Δηλαδή θα χαλούσε η πασχαλινή παράδοση αν αντί για γαρδουμπάκια, έτρωγες ρεβυθοκεφτέδες και αν αντί για μαγειρίτσα με συκωτάκια έτρωγες μαγειρίτσα με μανιτάρια; Τέτοιες ανορθόδοξες σκέψεις κάνει η Νίκη Χάγια.
Μεγάλωσα στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού μου σε μία προσφυγική πολυκατοικία στην Καισαριανή. Το ψυγείο ήταν πάντα γεμάτο, ο φούρνος μονίμως αναμμένος και σχεδόν κάθε Κυριακή είχαμε το οικογενειακό τραπέζι, από το οποίο δεν έλειπε τίποτα. Τυριά, αλλαντικά, σαλάτες, πατάτες, κρέας, μακαρόνια, τζατζίκι. Όλα ήταν εκεί, τοποθετημένα σε μικρά και μεγάλα οβάλ λευκά πιάτα με μία λουλουδένια μπορντούρα γύρω γύρω. Ήταν το γαμήλιο σερβίτσιο της.
Η γιαγιά μου ήταν ένα από τα έξι παιδιά της οικογένειάς της. Έζησε την κατοχή του 40, τα Δεκεμβριανά, τη Χούντα. Στις ιστορίες που μας έλεγε από την παιδική της ηλικία σχεδόν πάντα θα υπήρχαν μέσα οι λέξεις μπομπότα, πείνα και πόλεμος. Για να καταφέρει να επιβιώσει η φαμίλια της, εκείνη δεν πήγε σχολείο και κάθισε σπίτι να μεγαλώσει τους δύο μικρότερους αδερφούς της, τον θείο Ηλία και τον θείο Κώστα. Ήταν η γυναίκα, που μέσα στην ψωμιέρα της θα έβρισκες ψωμί τριών ημερών φυλαγμένο. Ήταν η γυναίκα, που θα μπορούσε να φάει για όσες μέρες χρειαστεί το ίδιο φαγητό προκειμένου να μην το πετάξει. Ήταν η γυναίκα που μου έμαθε πως με ένα φακελάκι τσάι μπορείς να φτιάξεις τέσσερα φλιτζάνια για να σερβίρεις.