Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

ΚΑΤΑΔΕΣΜΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΡΕΣ

Φωτογραφία της Fotini Kakogiannoy.

Ένα ολόκληρο πλήθος «ειδικών» επωφελήθηκε, πε-
ρισσότερο ή λιγότερο έντιμα, από τους δεισιδαιμονι-
κούς φόβους των ανθρώπων.

Μάγοι, περιπλανώμενοι και θορυβώδεις, εντυπωσί-
αζαν τις αθώες ψυχές με τα μυστηριώδη φίλτρα τους ή
τα θεαματικά τους ξόρκια.

Οι αρχαίοι Έλληνες γνώριζαν και την περσική μα-
γεία, που ήταν συνδεδεμένη με την μαντεία, την ιατρική
και την αστρολογία. Πολλοί επαγγελματίες της μαγείας
ισχυρίζονταν ότι βρίσκονταν υπό την προστασία των
ξακουστών Περσών μάγων, για να προσδώσουν κύρος
στις μεθόδους με τις οποίες υπότασσαν τους «δαίμο-
νες» στη θέλησή τους.για να ζητήσουν πράγματα πολύ πιο πεζά: να μάθουν
το μέλλον, να απομακρύνουν το κακό μάτι, να τους απο-
καλυφθεί η θεραπεία κάποιας σοβαρής αρρώστιας, να
εξουδετερώσουν έναν πολιτικό ή επαγγελματικό αντί-
παλο, να κερδίσουν μια δίκη…. αλλά και να ξανακερδί-
σουν έναν άστατο εραστή ή να τρελάνουν από έρωτα το
αδιάφορο αντικείμενο του πόθου τους.

Τα συστατικά μιας μαγικής τελετής

Όσοι πήγαιναν να συμβουλευτούν μάγο, κατά κανό-
να ανήκαν στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Κά-
ποιες φορές, όμως, άντρες και γυναίκες ανώτερης τάξης
δε δίσταζαν να καταφύγουν στα ερωτικά ή θανατηφόρα
μάγια, τα μυστικά των οποίων κατείχαν οι μάγοι.

Η μαγική τελετή δανειζόταν πολλά από τη θρησκεία:
ξόρκια και προσφορές στους «δαίμονες», τους συνδετι-
κούς κρίκους ανθρώπων και θεών, εξαγνισμό με νερό ή
φωτιά.

Οι μάγοι και οι μάγισσες διέθεταν ολόκληρο εξοπλι-
σμό, προορισμένο να εντυπωσιάσει τους πελάτες. Χρη-
σιμοποιούσαν οστά και άλλα μακάβρια αντικείμενα
κλεμμένα από τάφους, μαλλιά και κομμένα νύχια αυτού
που πρόκειται να πέσει στα δίχτυα τους, κέρινες κού-
κλες με τη μορφή του θύματος, τρυπημένες με καρφιά.


Οι μάγοι έφτιαχναν επίσης κατάδεσμους, λεπτά πλα-
κίδια από μόλυβδο, γκρίζα όπως ο θάνατος. Πάνω τους
χαράσσονταν κείμενα που έδεναν το θύμα με τους χθό-
νιους θεούς, ύστερα το πινάκιο τυλιγόταν σε ρολό και
διαπερνιόταν από ένα καρφί. Στη συνέχεια, τοποθετού-
νταν κρυφά μέσα σε ένα τάφο. Ο νεκρός αναλάμβανε
να μεταφέρει το αίτημα στους «δαίμονες».

Η δύναμη του κειμένου του κατάδεσμου ενισχυόταν
με διάφορα τεχνάσματα: επίκληση ξένων θεών, κείμενο
γραμένο από τα δεξιά προς τα αριστερά, μυστηριώδης
γραφή που συνδύαζε διάφορα αλφάβητα και σύμβο-
λα μυστικιστικά, μαγικές φράσεις αποτελούμενες από
γράμματα φαινομενικά ακατανόητα, τρομακτικές μορ-
φές ζώων ή δαιμονικών όντων.

Επιπλέον, κυκλοφορούσαν κατάλογοι με τελετές και
ξόρκια, με τους οποίους οι μάγοι μετέδιδαν τη γνώση
τους.

Ρωγμή στην κλασικιστική αντίληψη της ιστορίας και
του αρχαίου κόσμου, οι κατάδεσμοι προσελκύουν πλέ-
ον το ενδιαφέρον ανθρωπολόγων, θρησκειολόγων και
γλωσσολόγων, γιατί επιτρέπουν να μελετήσουμε τα
όρια των αντιλήψεων, της κοινωνίας και της γλώσσας.

Περιλαμβάνουν συχνά λέξεις που δεν σημαίνουν τί-
ποτα, κατεξοχήν παραδείγματα μαγείας, της βεβαιότη-
τας πως αρκεί να πεις αυτό που θέλεις με τον κατάλλη-
λο τρόπο και θα γίνει, δένοντας την πραγματικότητα και
τα αντικείμενά της στο λόγο σου.

