Για να γράψω ένα κείμενο πρέπει κάτι να μου συμβεί, κάτι που θα ταράξει για λίγο τοίζημα της καθημερινότητας.
Πιο έντονη επιθυμία, ανάγκη αδήριτη, προκαλεί η ψυχική αναταραχή. Η οργή και ο θυμός, η αγανάκτηση, η θλίψη, ο πόθος κι η ευτυχία, φτιάχνουν λέξεις και ιδέες που ζητούν να γραφτούν.
Αν ήμουν χορευτής θα τις χόρευα αυτές τις λέξεις, αλλά δυστυχώς με τον χορό ποτέ δεν τα πήγαινα καλά -γι’ αυτό και ζηλεύω τους χορευτές.
Το συναίσθημα, όταν το νιώθεις να φουσκώνει μέσα σου, πρέπει να το εκφράσεις. Ο Μπάιρον, ο ποιητής, όχι ο λόρδος, έλεγε ότι η ποίηση είναι η λάβα της ψυχής του. Αν δεν έγραφε θα γινόταν έκρηξη (παρεμπιπτόντως, ο Μπάιρον έχει διαγνωστεί απ’ τους μελετητές του ως διπολικός).
Όταν γράφεις γι’ αυτά που νιώθεις ησυχάζει λίγο η ψυχή σου, το θυμικό σου, σαν να βγαίνεις στο μπαλκόνι και να ουρλιάζεις ή να βρίζεις ή να φωνάζεις «αγαπώ την …»
Όταν μοιράζεσαι ξεφορτώνεσαι. Είτε μιλάς στον ψυχαναλυτή, στον εξομολογητή, στον φίλο, στον μπάρμαν, είτε όταν γράφεις στον τοίχο.
Αλλά πρέπει να νιώθεις για να έχεις κάτι να μοιραστείς.
~~
Άλλες φορές είναι η σκέψη που με οδηγεί στη γραφή. Κάποιες ιδέες που με προβληματίζουν. Γράφοντας ‘τες τις βάζω σε μια σειρά, καταφέρνω να τις κατανοήσω λίγο καλύτερα.
Τον προβληματισμό τον γεννούν τα βιβλία, οι όμορφες συζητήσεις με φίλους (όχι το κουτσομπολιό), οι ταινίες, τα τραγούδια και τυχαία περιστατικά.
Οι ιδέες, σε αντίθεση με τα συναισθήματα, δεν είναι τόσο πιεστικές. Δεν θα βγεις ποτέ στο μπαλκόνι να φωνάξεις: «Μήπως η ομοιότητα οδηγεί στην διαφοροποίηση;»
Εκτός κι αν σκεφτείς κάτι πραγματικά εντυπωσιακό, οπότε ίσως βγεις γυμνός στους δρόμους φωνάζοντας: «Εύρηκα!»