Συλλογή καταγραφή Ηλίας Τουτούνης
Ο Γιαννάκος, ένα παιδί κάπου στα δεκαεπτά με δεκαοχτώ χρονώνε, ψηλός μαυρομάτης με μαύρα σπαστά μαλλιά και με δυνατά μπράτσα σαν σκιζάρια πετάγανε τις νεύρες από την δύναμη και την παλικαριά του.
Ήτανε ένα παιδί αρφανό χωρίς μάνα και πατέρα, τον βρήκε μια γυναίκα, η Κυπαρίσσω, στην κάτου βρύση του χωριού ακουμπισμένο στην ρίζα μια ιτιάς διπλωμένο με μια παλιά μεσάλα μέσα σ’ ένα ματαράτσι. Έσκουζε από την πείνα, ήτανε δεν ήτανε σαραντισμένο. Ευτυχώς που δεν έκανε κρύο και δεν ξεπάγιασε κοντά στο νότισμα της βρύσης. Η Κυπαρίσσω, το μάζωξε και το πήρε και μαζί με τα τρία δικά της στο φτωχικό κονάκι τους.
- Άνδρα μου, ο Θεός μας το έστειλε μαζί με τα δικά μας και τούτο. Τι τρία, τι τέσσερα, ψυχούλα είναι κι αυτό, δεν πρέπει να το αφήκουμε στην μαύρη του την μοίρα.
Ο Αντρίκος, δεν έφερε καμιά μα καμιά αντίρρηση, ίσα- ίσα που το καλοδέχθηκε στο φτώχικό του και το μάζωξε με αγάπη.
Ούλο το χωριό, τότενες, προσφέρθηκε να κουμπαριάσουνε με τον Αντρίκο γιατί ήτανε καλός άνθρωπος και αυτό που έκαμε, με το να συμμαζώξει το βρετό παιδάκι, ο κόσμος τον είχε στα όπα- όπα. Μετά από κάνα δυο μήνους, το βάφτισε και το ’βαλε Γιάννη, επειδής τον βρήκε παραμονές του Αγιανιού του Ριγανά. Ο Γιαννάκος, μεγάλωσε μαζί με τα άλλα παιδιά και τώρα έγινε κοτζάμ άντρουλας. Ποιος το περίμενε, ένα παιδί βρετό να γίνει το καλλίτερο και το ομορφότερο στο χωριό.
Όλα πηγαίνανε μέχρι τότε, μέλι γάλα με τα παιδιά των θετών γονιών και με τα παιδιά του χωριού.
Μια ημέρα, όμως, ήρθε και άλλαξε την μοίρα του Γιαννάκου και όλου του χωριού.