Κατά την αρχαιότητα, κατάδεσμος ονομαζόταν η
πρακτική της συγγραφής μιας κατάρας ή ενός ξορκι-
ού, συνήθως σε μια μολύβδινη πινακίδα, (σπανιότερα
χρησιμοποιούνταν και άλλα υλικά). Ορισμένες φορές οι
κατάδεσμοι συνοδεύονταν από κολοσσό, ένα μαγικό ει-
δώλιο (κάτι σαν κούκλες βουντού).

Η ύπαρξη των καταδέσμων ανάγεται τουλάχιστον
στον 8ο αι. π.Χ. : στην Ηλιάδα αναφέρεται ότι ο βασι-
λιάς της Κορίνθου Πρωτέας, έστειλε τον Βελλερεφόντη
στη Λυκία με μια διπλωμένη πινακίδα, όπου είχε γρά-
ψει θανατηφόρα σημάδια.

Ο κατάδεσμος αποσκοπούσε στο να υποτάξει το υπο-
ψήφιο θύμα στη θέληση του ατόμου, που τελούσε τη
μαγική τελετή. Το κείμενο μαζί με τα λοιπά μαγικά αντι-
κείμενα τοποθετούνταν σε ένα τάφο ή σε ένα σημείο
που θεωρούνταν μιαρό και συνδέονταν κάπως με τον
Κάτω Κόσμο.

Πίστευαν πως ο νεκρός λειτουργεί ως αποστολέας
του μηνύματος στους υποχθόνιους δαίμονες, αλλά και
ως εκτελεστικό όργανο ή «πάρεδρος» του μάγου. Σε
δύο καταδέσμους από τη Φρυγία, που βρέθηκαν σε αγ-
γείο που περιείχε οστά, ο μάγος καταγράφει τους αντι-
πάλους του και επικαλείται τους «αώρους νεκρούς»,
αυτούς δηλαδή που πέθαιναν πριν από την ώρα τους
και γίνονταν φαντάσματα, παραμένοντας γύρω από τον
τάφο μέχρι την ολοκλήρωση του κύκλου της ζωής που
διακόπηκε πρόωρα.

Σε άλλες περιπτώσεις το ρόλο αυτό έχουν οι «βιαι-
οθάνατοι», δηλαδή οι νεκροί των οποίων το νήμα της
ζωής διακόπηκε βίαια.Αρκετοί κατάδεσμοι βρέθηκαν σε ταφές νέων ή παι-
διών. Στη Μικρά Ασία οι νεκροί προστατεύονταν από
τους μάγους με την τοποθέτηση επιγραφών στα μνήμα-
τα, που απαγόρευαν την παραβίασή τους και καταριού-
νταν τον ενδεχόμενο δράστη.

Βέβαια, οι κατάδεσμοι θάβονταν σε τάφους και
για να μην είναι δυνατή η ανακάλυψη ή η καταστροφή
τους, και συνεπώς να εκτείνεται απεριόριστα στο χρόνο
η δύναμή τους και η δύναμη του προτιθέμενου κακού.

Πολύ συχνά οι κατάδεσμοι στόχευαν στην ερωτι-
κή έλξη ή, αντίστροφα, στην ερωτική απομόνωση του
αντιπάλου, στην αποτυχία του σε θέματα προσωπικής
ευημερίας και εργασίας, στη φίμωση της γλώσσας του,
στην αποτυχία αντιδίκων στο δικαστήριο, στην παράλυ-
ση του νου και της γλώσσας κατά τη διάρκεια της δίκης.

Οι πρωιμότεροι είναι στραμμένοι προς την κατεύθυνση
των δικαιϊκών πρακτικών, ενώ οι μεταγενέστεροι εντο-
πίζονται σε ερωτικά αλλά και αθλητικά θέματα. Σε αρκε-
τές περιπτώσεις γινόταν ευρεία χρήση των καταδέσμων
για... νίκη σε αρματοδρομίες.

Σε ηρώο στη Νεμέα, πιθανόν του Οφέλτου, βρέθηκε
κατάδεσμος όπου ένας άνδρας ελπίζει να απομακρύνει
την αγάπη μιας γυναίκας από έναν άλλο άνδρα: «Απο-
στρέφω την Ευβούλη από τον Αινέα, μακριά από το πρό-
σωπό του, από τα μάτια του, από το στόμα του, από το
στήθος του, από την ψυχή του, από όλο του το σώμα
αποστρέφω την Ευβούλη από τον Αινέα».

Το δεύτερο ειδύλλιο του Θεόκριτου – ο οποίος έζησε
κυρίως στην Αλεξάνδρεια στις αρχές της ελληνιστικής
περιόδου (γεννήθηκε το 305 π.Χ.) – με τον τίτλο Φαρ-
μακεύτριαι, αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικότερες
μαρτυρίες ερωτικής μαγείας στην αρχαία εποχή: Περι-
γράφει την απόπειρα μιας γυναίκας, της Σιμαίθας, να
κερδίσει, με τη βοήθεια της υπηρέτριάς της, αυτόν που
αγάπησε, με κατάδεσμους και επικλήσεις στη Σελήνη
και στις Θεότητες του Κάτω Κόσμου, αναζητώντας σε
νεκροταφεία το μαύρο αίμα των πτωμάτων και κάνο-
ντας μια μαγική τελετή.

