Μη κρίνεται, είπε Εκείνος. Μα ποιος τον άκουσε ?
Πότε μπήκαμε στην διαδικασία να αναρωτηθούμε, γιατί ?
Γιατί να μην κρίνουμε ?
Για να μην κριθούμε, θα ακούσεις να λένε μερικοί άνθρωποι. Και επειδή ο άνθρωπος έχει την ιδιότητα να κάνει πάντα άλλο απ’ αυτό που θα του πουν, πίστεψε ότι μπορεί αν κρίνει και να αξιολογεί. Για να πάει κόντρα, για να κάνει επανάσταση.
Ποια επανάσταση λοιπόν, όταν μέσα από το κρίνω και αξιολογώ, έχουμε μπει μέσα σε τσιμεντένια σώματα.
Τα σώματά μας είναι γεμάτα από ένα αόρατο «τσιμέντο» το οποίο είναι τόσο βαρύ και ασήκωτο που δεν μας επιτρέπει να κινηθούμε.
Το τσιμέντο αυτό δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη. Χρειαστήκαμε χρόνια για να το «χτίσουμε», έτσι δεν το νιώθουμε. Έχουμε αποκτήσει μία οικειότητα με αυτό το οικοδόμημα.
Το μη κρίνεται για να μην κριθείτε λοιπόν, όχι δεν είναι από τον Θεό, που του πάμε κόντρα, λες και τον έχουμε άχτι.
Το μη κρίνεται είναι για μας τους ίδιους. Σε εμάς επιστρέφει όλο αυτό το κριτικό φορτίο. Ότι κρίνουμε και αξιολογούμε έρχεται να βιωθεί πάλι από μας για μας.







