
Όταν έφτασε μπροστά στον μεγάλο φράχτη είχε περάσει μία. Η γειτονιά κοιμόταν, ίσως να ήταν ακόμα μια δυο παρέες στις καφετέριες στην πλατεία αλλά το σπίτι ήταν μακριά, η κίνηση προς τα εκεί είχε σταματήσει ώρες νωρίτερα.
Τα σκυλιά τον είχαν μυριστεί, αλλά τα ταΐσματα με κόκαλα εδώ και κάμποσο καιρό είχαν πιάσει κόπο. Τον περίμεναν και με το που τον είδαν κούνησαν την ουρά τους. Τους πέταξε πάλι κάτι να τα απασχολήσει και έβγαλε τον κόφτη.
Τα σκυλιά τον είχαν μυριστεί, αλλά τα ταΐσματα με κόκαλα εδώ και κάμποσο καιρό είχαν πιάσει κόπο. Τον περίμεναν και με το που τον είδαν κούνησαν την ουρά τους. Τους πέταξε πάλι κάτι να τα απασχολήσει και έβγαλε τον κόφτη.
Το συρματόπλεγμα ήταν πίσω από τις πρασιές που περιτριγύριζαν το σπίτι. Οι πράσινοι καλλωπιστικοί θάμνοι ήταν για μόστρα, από πίσω υπήρχε ψηλός πέτρινος φράχτης και πάνω του μισό μέτρο συρματοπλέγματα σε τέσσερις σειρές. «Για τους κλέφτες» έλεγαν, «τα κάγκελα τα καβαλάνε». Είχε κλέφτες πράγματι στην περιοχή, την είχαν ρημάξει τα τελευταία χρόνια, αλλά αν κάποιος ήθελε να μπει, έμπαινε. Όπως κι αυτός. Στη γειτονιά έλεγαν το σπίτι «οχυρό», τους κουτσομπόλευαν ότι κάτι είχαν, ίσως κάποιο φυλαγμένο θησαυρό. Τα ήξερε αυτά ο άντρας της, τα άκουγε, επέμενε για κάγκελα ψηλά όπως υπήρχαν κι αλλού, αλλά τελικά πέρασε το δικό της. Όπως πάντα.