Η λεπτομερέστατη περιγραφή μιας τελετής Μαύρης
Μαγείας, σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, αντανακλά το
σχετικό ενδιαφέρον των ανθρώπων εκείνης της εποχής
και την ενασχόλησή τους με διαιωνιζόμενες από την αρ-
χαιότητα μαγικές διαδικασίες, ανάμεσα σε αυτές και οι
καταπασσαλεύσεις και οι κατάδεσμοι.

Όπως φαίνεται, μια τέτοια επιγραφή από μόνη της
δεν είχε ιδιαίτερη μαγική δύναμη, γι’ αυτό συμπληρω-
νόταν με τις «γοητείες» και τις επικλήσεις που ψάλλο-
νταν στους τάφους προς τους νεκρούς ή τους χθόνιους
δαίμονες.

Σε αυτή την ιδιαίτερη μαγική γλώσσα θεωρούσαν
πως είχαν μεγάλη δύναμη τα ονόματα θεοτήτων, όπως
η σεληνιακή Εκάτη, ο Ερμής, η Περσεφόνη, η Δήμητρα,
η Κόρη, η επίσης σεληνιακή Άρτεμις και άλλες υποχθό-
νιες θεότητες ή δαιμονικά όντα, όπως οι Ερινύες ή οι
νεκυοδαίμονες του Κάτω κόσμου.

Οι πρώτες γνωστές σε εμάς ελληνικές μολύβδινες
πινακίδες με κατάρες, προέρχονται από τη Σικελία και
χρονολογούνται στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.

Πολλές από αυτές προέρχονται από τη Σελινούντα,
αποικία των Μεγαρέων στη Σικελία, στην οποία υπήρ-
χε ονομαστό ιερό, στη περιοχή που σήμερα ονομάζεται
Αγρός των Στηλών. Οι στήλες αυτές είναι αξιοσημείωτες
επειδή έχουν ανεικονογραφικές ανθρώπινες κεφαλές,
δηλ. κεφάλια χωρίς χαρακτηριστικά προσώπου, για τα
οποία θεωρείται πως αναπαριστούν τις κεφαλές των νε-
κρών μιας ομάδας συγγενών, των Τριτοπατόρων τους.

Οι αρχαίοι Σελινούντιοι πίστευαν πως ήταν σημα-
ντικό αυτοί οι Τριπάτορες να είναι ικανοποιημένοι, κι
ήταν τόσο σημαντικό που, κάθε φορά που πέθαινε ένα
μέλος της οικογενείας, οι ζωντανοί έπρεπε να προσφέ-
ρουν ειδικές θυσίες μπροστά στις στήλες αυτές. Ώστε
να εξασφαλίσουν το ότι η μεταχείριση του νεκρού, και
νέου μέλους των Τριτοπατόρων, δεν θα τους εξόργιζε
(τους Τριπάτορες) και δεν θα τους προκαλούσε να πλή-
ξουν με μίασμα την κοινότητα.

Οι περισσότερες μολύβδινες πινακίδες βρέθηκαν
κοντά σε αυτές τις στήλες. Μια συνηθισμένη πρακτική
ήταν να γράφουν το όνομα ενός εχθρού στη μολύβδινη
πινακίδα και να την τοποθετούν κοντά σε μια πηγή μί-
ανσης, ώστε η μίανση να πλήξει το όνομα, άρα και το
πρόσωπο, το οποίο φέρε το όνομα.

Επρόκειτο για ένα είδος συμπαθητικής μαύρης μα-
γείας, γνωστή παντού στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.
Οι καταπασσαλεύσεις ήταν ομοιώματα του θύμα-
τος, κατασκευασμένα από κερί, από μόλυβδο ή κάποιο
άλλο υλικό. Αυτά τα ομοιώματα οι μάγισσες ή οι μά-
γοι τα έδεναν με δεσμά και τα τρυπούσαν με αιχμηρά
αντικείμενα, όπου επιθυμούσαν να προξενήσουν κά-
ποια βλάβη και τα έχωναν σε τάφους ή τα βύθιζαν σε
πηγές.


Ένα τέτοιο συγκεκριμένο ομοίωμα, που ανακαλύ-
φθηκε σε αττικό τάφο και μελέτησε ο R. Wunsch, απο-
δίδεται στον 3ο περίπου π.Χ. αι., έχει 6 εκ. ύψος ως τα
γόνατα και είναι κατασκευασμένο από μόλυβδο.

Είναι αποκεφαλισμένο, η στάση του είναι γονατιστή,
ενώ τα χέρια και τα πόδια είναι δεμένα πίσω με ισχυρά
μολύβδινα δεσμά. Δεσμά φαίνονται και στο άνω τμήμα
του κορμού, ενώ δύο σιδερένια καρφιά είναι μπηγμένα
στο στήθος και την κοιλιά.

Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η μαγεία στην
αρχαία Ελλάδα εξασκούνταν κυρίως από αμαθείς.
Εδώ, λοιπόν, ας εξετάσουμε την περίπτωση της Αθή-
νας, απ’ όπου προέρχονται οι περισσότερες μολύβδινες
πινακίδες με ξόρκια και κατάρες.

Από αυτά που διαβάζουμε στους εν λόγω κατάδε-
σμους, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι, αυτός που κα-
ταριόταν, το έκανε εναντίον κάποιου ο οποίος συνήθως
ανήκε στην ίδια με αυτόν κοινωνική τάξη, δηλαδή ενα-
ντίον κάποιου ανταγωνιστή του.

Ο κατασκευαστής ασπίδων και ο σανδαλοποιός δεν
καταριόταν ο ένας τον άλλον, όμως ο ασπιδοποιός θα
μπορούσε κάλλιστα να καταραστεί έναν ανταγωνιστή
του ασπιδοποιό και ο σανδαλοποιός έναν άλλο σανδα-
λοποιό.

Από την αρχαία Αθήνα έχουμε βεβαιωμένες κατάρες
εναντίον μαγείρων, δούλων, πορνών, ιδιοκτητών πορ-
νείων, μελών όχι καλλιεργημένων τάξεων.

Ωστόσο, εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε τα λόγια του
Αδείμαντου στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα:

Μία από τις ελάχιστες αναφορές για κατάδεσμους
έχουμε στο προαναφερόμενο έργο του Πλάτωνα, στον
διάλογο που λαμβάνει χώρα, όπως όλοι θυμόμαστε
στον Πειραιά, στο σπίτι του μέτοικου Κέφαλου, ενός
από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Αττικής:

Ρωτάει κάποιος: «Πώς μπορεί να επηρεάσει τους θε-
ούς, ώστε να επιτρέψουν να διαπραχθεί αδικία;». Τότε
ο Αδείμαντος παίρνει τον λόγο και υποδεικνύει δύο
τρόπους:

1. Ο ένας είναι να... ανοίξει σχολή ρητορικής, για να
διδάσκει στους ανθρώπους τον τρόπο να διατυπώνουν
κατασκευασμένα επιχειρήματα. Παρών στη συζήτηση
χωρίς όμως να συμμετέχει, είναι ο γιος του Κέφαλου, ο
Λυσίας, γνωστός για τη ρητορική σχολή του και διαση-
μότερος των ρητόρων της Αττικής, για τον οποίο αυτή η
στιγμή θα πρέπει να υπήρξε πάρα πολύ ενοχλητική...
2. Η άλλη μέθοδος που πρότεινε ο Αδείμαντος συν-
δέεται άμεσα με το θέμα μας. Υπάρχουν, λέει, περιπλα-
νώμενοι ιερείς (αγύρται) και χρησμοδότες (μάντεις),
που πάνε στις πόρτες των πλουσίων, ισχυριζόμενοι πως
έχουν απ’ τους θεούς τη δύναμη να κάνουν μάγια και
κατάδεσμους στους εχθρούς, παντός ενδιαφερομένου.
Προφανώς άλλη μια ενοχλητική στιγμή στο σπίτι του ζά-
μπλουτου.

Οι ελληνικοί μαγικοί πάπυροι βρίθουν αναφορών
στις δοξασίες και στις θρησκευτικές πρακτικές των Αι-
γυπτίων, ενώ αναφέρονται συνεχώς σε αιγυπτιακές θε-
ότητες, όπως τον Άμμωνα, τον Άνουβι, τον Σέραπι, τον
Χνουμ, τον Φθα και τον Θωτ.

Μια πολύ συνηθισμένη είναι και η αναφορά σε αι-
γυπτιακούς μύθους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα δι-
άφορες μαγγανείες που περιλαμβάνουν το πνίξιμο μι-
κρών ζώων και συνδέονται ρητά με τον μύθο του Όσιρι
που πνίγηκε από τον Σηθ και εγκαταλείφθηκε μέσα σε
ένα φέρετρο, στο έλεος των κυμάτων, με χονδροειδή
χάραξη καρφωμένα με καρφιά.

Αλλά και ο ιουδαϊσμός έφερε τις δικές του εκφρά-
σεις και επικλήσεις, οι οποίες είναι διάχυτες στα συνδε-
όμενα με τη μαγεία ελληνικά κείμενα της αρχαιότητας.

Ονόματα, τα οποία εξαιρετικά συχνά συναντώνται
στους ελληνικούς μαγικούς παπύρους, είναι το «Μπα-
ζύμ» (μια αραμαϊκή έκφραση που σημαίνει «εν ονόματι
του»), το «Ελοαίος» που είναι το όνομα του θεού των
Εβραίων, και το «Αδωνάι», το οποίο προέρχεται από
την Παλαιά Διαθήκη και σημαίνει «ο Θεός μου».

Στους ελληνικούς μαγικούς παπύρους, τα ονόματα
του Ορφέα και του Απόλλωνα συνυπάρχουν με αυτά
του Φθα, του Ζωροάστρη και του Μωυσή.

Υπάρχει επίσης εξελληνισμός των ονομάτων των ξέ-
νων θεών, καθώς ο Άμμων αποκαλείται Ζευς, ο Ώρος
Απόλλωνας, η Βαστ Άρτεμις, η Ίσις Σελήνη ή Εκάτη, ο
Φθα Ήφαιστος κ.λπ.

Οι μαγικές πινακίδες παρουσιάζουν επίσης ένα μείγ-
μα ελληνικών και εξωτικών στοιχείων, αλλά χαρακτηρί-
ζονται από περισσότερη ομοιογένεια. Και στις πινακίδες
υπάρχει βέβαια πληθώρα θεοτήτων, όμως το πάνθεο
είναι λιγότερο σύνθετο από εκείνο των ξένων μαγικών
παπύρων.

Στην Ασία, για παράδειγμα, γίνεται επίκληση στη Δή-
μητρα, στην Κόρη και στον Πλούτωνα.

Στη Συρία αναφέρονται η Ανάγκη, η Γαία και το Άγιο
Πνεύμα.

Στην Αίγυπτο, η Γαία, η Εκάτη, ο Ερμής, η Κόρη, η
Περσεφόνη και ο Πλούτων.

Στην κυρίως Ελλάδα, όπως στην Αχαΐα, περιοχή όπου
έχουν βρεθεί πολλές μαγικές πινακίδες, οι ελληνικές θε-
ότητες, όπως ο Ερμής, η Περσεφόνη και ο Πλούτων συ-
νυπάρχουν με τον Σηθ, τον Όσιρι και τον Άνουβι.

Στα φυλαχτά, κυρίως στους εγχάρακτους λίθους,
κυριαρχεί η ανάμειξη στοιχείων καθαρά ελληνικών με
στοιχεία αιγυπτιακά. Ελληνικές θεότητες, όπως ο Ασκλη-
πιός, η Εκάτη, ή Νέμεσις και ο Κρόνος συνυπάρχουν με
μορφές από το αιγυπτιακό πάνθεο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα μεγάλο
κομμάτι από ίασπι. Στη μία όψη του υπάρχει τριπλή πα-
ράσταση της Εκάτης, ενώ στην άλλη διακρίνονται επτά
μορφές, δύο από τις οποίες ταυτίζονται με τον Άννουβι
και τον Σέραπι.

Είναι προφανές ότι στην περίπτωση της μαγείας δεν
υπήρχαν κλειστά σύνορα, καθώς οι μαγικές πρακτικές
διαχέονταν από τόπο σε τόπο, σε μια ευρύτατη περιο-
χή, η οποία εξαπλωνόταν από τις παρυφές του περσι-
κού κράτους ως τη Δυτική Μεσόγειο και από τον Εύξει-
νο, στον Βορρά ως την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, με
αποτέλεσμα τα ελληνικά στοιχεία να μπολιάζονται και
να επηρεάζονται καθοριστικά από τη άκρως μυστικιστι-
κή Ανατολή.

Μυστική και εντελώς προσωπική υπόθεση, η μαγεία
στην αρχαιότητα, δεν θα μπορούσε να είναι θέμα δημό-
σιας συζήτησης. Οι αναφορές στη μαγεία, των ποιητών,
των ρητόρων, των φιλοσόφων και των ιστορικών, αν και
απελπιστικά λίγες, μας βοηθούν πάντως να κατανοή-
σουμε κάπως αυτόν τον σκοτεινό και άγριο κόσμο, που
είναι τόσο ξένος με έναν πολιτισμό φημισμένο για τον
ορθολογισμό του.

Οι ποιητές, οι οποίοι λόγω της μεγαλύτερης ελευθε-
ρίας έκφρασης στα έργα τους, δίνουν τις περισσότερες
πληροφορίες για τη μαγεία στην αρχαία Ελλάδα.

Το γεγονός ότι στα έργα των αρχαίων Ελλήνων ποιη-
τών δεν αναφέρονται μάγοι, αλλά μόνο μάγισσες, απο-
δεικνύει πως στην αρχαία Ελλάδα η μαγεία ήταν ουσια-
στικά γυναικεία υπόθεση.

Η Αγαμήδη, κόρη ή σύζυγος του Μούλιου, ο οποί-
ος σκοτώθηκε από τον Νέστορα, όπως αναφέρεται
στην «Ιλιάδα», ήταν ειδική στα μαγιοβότανα. Ενώ στην
«Οδύσσεια» εμφανίζονται δύο κορυφαίες μορφές μα-
γισσών, η Κίρκη και η Καλυψώ.

Η Κίρκη, μπορεί να μεταμορφώνει τους ανθρώπους
σε ζώα, όπως συνέβη με τους συντρόφους του Οδυσσέα,
ενώ η Καλυψώ, που η ιδιότητα της μάγισσας δεν δηλώ-
νεται ευθέως, όπως της Κίρκης, αλλά απλώς υπονοείται,
έχει την ικανότητα να εξουσιάζει τους ανέμους.

Η κορυφαία, ίσως, μορφή μάγισσας στην αρχαία ελ-
ληνική ποίηση, είναι η Μήδεια, όπως παρουσιάζεται
στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, αλλά και στον
τέταρτο «Πυθιόνικο» του Πινδάρου.

