται επίσης από πεζοπόρους και κυνηγούς ως βοήθημα βάδισης στις Βασκικές περιοχές καθώς και σε παραδοσιακούς χορούς. Ουσιαστικά το Βασκικό μπαστούνι Makila είναι το αντίστοιχο της Κρητικής κατσούνας ως προς την χρήση.
Στα Κανάρια νησιά υπάρχει μια παραδοσιακή πολεμική τέχνη (Juego del Palo) και μια παρόμοια στην Πορτογαλία (Jogo do pau) που ασκείται με ξύλινες ράβδους περίπου δύο μέτρων. Αυτές οι πολεμικές τέχνες με την χρήση ξύλινων ράβδων έχουν εμφανιστεί από το 1400 μ.Χ. στην περιοχή και έχουν ομοιότητες με τις πολεμικές τέχνες στις Φιλιππίνες. Λέγεται ότι η συγκεκριμένη πολεμική τεχνική, αναπτύχθηκε όταν τα καράβια των θαλασσοπόρων έφθασαν στην Κούβα. Οι Κουβανοί είχαν άνεση στην χρήση του μαχαιριού επειδή το χρησιμοποιούσαν στην κοπή του ζαχαροκάλαμου και το μόνο όπλο που μπορούσε να τους κρατήσει μακριά από τον αντίπαλο και να τους νικήσει ήταν αυτή η πολεμική τέχνη με την ξύλινη ράβδο.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις στην εμφάνιση της σπαθόβεργας στην Κρήτη από τα ξύλινα όπλα άλλων λαών. Αυτό είναι δουλειά των Εθνογράφων και ξεφεύγει από τα όρια αυτής της έρευνας.


Μυροδογιάννης – Ο τελευταίος τεχνίτης Σπαθόβεργας.
Ίσως να είναι ο τελευταίος σκαλιστής ο  86χρονος Γιάννης Νικολουδάκης (Μυροδογιάννης) από την Ελεύθερνα που έχει απομείνει να κατασκευάζει σπαθόβεργες στην Κρήτη. Την πρώτη του σπαθόβεργα την απόκτησε το 1943 από ένα βοσκό του Ψηλορείτη, τον Πατακομανόλη από τα Λειβάδια, και την αντάλλαξε με ένα αρνί τότε..
Σήμερα ο Μυροδογιάννης κατασκευάζει σπαθόβεργες από ξύλα Ασφένταμου και Πρίνου κρατώντας σαν πρότυπο στο σχήμα και το διάκοσμο από την παλιά σπαθόβεργα που έχει διατηρήσει μέχρι σήμερα.

Κλείνοντας αυτή την μικρή έρευνα νομίζω ότι πρέπει να γίνει μια κανονική μελέτη από λαογράφους και εθνογράφους σχετικά με τα αυτοσχέδια Κρητικά όπλα. Μόνο δύο δημοσιογραφικές έρευνες έχουν γίνει σχετικά με τα Κρητικά όπλα, από τον Ευτύχη Τζιρτζιλάκη, μια για τη Σπαθόβεργα στο περιοδικό Κρητικό Πανόραμα και άλλη μια για το Κρητικό μαχαίρι την οποία βρήκα στην Άγονη Γραμμή. Για λόγους δεοντολογίας πρέπει να αναφέρω ότι το αφιέρωμα στο Κρητικό Πανόραμα αποτέλεσε τον βασικό οδηγό για αυτή την δημοσίευση.
Πηγές – Βιβλιογραφία
Περιοδικό Κρητικό Πανόραμα τευχ 34 Οκτώβριος Νοέμβριος 2009 Τζιρτζιλάκης Ευτύχης
Εφημερίδα Ρέθεμνος Ιούλιος 2009
Περιοδικό Κοντυλίες Νοέμβριος Δεκέμβριος 2009 Τζιράκης Μανόλης
Ιστολόγιο Άγονη Γραμμή http://agonigrammi.wordpress.com «ΚΡΗΤΙΚΟ μόνο κατ΄ όνομα ΜΑΧΑΙΡΙ» Τζιρτζιλάκης Ευτύχης
Ιστοσελίδα http://www.ekataios.gr/ «Ο Κλήδονας στους Βλάχους: η μετατροπή ενός δρωμένου σε πανηγύρι»
Ιστοσελίδα http://www.vikingsword.com «Ethnografic Arm & Armour forum – The wooden fighting sword-sticks of Crete»
Ιστοσελίδα http://forum.axishistory.com «The Siege and Fall of Constantinople»
http://agonigrammi.wordpress.com
ΠΗΓΗ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα