Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Οι 12 Μήνες


Το παραμύθι με τους 12 μήνες και την καλή χήρα λέγεται σ’ όλη την Ελλάδα, πάντα στην αρχή τού χρόνου. Είναι παραμύθι γεμάτο καλοσύνη και ανθρωπιά πού την συναντάει κανείς όταν προσφέρει αγάπη.
Από περιφέρεια σε περιφέρεια υπάρχουν μικρές παραλλαγές.Εμείς όμως θα το πούμε στη γενική του μορφή, έτσι όπως πρωτοειπώθηκε,προσθέτοντας μερικά λαογραφικά στοιχεία.
Τα παλιά τα χρόνια, την παραμονή τής Πρωτοχρονιάς μαζεύονταν όλη η οικογένεια γύρω από το τζάκι, πού έκαιγε το κούτσουρο τού Χριστού και περίμεναν να έρθει ο καινούργιος ο χρόνος, κάπως διαφορετικά πό σήμερα.
Η νοικοκυρά έφερνε τη βασιλόπιττα, ζυμωμένη με στάρινο αλεύρι και στολισμένη με κεντήδια, φτιαγμένα με το πιρούνι. Αυτή η Βασιλόπιττα ήταν χωρισμένη με ένα σταυρό από καρύδια, σε 4 μέρη. Στο ένα ήταν κεντημένη η Γή με τα στάχυα και τα λουλούδια, κι αυτό το μέρος προσφερόταν στην γεωργία. Το άλλο ήταν χαρισμένο στα ζωντανά πού βοηθούσαν τον χωρικό στις δουλειές του, το τρίτο, στα παιδιά πού ήταν το αύριο και το τέταρτο στο σπίτι πού έκλεινε μέσα το Θεό και την οικογένεια.
Ο νοικοκύρης έπαιρνε τη Βασιλόπιττα, τη σταύρωνε 3 φορές, τη σήκωνε στην ανατολή κι ύστερα την κυλούσε 3 φορές στο δωμάτιο• όλοι εύχονταν «χρονιά ευτυχισμένη κι ίσα» να μη πέσει η πίττα ανάποδα. Ώσπου να γίνουν όμως αυτά, ο παππόύς άρχιζε ένα παιχνίδι με τούς μήνες. Έπρεπε, γρήγορα, όποιον μήνα φώναξε, οι άλλοι ν’ απαντήσουν μ’ ένα τραγούδι ή παροιμία. Έτσι άρχιζε:
- Γενάρης !
- «Γενάρης,μήνας τού Χριστού, κι Αρχιμηνιά τού χρόνου»,τού απαντούσαν.
- Φλεβάρης !
- «Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίζει, του καλοκαιριού μυρίζει. Κι αν ανοίξει τις φλέβες του, τρεχάτε να κρυφτήτε».
- Μάρτης ! φωνάζει πιό δυνατά
Επειδή ο Μάρτης, ήταν παλαιότερα, ο πρώτος μήνας τού χρόνου κι όταν άλλαξε η πρωτοχρονιά, του κακοφάνηκε και κατσούφιασε, έλεγαν:
- «Μάρτης είναι, νάζια κάνει.........πότε κλαίει και πότε γελάει».
- Απρίλης !
- « Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα», απαντούσαν.
- Μάης ! συνέχιζε ο γέροντας.
- «Τώρα Μαγιά, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι, τώρα ομορφαίνουν τα κλαδιά και βγάζει η γής λουλούδια», τραγουδούσαν.
- Ιούνιος !
- «Θερίζετε, θερίζετε», λέει ο τζίτζικας «δώσε και με τον κόπο μου ».
- Ιούλιος !
- «Η δουλειά τού γεωργού, στ’ αλώνι φαίνεται».
- Αύγουστος !
- «Αύγουστε καλέ μας μήνα να’σουν 2 φορές το χρόνο».
- Σεπτέμβρης !
- «Τού Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε».
- Οκτώβρης !
- «Χειμώνας και χινόπωρο, αντάμα τρών’ και πίνουν, αντάμα έχουν τα άλογα στον πλάτανο ζεμένα».
- Νοέμβρης !
- « Στις 30 τ’ Άη Αντρός, αντριεύθεται ο βοριάς».
- Δεκέμβρης ! τελείωνε κι έκανε το σταυρό του.