Η Μήδεια, η οποία κατέχει την τέχνη των μαγικών
βοτάνων, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως δη-
λητήρια, είναι το πρότυπο της μοχθηρής, εκδικητικής
μάγισσας, η οποία διαπράττει πλήθος φόνων: σκοτώνει
τον αδελφό της Άψυρτο, τον βασιλιά της Ιωλκού, τον
Πελία. Ακόμη και τα ίδια τα παιδιά της, για να εκδικηθεί
τον άπιστο σύζυγο της Ιάσονα, ενώ προσπάθησε να δη-
λητηριάσει και τον Θησέα, γιο του βασιλιά της Αθήνας,
Αιγέα.

Για το θέμα της μαγείας, οι μεγάλοι ιστορικοί της αρ-
χαιότητας αποδείχθηκαν λακωνικοί, αν όχι εντελώς σιω-
πηλοί. Ο Ηρόδοτος κάνει εκτενή αναφορά στους μάγους
του περσικού βασιλείου, αλλά δεν αναφέρει τίποτε για
Έλληνες μάγους.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει τον μύθο της Μή-
δειας, κόρης της Εκάτης, που διδάχθηκε την τέχνη της
σύνθεσης των θανατηφόρων δηλητηρίων από τη μητέ-
ρα της, ενώ θεωρεί μάγους και τους Ιδαίους Δακτύλους,
πρώτους κατοίκους της Κρήτης, οι οποίοι έφθασαν στο
νησί από τη Φρυγία.

Η ελληνική φιλοσοφική σκέψη, βασισμένη στη λα-
τρεία της λογικής, φαίνεται φυσικά εντελώς ασύμβα-
τη με τη μαγεία. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες φιλόσοφοι
ασχολήθηκαν με τις μαγικές πρακτικές, καταδικάζοντας
τες βέβαια απερίφραστα, τις περισσότερες φορές.

Κατά τον Ντοντς, ο Πλάτων διασταύρωσε γόνιμα την
παράδοση του ελληνικού ορθολογισμού με μαγικές-
θρησκευτικές ιδέες, που οι πιο απομακρυσμένες ρίζες
τους ανήκουν στον βόρειο σαμανιστικό πολιτισμό.

Τον 4ο αιώνα π.Χ., εποχή που έζησε ο Πλάτων, το
ορθολογιστικό πνεύμα του 5ου αιώνα είχε αρχίσει να
υποχωρεί και οι μαγικές - μυστηριακές λατρείες γνώ-
ριζαν μεγάλη διάδοση. Η λατρεία του Ασκληπιού είχε
γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής, ενώ συγχρόνως διαδίδονταν
οι οργιαστικές λατρείες της Κυβέλης, του Άττι και του
Άδωνι.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Πλάτων νιώθει να ελκεται
αλλά και να απωθείται, συγχρόνως, από τον χώρο της
μαγείας. Αποδέχεται τις ταφικές τελετές που επιδιώ-
κουν να προκαλέσουν την παρέμβαση των νεκρών στις
υποθέσεις των ζωντανών, αλλά συγχρόνως καταδικάζει
τη χρήση των φίλτρων και τις μαγγανείες.

Γνωρίζοντας τον αισχρό χαρακτήρα της μαγείας, ο
Πλάτων καταδικάζει τους μάγους σε πολλά κείμενά
του. Στην «Πολιτεία» του αναφέρει: «Εξ άλλου, αγύρτες
και μάντεις πηγαίνουν στ’ αρχοντικά των πλουσίων, τους
πείθουν πως έχουν από τους θεούς κάποια δύναμη, που
την παίρνουν με θυσίες και γητέματα, να θεραπεύουν
κάθε άδικη πράξη που έκαμαν αυτοί, οι πλούσιοι ή οι
προγονοί τους. Και αν θέλει κανείς να τιμωρήσει κανέ-
ναν εχθρό του με μικρή δαπάνη, μπορούν να βλάψουν
τον δίκαιο και τον άδικο, γιατί, καθώς λένε, κατορθώ-
νουν να πείθουν τους θεούς να τους εξυπηρετούν».

Αρνητικότατη η στάση των αρχαίων Ελλήνων δια-
νοητών απέναντι στον κόσμο της μαγείας, και είναι
απόλυτα φυσιολογική. Ο ορθολογισμός της κλασικής
αρχαιότητας δεν μπορούσε να συμβαδίζει με πρωτόγο-
νες πρακτικές.

Τα φυσικά φαινόμενα δεν θεωρούνταν θεϊκές εκδη-
λώσεις, οι αρρώστιες και τα δεινά των ανθρώπων δεν
οφείλονταν στην εκδικητικότητα των θεών.

Η θεώρηση του κόσμου μέσα από το πρίσμα της λογι-
κής και η προσπάθεια καθιέρωσης μιας ηθικής, θεμελι-
ωμένης σε ανθρώπινες αρχές, δεν θα μπορούσαν ποτέ
να συνυπάρξουν με τα μάγια και τα ξόρκια, στα οποία
κατέφευγαν μαζικά οι απλοί, αμόρφωτοι άνθρωποι.

