
Ήταν κάποτε ένας Βασιλιάς σκληρός και πολεμοχαρής• του άρεσαν οι μάχες, δίψαγε για λάφυρα, κι ήθελε χρόνο με το χρόνο τα σύνορα της χώρας του να μεγαλώνει.
Ποτέ του δε γέλαγε, τα χείλη του σφιχτά, τα μάτια του άγρια και τραχιά σαν τις παλάμες του χωριάτη. Ή, αν το θες καλύτερα να καταλάβεις, σαν ακρογιάλι στρωμένο από βότσαλα. Δοκίμασες ποτέ ξυπόλητος σε τέτοιο ακρογιάλι τη θάλασσα να φτάσεις; Σίγουρα θα πληγωθείς. Έτσι πλήγωνε κι ο Βασιλιάς το κάθε τι που ήταν γύρω του.
Μονάχα ένα πράγμα τον έκανε τα χείλη χαλαρά για λίγο ν’ αφήσει, το βλέμμα να μερέψει και μια υποψία χαμόγελου στο πρόσωπό του να φανεί.
Το καναρίνι μέσα στο χρυσό κλουβί.
Το καναρίνι με τη γλυκιά φωνή. Θεέ μου, πόσο σε μάγευε σαν τραγουδούσε!
Κάθε που ο Βασιλιάς έφτανε στο παλάτι γεμάτος αίματα από τις μάχες τις πολλές, αξύριστος, με καινούργιες ουλές και τραύματα, δεν πήγαινε να κάνει το λουτρό του, να φάει και να ξαπλώσει όπως θά ’κανε κάθε κουρασμένος, αλλά πήγαινε ν’ ακούσει το κελάηδισμά του.
Μια φορά, το λοιπόν, γυρνώντας απ’ τον πόλεμο, έτρεξε γρήγορα γρήγορα στη μεγάλη σάλα ν’ ακούσει το καναρίνι να τραγουδά. Όμως το καναρίνι ήταν νεκρό μες στο κλουβί του. Αγρίεψε, ούρλιαξε ο Βασιλιάς, λες κι ορδές εχθρών τον είχαν κυκλώσει. «Υπηρέτες, φρουροί, αυλικοί, ποιος φταίει γι’ αυτό;;;».
Έντρομο όλο το παλάτι μαζεύτηκε γύρω του. Κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει, να πει έστω μία δικαιολογία, ή ένα «δε γνωρίζω, Βασιλιά».
Ώσπου έξαφνα μια θαρραλέα φωνή ακούστηκε. «Βασιλιά μου! Βασιλιά μου!». Ήταν ο σοφός του παλατιού που στεκόταν δίπλα στο μάγο. Ο σοφός κατευθύνθηκε προς το κλουβί, άνοιξε το πορτάκι του κι έβγαλε έξω τη μία από τις δύο ταΐστρες. «Να, κάτι γράφει εδώ, κάτι είναι σκαλισμένο απ’ το ραμφάκι του καναρινιού, δες μόνος σου Βασιλιά μου, είμαι γέρος και δεν καλοβλέπω τόσο ψιλή γραφή!». Ο Βασιλιάς πήρε την ταΐστρα στα χέρια του και διάβασε αυτό που έγραφε. Τι έγραφε;
Εσύ!!!
«Εσύ, εσύ, εσύ», έλεγε και ξανάλεγε μονολογώντας, την οργή τώρα στο πρόσωπό του την είχε διαδεχθεί η θλίψη.
«Είναι και κάτι ακόμη», ακούστηκε ο μάγος. Γέρος κι αποκρουστικός στην όψη, με μια φωνή που σ’ έκανε να τρέμεις με τη βαθιά βραχνάδα της, κίνησε προς το κλουβί, έβγαλε τη δεύτερη ταΐστρα και την περιεργάστηκε με προσοχή.
«Βασιλιά μου, τι περίεργο κι αυτό! Εδώ σε τούτη την ταΐστρα με ψιλή γραφή σε γλώσσα ξεχασμένη, που ξέρουν μόνο μάγοι και αποκρυφιστες, λέει τα υλικά και τον τρόπο για να κάνεις το αρχαίο ξόρκι που ζωντανεύει τους νεκρούς!
Κι έτσι ξεκινά το μοναχικό ταξίδι του Βασιλιά μας. Έντεκα χρόνια ταξίδευε για να βρει τα υλικά που έπρεπε να φέρει στο μάγο για να κάνει το ξόρκι, έχοντας μοναδική βοήθεια ένα ραβδί κι ένα χάρτη να τον κατευθύνει στο πού θα πάει.
Περπατούσε και ρωτούσε αν πάει καλά για τη σπηλιά του φόβου! Εκεί έπρεπε να περάσει τρεις ολόκληρες μέρες και τρεις νύχτες μέσα στο σκοτάδι, αντιμετωπίζοντας τρομερά οράματα. Εκεί είδε τους εχθρούς του ενωμένους να τον κυκλώνουν. Είδε ένα σπαθί να πέφτει με ορμή επάνω στο λαιμό του. Είδε τον εαυτό του γέρο κι ανήμπορο χωρίς τη δύναμη της νιότης. Είδε και το χρυσό κλουβί άδειο παντοτινά να μένει. Κι όσο προχωρούσε, τόσο τα μάτια του έβλεπαν καλύτερα, τόσο το φως δυνάμωνε. Τελικά βρήκε την έξοδο και λίγο πιο κάτω ένα μελίσσι. Μάζεψε κάμποσο μέλι για το ξόρκι κι έφαγε κιόλας για να πάρει δύναμη.
Κι όλο πήγαινε, κι όλο τραβούσε για την κοιλάδα των αναμνήσεων, και τελικά τη βρήκε. Άρχισε να την περπατάει. Έπρεπε να την περάσει δίχως πισωγύρισμα σε τρεις ημέρες και τρεις νύχτες.