- «Χαρά στη γέννα τη στεγνή, τα Φώτα χιονισμένα και τη Λαμπρή βρεχούμενη τ’ αμπέλια γεμισμένα», απαντούσαν όλοι και σηκώνονταν, φιλούσε ο ένας τον άλλο, κι ύστερα λέγανε το παραμύθι γιά τους 12 μήνες,αυτό πού θα πούμε και ’μείς τώρα............
ΜΙΑ ΦΟΡΑ κι έναν καιρό, σένα ορεινό, φτωχό χωριό γεμάτο πέτρες και πουρνάρια, ζούσε σ’ένα καλύβι μιά χήρα με 5 ορφανά.
Ήταν μιά γυναίκα χαροκαμένη, με το μαύρο τσεμπέρι (*μαντήλι) τυλιγμένο σφιχτά στο κεφάλι της, με το πρόσωπο ζωγραφισμένο από τη λύπη και τα χέρια ροζιασμένα από τις χοντρές δουλειές και τον καθημερινό μόχθο, για να μπορέσει να θρέψει και να αναστήσει τα παιδιά της. Κι εκείνα, όλα μικρά από 8 χρονών και κάτω, με μάτια πού έλαμπαν από εξυπνάδα, καθαρά με τα φτωχικά τους ρύχα, χωρίς παπούτσια στα πόδια τους, μαζεύονταν γύρω της και την κοιτούσαν παρακαλεστά να τούς δώσει μιά ψίχα ψωμί να χοσρτάσουν την επίνα τους.Όταν έβλεπανπως η μάνα τους δεν σήκωνε τα μάτια γιά να τα δεί, σκύβαν τα κεφαλάκια τους και τότε ο μεγαλύτερος φώναζε:
- Πάμε στο δάσος για βατόμουρα και παιχνίδια !!!
Αμέσως ξεχνούσαν την πείνα τους κι έτρεχαν με λαχτάρα στο δάσος να βρούν τις βατομουριές να φάνε κανά μαύρο βατόμουρο πού το είχαν βάλει στο μάτι από την προηγούμενη μέρα και περίμεναν να ωριμάσει για να το κόψουν. Γέμιζε τότε το δάσος από τις φωνές τους και τα τραγούδια. Τα ζούδια πού τις είχαν συνηθίσει δεν φεύγαν αλαφιασμένα αλλά ζάρωναν κοντά τους σαν γατάκια στο τζάκι.
Τη μέρα εκείνη βατόμουρα στο δάσος δεν βρήκαν ούτε και κανένα ξεχασμένο αχλάδι στις αγριογκορτσιές (*αγριοαχλαδιές). Τα μικρότερα έβαλαν τα κλάματα και τα μεγαλύτερα τα πήραν στην αγκαλιά τους και άρχισαν να τα χαϊδεύουν.
- «Μην κλαίτε.......η μάνα κάτι θα μας δώσει στο σπίτι για να φέμε».
Το βράδυ άρχισε να πέφτει, τα παιδιά κίνησαν για το σπίτι παραπονεμένα. Σε λίγο φάνηκε το καλύβι τους και από το φουγάρο τού τζακιού έβγαινε καπνός. Η καρδιά τους αναγάλλιασε. Εκεί μέσα ήταν η μάνα τους και τα περίμενε. Τάχυναν το βήμα τους και νάτην !!! Φάνηκε στην πόρτα τού σπιτιού με την ποδιά ζωσμένη στη μέση, μεγάλη και πλατιά, με τα χέρια ανοιχτά και την αγκαλιά όλο αγάπη. Τρύπωσαν και τα 5 μέσα σ’ αυτήν την αγκαλιά και κούρνιασαν σαν τα πουλιά στη μάνα κλώσσα. Εκείνη τα έσφιξε και τα καλοδέχτηκε. Απ’ τα μάτια της δεν έσταξε δάκρυ.
- Σας έβρασα μιά όμορφη χορτόσουπα κι έβαλα και λίγο λάδι μέσα, δεν σας πειράζει αν δεν ανάψουμε καντήλι απόψε; Θα έχουμε τη φωτιά να μας φωτίζει.....
- Δεν πειράζει μάνα, όλα θα’ναι μιά χαρά, είπε ο μεγαλύτερος και τούς τράβηξε όλους μέσα στο καλύβι.
Τώρα πού είχε η μέρα πέσει, μέσα πό το λαμπάδιασμα τής φωτιάς, το καλύβι φάνταζε σαν παλατάκι. Ζέστα παντού και ημεράδα. Ένα χαμηλό τραπέζι, ο σοφράς, έξι σκαμνιά από κούτσουρα, τριγύρω, έξι γαβάθες κι η ζεστή σούπα από τα χορταρικά, άχνιζε χωρίς ψωμί, με λίγες σταγόνες λάδι πού έπλεαν μέσα σ’ αυτή.
Κάθησαν όλα γύρω του κι η μάνα έκανε το σταυρό της και προσευχήθηκε να ευλογήσει ο Θεός το φαγητό και τα παιδιά της. Κάθησε μετά μαζί τους στο τραπέζι και με καρδιά γεμάτη από χίλια δυό συναισθήματα, τα έβλεπε πού τρώγανε με λαχτάρα τη νερόσουπά τους.
«Θεέ μου», έλεγε από μέσα της, «αύριο τί θα τους δώσω να φάνε»; Τόσα στόματα πού πεινάνε δεν ξεγελιούνται, κάθε μέρα κοίταζε τα μικρότερα πού αδυνάτιζαν όλο και πιό πολύ και κάτι σαν πυρετός γυάλιζε στα μάτια τους.
«Ευλόγησέ τα,Θεέ μου,τα μικρά μου», ψιθύριζε στη σιωπηλή προσευχή της.
Κανείς δεν χόρτασε εκείνη την βραδιά. Κανείς όμως δεν γκρίνιασε. Σηκώθηκαν από το τραπέζι και κάτσανε κοντά της στο τζάκι για το βραδινό παραμύθι.
Ήσυχα, γαλήνια άρχισε το παραμύθι της και τα νανούρισε με τη γλυκειά της φωνή. Κοιμήθηκαν, τα σταύρωσε ένα-ένα, και τα σήκωσε απαλά και τα ’βαλε στο ξύλινο κρεββάτι που’χε φτιαγμένο με στρίποδα και σανίδες. Είχε βάλει μπόλικο φρέσκο σανό πού μύριζε όμορφα, κι ήτανε ένα μαλακό στρώμα σκεπασμένο με μια καθαρή κουρελού.Τα σκέπασε ζεστά και τα κοίταξε.....Τα πρόσωπά τους ήταν αδύνατα αλλά ευτυχισμένα. Βυθίστηκαν αμέσως στον ύπνο.
Ο πόνος για την αυριανή μέρα, την έκανε να πάρει την μεγάλη απόφαση.
« Θα πάω να βτω την τύχη μοθ» είπε σιγανά. Έβγαλε ένα ζευγάρι σιδερένια παπούτσια απ’το ντουλάπι, τυλίχθηκε καλά στο σάλι της, πήρε κι ένα χοντρό ραβδί για προστασία, γύρισε, κοίταξε τα παιδιά της, άνοιξε αππφασοστικά την πόρτα και βγήκε στη νυχτιά.
Ένα χλωμό φεγγάρι έφεγγε στον ουρανό. Πού και πού ένα τσακάλι ούρλιαζε μακριά. Μπήκε στο δάσος πού ήταν γεμάτο ζωή από τα νυχτοπούλια και τις κουκουβάγιες. Μιά γριά κουκουβάγια την καλωσόρισε:
- Κουκουβάου,κουκουβάου, για πού το ’βαλες κυρά Καλή μέσα στη νύχτα; Πού άφησες τα μικρά σου;
- Καλησπέρα σου σοφή Κουκουβάγια, για την τύχη μου πάω. Μην την απάντησεςστα όρη και στα βουνά που πετάς; Τα παιδιά τ’ άφησα στο Θεό και στον Άγγελό τους. Θα τα προστατέψει ώσπου να γυρίσω.
- Τράβα μπροστά, κυρά Καλή, πέρασε 3 βουνά, 3 βρύσες, στρίψε στα 3 μονοπάτια και θα βρείς 3 χέρσους κάμπους. Πέρασέ τους κι ανέβα στο πλάτωμα πού φαίνεται σαν αλώνι κι ’κεί ψηλά γύρεψε το καλό. Πολλά είπα και δεν πρέπει, είπε η γριά κουκουβάγια και πέταξε ψηλά στην κορυφή τού δέντρου και τα μάτια της έγιναν δυό πελώριοι κύκλοι μέσα στη νύχτα, φωτεινοί, πού φώτιζαν σαν φάροι.