Βασικό χαρακτηριστικό της μαγείας, ανεξάρτητα από
περιοχή, γλώσσα ή λαό, είναι η προσφυγή σ’ αυτήν των
φτωχών και των απόκληρων της κοινωνίας, καθώς επί-
σης και των γυναικών, εκείνου του τμήματος του πλη-
θυσμού που ζούσε στην αφάνεια, περιορισμένο στις
οικιακές ενασχολήσεις, αποκλεισμένο από την πολιτική
και την κοινωνική ζωή.

Ειδικά στην περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας, η αρ-
χαία ελληνική πόλη, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση
την αρχαία Αθήνα, όσο και αν εξιδανικεύθηκε ως πρότυ-
πο πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, δεν πρέπει να
λησμονούμε ότι ήταν μια κοινωνία θεμελιωμένη στους
αποκλεισμούς.

Αποκλεισμό των γυναικών, των μετοίκων, των δού-
λων, αποκλεισμό ακόμη και των εφήβων. Σύμφωνα με
έρευνες, στην Αθήνα, το 432 π.Χ. στις παραμονές του
Πελοποννησιακού Πολέμου, σε ένα σύνολο πληθυσμού
της τάξης των 120-150 χιλιάδων ατόμων, οι ελεύθεροι
πολίτες ήταν μόλις 25 με 30 χιλιάδες, ουσιαστικά μια
προνομιούχος μειοψηφία, η οποία είχε αναλάβει απο-
κλειστικά τον έλεγχο των κρατικών υποθέσεων.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η μαγεία αποτελούσε
το καταφύγιο των άλλων, των πολλών, εκείνης της σιω-
πηλής πλειοψηφίας, που δεν είχε πολιτικά και κοινωνι-
κά δικαιώματα.

Προφανώς δεν είναι τυχαίο, που στα μεγάλα έργα
της αρχαίας ελληνικής ποίησης, στον Όμηρο και στους
τραγικούς, δεν απαντώνται μάγοι, αλλά μάγισσες όπως
η Κίρκη, η Καλυψώ, η Μήδεια.

Αποκλεισμένες από την επίσημη θρησκεία, αφού
στην αρχαία ελληνική πόλη οι θρησκευτικές τελετές
ήταν κοινωνικές εκδηλώσεις, τελούμενες σχεδόν απο-
κλειστικά από άνδρες, οι γυναίκες κατέφευγαν στη μα-
γεία, ο κόσμος της οποίας ήταν η κοινωνία αντεστραμ-
μένη, αφού στον κόσμο αυτό κυβερνούσαν οι γυναίκες,
αυτές ακριβώς που δεν διέθεταν πολιτικά δικαιώματα
στην κοινωνία της πόλης.

Εκτός από τις γυναίκες, στο περιθώριο της πολιτικής
και κοινωνικής ζωής βρίσκονταν και δύο άλλες κατηγο-
ρίες του πληθυσμού, οι μέτοικοι, οι ξένοι δηλαδή που
ζούσαν στην Αθήνα, και οι δούλοι.

Mέτοικοι προερχόμενοι από την Ανατολή, ήταν εξοι-
κειωμένοι με τις απόκρυφες λατρείες, οπότε τα μάγια
και τα ξόρκια αποτελούσαν γι’ αυτούς ένα μέσο για την
οικονομική τους επιβίωση.

Περισσότερο όμως από όλους, τη μαγεία χρησιμο-
ποιούσαν οι δούλοι. Άνθρωποι χωρίς το παραμικρό
πολιτικό και κοινωνικό δικαίωμα, οι δούλοι βρίσκονταν
κυριολεκτικά στο έλεος του αφέντη τους. Η προσφυγή
στις επικλήσεις δαιμόνων και θεοτήτων, ήταν γι’ αυτούς
τους απόκληρους της κοινωνίας, ένας τρόπος να αντιμε-
τωπίσουν τις τραγικές συχνά συνθήκες της ζωής τους.

Ξόρκια του έρωτα, τα οποία αποσκοπούν να εμπνεύ-
σουν τον έρωτα κάποιου προσώπου, γι’ αυτόν που κά-
νει το ξόρκι, επικλήσεις για την αντιμετώπιση κάποιας
αρρώστιας, αλλά και ξόρκια του μίσους με κατάρες,
ακόμη και για τον θάνατο ενός εχθρού, είναι τα κείμενα
που αναγράφονται στους παπύρους και στις πινακίδες,
ενώ στους εγχάρακτους λίθους οι επιγραφές συνοδεύο-
νται από συμβολικές παραστάσεις, εξαιρετικά δυσνόη-
τες μερικές φορές, ως προς το πραγματικό τους νόημα.

Στη ρωμαϊκή περίοδο οι κατάδεσμοι, εκτός από τα
νεκροταφεία, αφήνονταν επίσης σε πηγάδια, λόγω της
υποτιθέμενης επικοινωνίας των υπογείων νερών με τον
Κάτω Κόσμο, αλλά και στα κατώφλια ή στους τοίχους
των σπιτιών των θυμάτων.

