
Καθοδεύουμε προς έναν άγνωστο τόπο έξω απ’ τον χωρόχρονο ακολουθώντας τα χνάρια του Αρχέγονου¹, με προορισμό τον κυκεώνα² της μνημοσύνης³ μέσα στον οποίο περιδινίζονται οι εγκόσμιες μορφές⁴. Σμίγουμε εγερθέντες⁵ στο βαθύ ενύπνιο, εκεί όπου το νυκτιφαές φως⁶ αγκαλιάζει εκστατικά το αισθητό⁷ σκότος, ξετυλίγοντας τον ιστό⁸ ενός έξυπνου⁹ αινίγματος. Είμαστε φευγαλέες σκιές που νοσταλγούν να αντικρίσουν ολόκληρα τα απλά, ατρεμή και ευδαίμονα φάσματα¹⁰ του νου, μέσα από τις μορφοπλασματικές εικόνες που χορεύουν μέσα στην ορχήστρα¹¹ του ενκεφάλου¹² μας. Είμαστε ειδωλικές¹³ αντανακλάσεις του αυτόζωου¹⁴ που ενορχηστρώνει το υποσελάνιο¹⁵ ολόγραμμα¹⁶ μέσα στο οποίο βυθιζόμαστε και μέσα από το οποίο αναδυόμαστε, εκλάμψεις¹⁷ που συνθέτουν την μεγάλη φωτιά¹⁸. Χορονοούμε¹⁹ σαν τέκμορες²⁰ το άπειρο περιφερόμενοι γύρω από τον κρατήρα²¹ των ψυχών, λησμονώντας πως όλα όσα υπάρχουν είναι οι νοήσεις ενός νου που νοεί τον εαυτό²² του. Όλοι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν, που γεννιούνται και που θα γεννηθούν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά διαφορετικές όψεις του αρχέγονου. Το Αρχέγονο είναι το αιώνιο παιδί²³, που πίσω από τα πύρινα μάτια²⁴ του εποπτεύει την άρρητη ακεραιότητα της Νύχτας²⁵.
Αμέτρητοι καθρέφτες αντανακλούν την νόησή του στην αέναη περιφορά τους, καθώς άπειροι συνδυασμοί αριθμών τρέχουν πίσω από τα μάτια του. Ατάραχο ατενίζει τον μορφογενετικό²⁶ Ωκεανό να κινείται, αναδύοντας μέσα από τους αφρούς²⁷ της εφήμερες μορφές που επιστρέφουν²⁸ στον αρχέγονο εαυτό τους, στο άχρονο και άχωρο σημείο όπου το ουδέν αγκαλιάζει εκστατικά το άπειρο. Μέσα από ένα παράλληλο διάκοσμο²⁹ προβάλλονται σαν θέατρο σκιών οι κόσμοι μαζί με τις εκδηλωμένες υπάρξεις τους, στο μεταίχμιο³⁰ που σμίγουν η ματαιότητα και η πληρότητα, μέσα στα σπλάχνα της μέλανας μήτρας του σύμπαντος. Εισχωρούμε νοερά μέσα στην μητρική κι ερωτική αγκαλιά του αρχέγονου, η οποία έλκει τις επιμέρους υπάρξεις στην αδιαίτερη ενότητά του, εκεί όπου κάθε είδωλο ομορφιάς χάνει την αξία του μπροστά στην εκτυφλωτική Ιδέα του αρχέτυπου Κάλλους³¹. Η πρωταρχική ομορφιά δεν εκδηλώθηκε και δεν απωλέσθηκε ποτέ, παραμένοντας αείζωη μέσα στο ανέγγιχτο άβατο του απείρου, μέσα απ’ το οποίο εκπορεύεται η κάθε δυνατότητα³² και η κάθε ετερότητα³³,
στο αισθητό σκότος³⁴.