- Ευχαριστώ, κυρα Κουκουβάγια, ευχαριστώ πολύ ! Θα πάρω το δρόμο που μου ’δειξες, είπε η κυρά Καλή και βγήκε από το δάσος να βρεί τα 3 βουνά, να βρεί τις 3 βρύσες, να στρίψει από τα 3 μονοπάτια, να περάσεις τούς 3 χέρσους κάμπους και ν’ ανέβει στο πλάτωμα πού φαίνεται στ’ αλώνι, κι ’κεί ψηλά να βρεί την τύχη της, πού της είπε η γριά Κουκουβάγια.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει μπροστά στα 3 βουνά. Μουντά και μεγχολικά στέκονταν μπροστά της.
- Χαιρετώ σας ψηλά βουνά με την ομορφάδα σας. Αφήστε να περάσω, να βρω τις 3 βρύσες, να πιώ νερό να ξεδιψάσω και να σας ευλογήσω.
Τα 3 βουνά καλοκαρδίστηκαν !
- Καλώς τηνε την κυρά Καλή ! Πέρασε να κερδίσεις δρόμο μέσα από τη σήραγγα πού σού ανοίγουμε γιά να προφτάσεις τα μικρά σου. Κι άνοιξαν στην καρδιά τού βουνού μιά βαθιά σήραγγα.
Εκείνη κοντοστάθηκε. Δεν είχε μαζί της φανάρι γιατί το λάδι το’ριξε όλο στη σούπα των παιδιών. «Τι πειράζει» , είπε. «Έχω το Θεό οδηγό μου και το ραβδί μου θα με προστατέψει από το παραπάτημα».
Μπήκε στη σήραγγα και τί να δεί !!! Εκατομμύρια πυγολαμπίδες φώτιζαν το δρόμο της.....Σαν φωτεινά ματάκια άναβαν κι έσβηναν και πάλι ξανάναβαν κι εκεί στην άκρη μιά πυγολαμπίδα την πήρε στο κατόπι.
- Καλό δρόμο, κυρά Καλή, καλό δρόμο !
- Σ’ ευχαριστώ, κυρά Πυγολαμπίδα, εσένα και τα παιδιά σου ! Είσαστε όλοι καλοί !
Βγήκε από τη σήραγγα και τότε πίσω της έκλεισαν τα βουνά και χάσαν τη λαλιά τους και γίνηκαν μουντά μέσας τη νύχτα. Το Φεγγάρι, έτρεξε να την προϋπαντήσει. «Ακολούθα με», της είπε σιγανά, και πιές νερό κι από τις 3 βρύσες».
Έφτασε η κυρά Καλή στις βρύσες. Της μιάς το νερό κόκκινο σαν αίμα, τής άλλης μαύρο σαν την πίσσα και τής τρίτης ήταν άσπρο σαν το γάλα. Οι 3 βρύσες ήταν δυστυχισμένες. Κοίταζαν το νερο τους κι αναστέναζαν.........«Πού’ναι το κρυστάλλινο νερό πού είχαμε κάποτε, πριν μας πιάσει η ξιπασιά κι η περηφάνεια», έλεγε η μιά στην άλλη. «Τότε κάναμε ό,τι θέλαμε, δεν δίναμε στα ζώα τού δάσους νερό που μας παρακάλαγαν να ξεδιψάσουν, και τ’ αφήναμε να φεύγουν παραπονεμένα».
Η κυράΚαλή τις άκουσε, σταμάτησε, σήκωσε τα χέρια στον ουρανό και είπε:
- Ας κάνει ο Θεός το θάμα του να γεμίσουν οι βρύσες δροσερό νερό να ’ρθουν τα ζώα να πιούν και να Τον ευχαριστήσουν. Έσκυψε μετά κι ήπιε κι από τις τρείς, και τότε λύθηκαν τα μάγια. Γάργαρο νερό έτρεξε από τους κρουνούς τους κι άρχισε το κελάρυσμα στα λιθαράκια τής γής....
Το Φεγγάρι χαμογέλασε, κι οι 3 βρύσες μουρμούρισαν : «Να’σαι καλά, κυρά Καλή για το καλό που μας έκανες ! Να’σαι καλά ! ».
Τις χαιρέτησε κι ακολούθησε τα 3 μονοπάτια. Και δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φθάνει στους 3 χέρσους κάμπους, τους περνά και βλέπει ένα πλάτωμα κι απάνω του κρυστάλλινο παλάτι. Παίρνει κουράγιο και φτάνει στην πόρτα του. Την σπρώχνει και μπαίνει μέσα. Δώδεκα χρυσοί πολυέλαιοι κρέμονταν από το ταβάνι. Ο καθένας είχε 12 χρυσές λαμπάδες, κάτω απο αυτούς ήταν ένα μεγάλο γυάλινο τραπέζι με 12 θρόνους χρυσούς.
Καθισμένα τρία-τρία δώδεκα παλικάρια κουβέντιαζαν κι έλεγαν για τη ζωή τού κόσμου αυτή τη χρονιά. Τα τρία ήταν ξανθωπά, κι είχαν ανοιχτά τα στήθια τους, κρατούσαν στα χέρια λουλούδια και πράσινα χόρτα. Τ’ άλλα τρία φορούσαν μιά ελαφριά χλαμύδα λευκή και κρατούσαν στάχυα μεστωμένα. Τ’ άλλα είχαν στο κεφάλι στεφάνια από αμπελόφυλλα και στα χέρια τους κόκκινα γινωμένα σταφύλια και τα τελευταία τυλιγμένα στις γούνες τους κρατούσαν κάστανα ζεστά και χαμογελούσαν.
- Καλώς την θείτσα ! Κόπιασε και κάθησε !
Η κυρά Καλή, σαστισμένη, τα χαιρέτησε και κάθησε στην άκρη ενός θρόνου. Φοβήθηκε μήπως τον λερώσει. Έσφιξε το σάλι της γύρω από το σώμα της κι αισθάνθηκε κοντά κάτι δικό της, άφησε στην άκρη το ραβδί της.
- Καλώς σας βρήκα παλικάρια μου ! Χαρά στα γονικά που σας καμαρώνουν ! Ποιοί είστε να σας χαρώ ;;;
- Είμαστε τα παιδιά του γεροΧρόνου. Θέλεις να φας θείτσα; Θα πεινάς, είπαν. Κι ένας πού ήταν λίγο κουτσός, σηκώθηκε κι άπλωσε πλούσιο τραπέζι, με όλα τα καλά τού κόσμου πάνω.
Η φτωχιά λαχτάρησε, η πείνα τη θέριζε, μα δεν άπλωσε τα χέρια στο φαϊ. Μόνο χάϊδεψε ένα κομμάτι ψωμί και είπε :
-Μπορώ να σας παρακαλέσω, παλικάρια μου να φάω μόνο λίγο ψωμί για να σταθώ στα πόδια μου και τ’ άλλα να τα μαζέψω στο σακκούλι, να τα πάω στα παιδιά μου, πού πεινάνε;;;
Το κουτσό το παλικάρι την συμπόνεσε
- Φάε θείτσα, της είπε, και μη φοβάσαι ! Ο Θεός πού σ΄έστειλε σε μας εδώ δεν θα αφήσει τα παιδιά σου να πεινάσουν....
Έφαγε λοιπόν εκείνη και στάθηκε η καρδιά της, κι όταν απόφαγε, έκαμε το σταυρό της. Τότε τής λένε τα πρώτα τρία:
- Ε, θείτσα ! Πώς περνάτε με τούς μήνες τού Χρόνου; Πως σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
- Καλά περνάμε, παιδιά μου, αποκρίθηκε. Σαν έρθονε αυτοί οι 3 μήνες, ανθίζουνε οι κάμποι και τα βουνά, και βγαίνει από τη γης μιά μοσχοβολιά πού ανασταίνονται οι άνθρωποι. Αρχίζουν τα πουλάκια και λαλούν, βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρινραι τη σοδειά και λένε: «Αν βρέξει ο Μάρτης δυό νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ’ εκείνον τον ζευγά, που’χει πολλά σπαρμένα». Και τον Μάη παρακαλούν : «Μάης άβρεχος,χρονιά ευτυχισμένη».
Τα παλικάρια χαμογέλασαν... Κι ύστερα τής είπαν τα άλλα τρία με τα στάχυα στα χέρια :
- Εμ, ο Θεριστής, ο Αλωνάρης κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;
Εκείνη αποκρίθηκε:
- Δεν έχομε τίποτα να παραπονεθούμε, γιατί με τη ζέστη πού κάνει ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολαραίοι τα οπωρικά, και λένε : «Αύγουστε, καλέ μου μήνα, να’σουν 2 φορές το χρόνο». Για το Θεριστή λένε : « ότι είναι ο μήνας πού τρέφει τούς 11».