Μετά το θάνατο του Γερμανού, θετού γιού του αυ-
τοκράτορα Τιβέριου, στην Αντιόχεια (19 μ.Χ.), ανακα-
λύφθηκαν σε κρυψώνα στους τοίχους του σπιτιού του,
κατάδεσμοι με το όνομά του, των οποίων την δραστη-
ριότητα αύξανε η παρουσία μουμιοποιημένων σαρκών
πτωμάτων και σταχτών πιτσιλισμένων με αίμα.

Οι κατάδεσμοι του ιπποδρόμου τοποθετούνταν συ-
νήθως στα δυσκολότερα σημεία του στίβου, στην εκκί-
νηση ή στο σημείο τερματισμού, με σκοπό να προκα-
λέσουν ατύχημα κατά τη διέλευση του άρματος από
εκείνο το σημείο.

Χαρακτηριστικό των ύστερων καταδέσμων είναι η
χρήση των «βαρβάρων ονομάτων», φθόγγων, κυρίως
φωνηέντων, ή λέξεων που παραπέμπουν στα φοινικικά,
εβραϊκά, ασσυριακά και αιγυπτιακά, και αντιστοιχούν
στα μυστικά ονόματα των θεοτήτων και των δαιμόνων.

Τέτοια ονόματα απαντούν σε αφθονία στους δικα-
στικούς καταδέσμους της Κλαυδιόπολης και του Βυζα-
ντίου (Κωνσταντινούπολης). Κάποτε οργανώνονταν σε
γεωμετρικά σχήματα, π.Χ. τρίγωνα ή ρόμβους.

Ανάλογο ρόλο έπαιζαν και οι «χαρακτήρες», σύμβο-
λα που θυμίζουν γράμματα του αλφαβήτου, αλλά με
πιο σύνθετη κατασκευή.

Τα βάρβαρα ονόματα και οι χαρακτήρες, εκτός του
ότι είναι η γλώσσα που οι δαιμονικές δυνάμεις κατα-
λαβαίνουν, ώστε να εξαναγκαστούν να συνδράμουν
τον μάγο, δημιουργούσαν την απαραίτητη ατμόσφαιρα
υποβολής του αιτήματος.

Μερικά παραδείγματα μιλούν από μόνα τους για τα
ακραία (μερικές φορές) συναισθήματα έρωτα, πάθους,
αγωνίας και μίσους, που αποπνέουν τα κείμενα των μα-
γικών παπύρων και πινακίδων.

Σ’ έναν ελληνικό πάπυρο που βρέθηκε στην πόλη Χα-
ουάραχ της Αιγύπτου, καταγράφεται ένα ξόρκι με τον
σαφή στόχο, να προκαλέσει σε κάποιον Ευτυχή, γιο της
Ζωσίμης, έρωτα για μια γυναίκα, της οποίας το όνομα
δεν διαβάζεται.

«Όπως ο Τυφώνας είναι εχθρός του Ήλιου, έτσι να
καεί και η ψυχή του Ευτυχούς, γιου της Ζωσίμης, από
έρωτα για την. . . κόρη της. . . Διούς.

Ο Αβράσαξ να κάψει την καρδιά και την ψυχή του
Ευτυχούς, από έρωτα γι’ αυτόν, τον Ευτυχή, τον γιο της
Ζωσίμης, αμέσως, γρήγορα, γρήγορα, αυτή τη στιγμή,
σήμερα κιόλας.

Ο Αδωνάι να κάψει την ψυχή του Ευτυχούς, καθώς
και την καρδιά του, από έρωτα για την. . ., την κόρη της. .
., αμέσως, γρήγορα, αυτή τη στιγμή, σήμερα κιόλας».
Η αναφορά ξένων θεοτήτων και δαιμόνων σε ένα ελ-
ληνικό κείμενο, είναι χαρακτηριστική για τις επιδράσεις
από την Ανατολή, στα ελληνικά μαγικά κείμενα, ενώ η
αδέξια και ακατέργαστη γλώσσα, γεμάτη στερεότυπες
εκφράσεις, αποδεικνύει ότι ο μάγος, στον οποίο απευ-
θύνθηκε η ερωτευμένη γυναίκα, μάλλον ήταν ξενικής
καταγωγής, ή δεν ήταν καθόλου μορφωμένος.

Φαρμακεία

Από την τραγωδία του Σοφοκλή Ριζοτόμοι σώζονται
μερικά πολύ ενδιαφέροντα αποσπάσματα, σχετικά με
την ύπαρξη μαγικών πρακτικών στην Αθήνα του 5ου
π.Χ. αιώνα.

Σε ένα από αυτά, περιγράφεται ο τρόπος που η ξα-
κουστή μάγισσα Μήδεια μάζευε τα δηλητηριώδη βότα-
να, για τις φαρμακείες της: «... αποστρέφοντας το κεφά-
λι της μαζεύει τον αργυρόχρωμο χυμό, που στάζει από
την πληγή του φυτού σε χάλκινους κάδους... και οι σκε-
πασμένες κύστεις κρύβουν τα βοτάνια, που η μάγισσα
γυμνή, θέριζε με χάλκινα δρεπάνια αλαλάζοντας».
Την άσκηση της φαρμακείας από μια γριά υπηρέτρια,
περιγράφει και ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Ιππόλυ-
τος

 Fotini Kakogiannoy

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα