
Είτε νομίζεις ότι μπορείς, είτε νομίζεις ότι δεν μπορείς, έχεις δίκιο.
Henry Ford
Henry Ford
Ο Ρόκι Λάϊονς, γιος του Μάρτι Λάϊονς, ήταν πέντε χρονών όταν βρισκόταν με τη μητέρα του, την Κέλι, στο αυτοκίνητο τους που διέσχιζε την αγροτική Αλαμπάμα. Κοιμόταν στο μπροστινό κάθισμα του μικρού φορτηγού, με τα πόδια του στην ποδιά της μητέρας του.
Καθώς εκείνη οδηγούσε προσεκτικά στον γεμάτο στροφές, με δυο μόνο λωρίδες κυκλοφορίας, δρόμο, έστριψε και μπήκε σε μια στενή γέφυρα. Την ίδια στιγμή, το αυτοκίνητο έπεσε σε μια λακκούβα και γλιστρώντας, βγήκε από το δρόμο και ο μπροστινός δεξιός τροχός βρέθηκε σ’ ένα αυλάκι. Από φόβο μήπως το φορτηγάκι πέσει κάτω από τη γέφυρα, επιχείρησε να το επαναφέρει στη μέση του δρόμου, πατώντας γερά το γκάζι και γυρίζοντας το τιμόνι προς τα αριστερά. Αλλά τα πόδια του Ρόκι βρέθηκαν ανάμεσα στα δικά της και στο τιμόνι κι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου.
Καθώς εκείνη οδηγούσε προσεκτικά στον γεμάτο στροφές, με δυο μόνο λωρίδες κυκλοφορίας, δρόμο, έστριψε και μπήκε σε μια στενή γέφυρα. Την ίδια στιγμή, το αυτοκίνητο έπεσε σε μια λακκούβα και γλιστρώντας, βγήκε από το δρόμο και ο μπροστινός δεξιός τροχός βρέθηκε σ’ ένα αυλάκι. Από φόβο μήπως το φορτηγάκι πέσει κάτω από τη γέφυρα, επιχείρησε να το επαναφέρει στη μέση του δρόμου, πατώντας γερά το γκάζι και γυρίζοντας το τιμόνι προς τα αριστερά. Αλλά τα πόδια του Ρόκι βρέθηκαν ανάμεσα στα δικά της και στο τιμόνι κι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου.
Το φορτηγάκι κατρακύλησε στον γκρεμό, έξι μέτρα ύψος. Με το χτύπημα που έκανε κάτω, ο Ρόκι ξύπνησε. «Τι έγινε μαμά;» ρώτησε. «Οι ρόδες μας βλέπουν προς τον ουρανό».
Η Κέλι είχε τυφλωθεί από το αίμα. Ο μοχλός των ταχυτήτων την είχε χτυπήσει στο πρόσωπο και της το έσκισε από το χείλος μέχρι το μέτωπο. Τα ούλα της ήταν επίσης σκισμένα, τα μάγουλα της κατακρεουργημένα, οι ώμοι της σπασμένοι. Μ’ ένα θρυμματισμένο κόκαλο να προβάλλει από τη μασχάλη, είχε καθηλωθεί πάνω στη στραπατσαρισμένη πόρτα.
«Θα σε βγάλω από δω, μαμά», της είπε αποφασιστικά ο Ρόκι που, σαν από θαύμα, δεν είχε τραυματιστεί. Τραβήχτηκε πίσω από το σώμα της μητέρας του, που ήταν πεσμένο πάνω του, βγήκε από το ανοιχτό παράθυρο και προσπάθησε να σύρει τη μητέρα του έξω. Αλλά εκείνη δεν κινήθηκε. «Άφησε με να κοιμηθώ», μουρμούρισε η Κέλι που έχανε και ξανάβρισκε τις αισθήσεις της. «Όχι, μαμά», επέμεινε ο Ρόκι. «Δεν πρέπει να κοιμηθείς».