Τα παλικάρια βάλανε τα γέλια ! Ύστερα την ρώτησαν οι άλλοι τρείς, πού κρατούσαν τα σταφύλια:
- Με τούς μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη, Νοέμβρη, πώς τα πάτε;
- Αυτούς τούς μήνες, λέει η κυρά Καλή, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και κάνουν το γλυκό κρασί. Φέρνουν το μαντάτο πως έρχεται ο χειμώνας κι οι άνθρωποι κάνουν το κουμάντο τους για τα ξύλα και για τα μαγειρέματα για τις κρύες νύχτες πού θα έρθουν. Γι’ αυτούς τούς μήνες λένε: «Τον Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανηγύρι σύρε». « Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σωρούς δεν έκανες».
Φάνηκαν κι αυτοί ευχαριστημένοι...!
- Με τούς μήνες Δεκέμβρη,Γενάρη και Φλεβάρη πώς τα πάτε; Ρώτησαν οι τελευταίοι.
- Ααααα...........Αυτοί οι μήνες μάς αγαπούν πολύ! Αλλά κι εμείς τούς αγαπάμε ! Οι άνθρωποι μαζεύονται στα σπίτια τους και ζούνε μονοιασμένοι. Νάβουν το τζάκι τους, τρώνε σταφίδες και καρύδια και λένε παραμύθια στα παιδιά τους. Τα παιδιά πάνε στο σχολείο και μαθαίνουν γράμματα. Ας είναι ευλογημένοι όλοι οι μήνες τού Χρόνου ! Γι’ αυτούς τούς τελευταίους τρείς λένε: «Μπρός και πίσω τού Χριστού, η καρδιά τού χειμωνιού». «Του Γενάρη το φεγγάρι παρ’ ολίγο να’ναι μέρα». «Κι ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει».
Τα 12 αδέλφια γέλασαν πλατιά !!!
- Σ’ ευχαριστούμε, θείτσα, για τα καλά σου λόγια ! Κι έγνεψαν στον ΚουτσοΦλέβαρο να βγεί έξω. Εκείνος έφυγε, κι όταν γύρισε, κρατούσε στα χέρια του μια λαγήνα γεμάτη.
- Πάρε θείτσα τη λαγήνα, κι άντε τώρα στο σπίτι σου να ζήσεις με τα παιδιά σου.
- Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου, τους είπε, και πήρε τη λαγήνα στην αγκαλιά της. Τότε τα παλικάρια κούνησαν τα χέρια τους σαν να την ευλογούσαν κι όλα χάθηκαν μονομιάς κι εκείνη βρέθηκε έξω από την πόρτα της με τη λαγήνα στα χέρια.
Άνοιξε την πόρτα. Δεν είχε φέξει ακόμα....Τα παιδιά της κοιμόντουσαν αγκαλιασμένα. Άπλωσε ένα χράμι στο πάτωμα κι άδειασε μέσα τη λαγήνα και τι να δεί !!! Όλα τα χρυσαφικά τού κόσμου ήταν μέσα... !!!
Πήρε ένα φλουρί και το κρέμασε στο εικόνισμα. Γέμισε τη λαγήνα και την φύλαξε, πήρε άλλο φλουρί κι έτρεξε στον έμπορα να ψωνίσει. Γύρισε φορτωμένη στο σπίτι με όλα τα καλά τού κόσμου. Ψωμί, τυρί, γάλα, αλεύρι και λάδι για να φτιάξει λουκουμάδες και τηγανίτες, παπούτσια και ρούχα για τα παιδιά της και τρόφιμα για το κελάρι.
Σαν ξύπνησαν εκείνα, έτριβαν τα μάτια τους....Δεν πίστευαν σ’ αυτό που βλέπανε. Φάγανε, χορτάσανε, τον θεό δοξάσανε κι από τότε πάντα υπάρχει ένα πιάτο φαί στο σπιτάκι τού δάσους για τον περαστικό που θα ξεπέσει κατά τα μέρη εκείνα. Κι όλοι ξέρουν ότι αυτή είναι η ευλογία από τούς 12 Μήνες, τα παιδιά τού γεροΧρόνου...................


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα