Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

O Κόκκινος Δράκος Αγρίεψε


O Κόκκινος Δράκος Αγρίεψε
O Κόκκινος Δράκος πυρπολεί την παγκόσμια οικονομία
Ο δείκτης Shanghai Composite κάνει «βουτιά» 8,45%, ο CSI καταγράφει απώλειες 8,56%, ο Nikkei έφτασε να υποχωρεί 4%, ο Hang Seng καταγράφει απώλειες 4,7% Μαζικό ξεπούλημα στις ασιατικές αγορές, καθώς εντείνεται η πτώση των κινεζικών μετοχών και οι επενδυτές ψάχνουν για έξοδο από τους τίτλους υψηλότερου κινδύνου, εν μέσω φόβων για επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας λόγω Κίνας.
Ράλι στα ομόλογα που θεωρούνται “ασφαλή καταφύγια” και για το γεν, καθώς εξαπλώνονται οι αναταραχές στις παγκόσμιες χρηματαγορές, που ξεκίνησαν πριν από δυο εβδομάδες όταν η Κίνα αποφάσισε να υποτιμήσει το γουάν, πυροδοτώντας φόβους για την κατάσταση της οικονομίας της χώρας. Ισχυρό πλήγμα δέχονται όλες οι ασιατικές αγορές, με τον δείκτη MSCI Ασίας-Ειρηνικού εκτός Ιαπωνίας να υποχωρεί κατά 4% σε χαμηλό τριών ετών. Ο δείκτης Shanghai Composite κάνει “βουτιά” 8,45%, ο δείκτης CSI 8,56%, ενώ ο δείκτης Nikkei έφτασε να υποχωρεί κατά περισσότερο από 4%, ο δείκτης Hang Seng καταγράφει απώλειες 4,7%, ο δείκτης ASX 3% και ο δείκτης Kospi 2,16%.
Πώς φτάσαμε εδώ
Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015: η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας, δηλαδή η κεντρική τράπεζα της μεγάλης ασιατικής χώρας, ανακοινώνει μία ακόμα παρέμβασή της στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, επιδιώκοντας να αποτρέψει τη συνεχιζόμενη και εσχάτως αυξανόμενη εκροή κεφαλαίων από τη χρηματιστηριακή αγορά και να σταθεροποιήσει το γουάν.

Αυτή τη φορά η κεντρική τράπεζα της Κίνας διοχέτευσε στην αγορά περί τα 120 δισ. γουάν (ήτοι 18,76 δισ. δολάρια) μέσω συμφωνιών επαναπώλησης (reverse repos) διάρκειας επτά ημερών. Είχε προηγηθεί μία ακόμα παρέμβαση στις αρχές της εβδομάδας, ύψους 150 δισ. γουάν, ενώ άλλα 90 δισ. γουάν είχαν διοχετευτεί στην αγορά από την People’s Bank of China την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα. Δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες δισ. δολάρια -αφού από την αρχή του χρόνου και έως τον Ιούνιο η κεντρική τράπεζα είχε χορηγήσει συνολικές ενέσεις ρευστότητας άνω των 205 δισ. γουάν στην αγορά- ρίχνονται βορά στα κερδοσκοπικά funds και στην προσπάθεια να διασκεδαστούν οι φόβοι των επενδυτών για μια νέα ασιατική κρίση. Ή σωστότερα, στους φόβους ακόμα και των πλέον ψύχραιμων ότι με επίκεντρο το Πεκίνο ξεκινά ένας νέος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος.
Μπορεί να φαντάζει ακραίος αυτός ο χαρακτηρισμός, όμως δεν παύει να είναι ένας όρος στον οποίο πλέον αναφέρονται ολοένα πιο συχνά οι αναλυτές μεγάλων οίκων και οι αρθρογράφοι κορυφαίων media ανά τον κόσμο. Ολοι αυτοί μιλούν πια για έναν εν εξελίξει, ή έστω υπό διαμόρφωση παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ κορυφαίων οικονομικών δυνάμεων που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία της πορείας τους: η μία, η Δύση, βρίσκεται θεωρητικά σε φάση αναθέρμανσης της οικονομίας της, ενώ η Ασία, με πρώτη την Κίνα, φαίνεται ότι εισέρχεται σε μια νέα περίοδο ύφεσης, με προφανή αντικρουόμενα συμφέροντα.
Η Κίνα, η αδιαμφισβήτητη ατμομηχανή της ασιατικής οικονομίας και μέχρι πρότινος η μεγαλύτερη σε τζίρους διεθνής οικονομία, μια χώρα αχανής με δυναμική προοπτική ως προς την εσωτερική κατανάλωση και ζήτηση, αλλά ταυτόχρονα Νο 1 πελάτης της Δύσης είτε σε πρώτες ύλες και ενέργεια, είτε σε καταναλωτικά προϊόντα και παράλληλα Νο 1 εξαγωγέας παντός είδους προϊόντων, βρίσκεται αντιμέτωπη, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, με την πιθανότητα ύφεσης στους ρυθμούς ανάπτυξής της. Μιας ύφεσης που προφανώς δεν θα έχει αντίκτυπο μόνο στο εσωτερικό της χώρας, αλλά θα επιφέρει σημαντικό πλήγμα στη διεθνή οικονομία και στο παγκόσμιο εμπόριο, αφού η Κίνα είναι κρίσιμο μέγεθος είτε ως πωλητής, είτε ως καταναλώτρια οικονομία.
Κι αυτό συμβαίνει ακριβώς την ώρα που οι δυτικές οικονομίες, οι ανεπτυγμένες αγορές σε Ευρώπη, Ιαπωνία και ΗΠΑ, έχουν περάσει εδώ και λίγο διάστημα σε φάση αναθέρμανσης της οικονομίας τους, επίσης για πρώτη φορά εδώ και χρόνια. Γίνεται εύκολα αντιληπτό πως αν συνεχιστεί αυτή η εκτός ελέγχου επιβράδυνση στην κινεζική και στη συνέχεια στις μεγαλύτερες από τις αναδυόμενες οικονομίες, ο κίνδυνος να περάσουμε σε μια νέα περίοδο παγκόσμιας ύφεσης είναι τεράστιος. Οι αναλυτές προετοιμάζονται για ένα ιδιαίτερα καυτό φθινόπωρο, θεωρώντας πως το παγκόσμιο θέμα στην οικονομία θα είναι η προσπάθεια τιθάσευσης της νέας κινεζικής κρίσης.
Προς το παρόν, ενώ οι κινήσεις των κινεζικών αρχών κρίνονται λογικές με βάση τα συμφέροντα και τις ανάγκες της εγχώριας οικονομίας τη δεδομένη χρονική στιγμή, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες για την παγκόσμια οικονομική ισορροπία. Αίφνης η απόφαση της Κίνας να υποτιμήσει το νόμισμά της αποτελεί μια κίνηση τόνωσης της αδύναμης ζήτησης στο εσωτερικό της χώρας και μια ανάσα για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, αλλά ταυτόχρονα και πηγή περαιτέρω πιέσεων προς τους ανταγωνιστές της. Οι Κινέζοι ποντάρουν στο σενάριο της διατήρησης της αναθέρμανσης της παγκόσμιας οικονομίας για να επιτύχουν μια ζωογόνηση της εσωτερικής τους ζήτησης.
Πλην όμως, μπορεί στην παρούσα φάση να καταγράφεται μια προσπάθεια οικονομικής ανάπτυξης στις ΗΠΑ με παράλληλη ανάκαμψη των οικονο­μιών σε Ιαπωνία και Ευρώπη, η πείρα όμως δείχνει πως αν ένας κορυφαίος παίκτης όπως η Κίνα δεν πετύχει να επιστρέψει σύντομα σε τροχιά ανάπτυξης, δύσκολα θα μπορέσει μόνη της η αμερικανική οικονομία να καλύψει το κενό. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που αυτή δεν έχει πια το εργαλείο της ποσοτικής χαλάρωσης, ενώ για την Ευρώπη η πολιτική της νομισματικής χαλάρωσης δεν έχει καταφέρει ακόμα να δώσει κάποια πρώτα αποτελέσματα επιτάχυνσης της ανάπτυξης.
Σενάρια πολέμου
Οι πιο διορατικοί μιλούσαν εδώ και χρόνια για την ανισορροπία στην παγκόσμια οικονομία. Χρειάστηκε όμως να μεσολαβήσει η μεγάλη κρίση, που εν πολλοίς επηρέασε σχεδόν όλες τις οικονομίες από το 2010 και μετά, για να κατανοήσουν όλοι ότι οι διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες κινούνται οι μεγάλες αγορές ανά τον πλανήτη μπορούν τελικά να οδηγήσουν ίσως σε ένα είδος παγκόσμιου οικονομικού πολέμου. Στην παρούσα φάση οι αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες μάλιστα αναζητούν μεγαλύτερο ρόλο στα παγκόσμια κέντρα αποφάσεων, έχουν περάσει από τη φάση κατά την οποία βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της ανάπτυξης σε φάση τουλάχιστον προβληματική. Για του λόγου το αληθές, από την ομάδα των BRICS ουσιαστικά μόνο η Ινδία εξακολουθεί ακόμα να αναπτύσσεται. Βραζιλία και Ρωσία βρίσκονται εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια σε βαθιά ύφεση, ενώ η οικονομία της Κίνας πλέον επιβραδύνει με ταχείς ρυθμούς.
Αυτό σημαίνει ότι οι κίνδυνοι μιας νέας παγκόσμιας ύφεσης είναι ορατοί. Οι τιμές του πετρελαίου βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά, το ίδιο και οι αγορές εμπορευμάτων και αρκετών πρώτων υλών. Η Κίνα με τα εσωτερικά της προβλήματα έχει ένα νόμισμα πια τόσο φτηνό που κανείς διεθνής ανταγωνιστής της δεν μπορεί να αντιπαρέλθει. Εάν η κατάσταση συνεχιστεί, θα αλλάξει το τοπίο και στο παγκόσμιο εμπόριο και στη μεταποίηση. Οι αρνητικές συνέπειες για τις εκτός Ασίας αγορές και οικονομίες θα είναι τεράστιες ακριβώς τη στιγμή που αυτές οι οικονομίες πασχίζουν να μπουν ξανά σε τροχιά ανάπτυξης.
Την ίδια στιγμή η αμερικανική οικονομία έχει μπει σε τροχιά αύξησης των επιτοκίων του δολαρίου, απόφαση πάντως που είχε ληφθεί πριν από το ξέσπασμα της χρηματιστηριακής κρίσης στην Κίνα. Αν η Fed επιμείνει στο αρχικό της πλάνο και αυξήσει τα επιτόκια αργότερα φέτος, οι επενδυτές θα κληθούν να αποτιμήσουν τη διαφορά πολιτικής μεταξύ Πεκίνου και Ουάσινγκτον. Εάν δεν πειστούν για τη δυνατότητα της αμερικανικής οικονομίας να διατηρήσει τους ρυθμούς ανάπτυξής της, τότε οι αναλυτές διαβλέπουν ως πιθανή μια διόρθωση στη χρηματιστηριακή αγορά των ΗΠΑ. Ή ένα ράλι του δολαρίου έναντι του γουάν. Αυτό απλά σημαίνει νέες πιέσεις στις εξαγωγές των ΗΠΑ και μοιάζει πολύ με αιτία πολέμου.
financial crisis china stock market  (9)
Οι «κρυφές» απειλές
Αφανείς πτυχές της κινεζικής κρίσης – Πώς φτάσαμε στη φούσκα
Εκείνο που λίγοι μη ειδικοί γνωρίζουν -και ακόμα λιγότερα διεθνή media δείχνουν πρόθυμα να «φωτίσουν»- είναι το γεγονός πως η δραματική υποχώρηση των χρηματιστηριακών δεικτών και η κατακρήμνιση των αποτιμήσεων εκατοντάδων μετοχών στις κινεζικές αγορές της Σανγκάης και της Σενζέν οφείλεται στο σκάσιμο μιας φούσκας την οποία συντηρούσαν σκιώδεις τράπεζες και χρηματοπιστωτικοί οίκοι, με ακόμα πιο σκιώδεις σχέσεις με γνωστές και μη εξαιρετέες τράπεζες – είτε της Ασίας, είτε της Δύσης.
Η αλήθεια είναι ότι ο πρόσφατος χρηματιστηριακός πυρετός στην Κίνα ξεκίνησε από τον κλάδο του real estate, που όπως στις ΗΠΑ έτσι και στην Κίνα κατέρρευσε περίπου στα τέλη της περασμένης χρονιάς, με τις αποτιμήσεις εκατοντάδων χιλιάδων επενδύσεων σε ακίνητα να μετατρέπονται σε σκόνη και τα αντίστοιχα δάνεια να μην μπορούν να αποπληρωθούν. Καμία έκπληξη συνεπώς δεν προκλήθηκε από το γεγονός πως μαζί με τη φούσκα των στεγαστικών δανείων «έσκασε» και μια περιφερειακή κρατική χρηματοπιστωτική εταιρεία. Ο λόγος για την κρατική εταιρεία εγγύησης δανείων της βόρειας επαρχίας Χεμπέι, η οποία έχει αναστείλει κάθε πληρωμή εγγύησης δανείου από τον Ιανουάριο φέτος. Η κεντρική κυβέρνηση δεν έχει ακόμα αποφασίσει τι θα πράξει με την εταιρεία, καθώς στην πορεία αποκαλύφθηκε μια πρακτική που επισήμως δεν αναγνωρίζεται από τις Αρχές, πλην όμως αποτελεί, όπως όλα δείχνουν, μια συνηθισμένη μέθοδο, υπό την ανοχή του κράτους, ώστε να επιτυγχάνονται μέχρι τώρα τρελοί ρυθμοί ανάπτυξης ακόμα και από μικρομεσαίες εταιρείες.
Τι ακριβώς συνέβαινε; Η κρατική χρηματοπιστωτική εταιρεία, με κεφάλαια από τα στεγαστικά δάνεια, των οποίων εγγυάτο και τις αποπληρωμές, έδινε ρευστό σε τρίτες εταιρείες, όχι επίσημα αναγνωρισμένες αλλά σκιώδεις τράπεζες, οι οποίες με τη σειρά τους δάνειζαν κεφάλαια σε εταιρείες που δεν ήταν τόσο μεγάλες ή τόσο φερέγγυες ώστε να λάβουν δάνεια από επίσημες τράπεζες της χώρας. Κάπως έτσι, μόνο αυτή η περιφερειακή κρατική εταιρεία στο Χεμπέι είχε υπό την ομπρέλα της πάνω από 50 μη επίσημα αναγνωρισμένους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, που με τη σειρά τους είχαν χορηγήσει σε τρίτους δάνεια συνολικού ύψους 50 δισ. γουάν, ή, αν προτιμάτε, 7,8 δισ. δολάρια. Οι μισοί και πλέον από τους οργανισμούς αυτούς έχουν αναπτύξει παράλληλες σχέσεις με αμερικανικές, ευρωπαϊκές ή άλλες τράπεζες, αλλά επίσης έχουν δανείσει εκατοντάδες εταιρείες, πολλές εκ των οποίων είναι θυγατρικές εταιρειών ξένων συμφερόντων, ή κοινοπραξίες κινεζικών με δυτικές εταιρείες!
Το πρόβλημα είναι ολοφάνερο: η κεντρική κυβέρνηση θεωρητικά δεν γνώριζε τι συνέβαινε -κι αυτό φαίνεται πως συμβαίνει σε όλες τις επαρχίες της χώρας, ενδεχομένως σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα- και τώρα καλείται να αποφασίσει εάν θα αφήσει να καταρρεύσει ολόκληρο το σύστημα οικονομικών σχέσεων που έχει δημιουργηθεί. Ηδη πάντως στην επαρχία Χεμπέι πάνω από 1.000 (!) τοπικοί επιχειρηματίες και παράγοντες έχουν ήδη απευθύνει ανοιχτή επιστολή στον τοπικό αξιωματούχο του Κομμουνιστικού Κόμματος ζητώντας να αναλάβει η κυβέρνηση να σώσει τις εμπλεκόμενες εταιρείες και συνεπακόλουθα ολόκληρη την επαρχία από μια ευρύτερη καταστροφή.
Για να έχουμε μια τάξη μεγέθους του προβλήματος, σύμφωνα με το ρεπορτάζ αμερικανικών media υπάρχει ένας τόσο ισχυρός ιστός τέτοιων οικονομικών σχέσεων στην Κίνα ώστε ελλοχεύει ο κίνδυνος «ενός ντόμινο από αλλεπάλληλες και αλληλένδετες πτωχεύσεις, στις οποίες θα εμπλακούν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τεράστια χρηματικά ποσά και τελικά το ίδιο το Δημόσιο». Τα ίδια ρεπορτάζ ανεβάζουν το συνολικό ύψος των κεφαλαίων που τζιράρονται στην Κίνα μέσω του σκιώδους τραπεζικού συστήματος στα 6,9 τρισ. γουάν!
MΑΥΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Στο επίκεντρο της νέας πτώσης βρίσκεται η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας και οι επιπτώσεις που αυτή αναμένεται να έχει στην πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Το χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης κατέγραφε απώλειες 3,1% και κινείτο κάτω από το όριο των 10.000 μονάδων, στις 9,797,7 μονάδες, για πρώτη φορά από τον Ιανουάριο. Ο δείκτης FTSE 100 στο Λονδίνο, που έχει πολλές μετοχές εταιρειών πρώτων υλών εκτεθειμένες στην επιβράδυνση της οικονομίας της Κίνας υποχωρούσε 2,9%, ενώ στο Παρίσι ο δείκτης CAC 40 σημειώνει απώλειες 3,5%. Απώλειες 3% σημειώνει και ο πανευρωπαϊκός δείκτης μετοχών FTSE Eurofirst 300.
Η πτώση στην Ευρώπη ακολουθεί τις μεγάλες πωλήσεις μετοχών στην Κίνα, όπου ο σύνθετος δείκτης του χρηματιστηρίου της Σαγκάης μειώθηκε έως 8,5%, χάνοντας όλα τα κέρδη που είχε μέσα στο 2015. Σημειώνεται ότι οι ενδείξεις επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας εντάθηκαν την περασμένη εβδομάδα. Η κεντρική τράπεζα της Κίνας διέψευσε τις ελπίδες λήψης μέτρων μέσα στο Σαββατοκύριακο, μην προχωρώντας σε μείωση των επιτοκίων ή την παροχή ρευστότητας.
Πτώση σχεδόν 4% κατέγραφε σήμερα [23/08/2015] λίγο μετά την έναρξη των συναλλαγών και το χρηματιστήριο της Λισαβόνας. Ο πορτογαλικός δείκτης PSI 20 κατέγραψε πτώση 3,80% και διαμορφώθηκε στις 5.087,35 μονάδες. Η έλλειψη δράσης τόνισε την ανησυχία ότι το Πεκίνο δεν διακινδυνεύει πλέον την αξιοπιστία του προκειμένου να τονώσει τη χρηματιστηριακή αγορά. Η κίνησή του να επιτρέψει σήμερα στο κύριο ασφαλιστικό ταμείο να επενδύσει σε μετοχές για πρώτη φορά, ανοίγει έναν δρόμο για να μπουν κεφάλαια στην αγορά, αλλά δεν ήταν αρκετή για να σταματήσει τις πωλήσεις.
Το ευρώ ενισχύθηκε στο υψηλότερο επίπεδο εξαμήνου και πλέον έναντι του δολαρίου, καθώς οι επενδυτές αγόραζαν το κοινό νόμισμα, καθώς τα ασιατικά νομίσματα έχασαν την ελκυστικότητά τους στην αναταραχή και εν όψει της προοπτικής μειώσεων των επιτοκίων στην Ασία μετά την υποτίμηση του γουάν από την Κίνα. Καθημερινά πλέον καταγράφεται κι ένα καινούργιο μίνι-κραχ στις ασιατικές αγορές και είναι ενδεικτικό πως ο δείκτης-βαρόμετρο της περιοχής, ο δείκτης MSCI Ασίας-Ειρηνικού έκλεισε το πρωί με νέες απώλειες της τάξης του 4% σε χαμηλό τριών ετών. Πάνω από 9% έχασαν εκ νέου σήμερα οι μεγάλες κινεζικές αγορές με αποτέλεσμα ήδη να έχουν “διαγράψει” όλα τα κέρδη από την αρχή της χρονιάς.
Συγκεκριμένα με μεγάλη πτώση 4,61% έκλεισε σήμερα το χρηματιστήριο του Τόκιο, για πέμπτη συνεχή ημέρα,λόγω των ανησυχιών για την παγκόσμια οικονομική κατάσταση γενικά και για την κατάσταση της κινεζικής οικονομίας ειδικότερα. Ενώ το χρηματιστήριο της Σανγκάης κατέγραψε πτώση 8,49%, ο βασικός δείκτης Nikkei υποχώρησε κατά 4,61%, σημειώνοντας απώλειες 895,15 μονάδων για να κλείσει στις 18,540.68 μονάδες. Ο Nikkei έχει υποχωρήσει συνολικά κατά 10% καταγράφοντας απώλειες 2.079 μονάδων στις τελευταίες πέντε συνεδριάσεις.
Το χειρότερο είναι πως οι επενδυτές φοβούνται μια μαζική επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας ακριβώς λόγω Κίνας καθώς πλέον δεν είναι “ορατή” ούτε καν η πρόθεση, η πολιτική που θα ακολουθήσει στη συνέχεια η κεντρική τράπεζα της χώρας. Έχουν προηγηθεί αρκετές άκαρπες προσπάθειες να στηριχθούν οι μετοχικές αγορές, έχει προηγηθεί μια υποτίμηση στο γουάν και επισήμως μια ανακοίνωση των εποπτικών αρχών της Κίνας που αναφέρει πως σταματά προσώρας η στήριξη της αγοράς με νέες χρηματοδοτήσεις. Σενάριο πάντως που οι δυτικοί αναλυτές δεν πιστεύουν και αντιθέτως εκτιμούν πως η Κεντρική Τράπεζα της Κίνας ετοιμάζεται κυριολεκτικά να “πλημμυρίσει” με ρευστότητα το τραπεζικό σύστημα της χώρας, προκειμένου να δώσει ώθηση στον τραπεζικό δανεισμό και να αποτρέψει φυγή κεφαλαίων μετά την υποτίμηση του γουάν.
Είναι ενδεικτικό σχετικό δημοσίευμα του πρακτορείου Dow Jones Newswires, σύμφωνα με το οποίο η κινεζική τράπεζα, το αργότερο έως τις αρχές του επόμενου μήνα, θα μειώσει περαιτέρω κατά μισή ποσοστιαία μονάδα το ποσοστό που υποχρεούνται οι τράπεζες να διατηρούν σε ρευστό, “απελευθερώνοντας” έτσι κεφάλαια της τάξης των 106 δισ. δολαρίων, τα οποία οι εμπορικές τράπεζες θα υποχρεωθούν να χρησιμοποιήσουν για χορηγήσεις προς μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες θεωρούνται “κλειδί” για τη μελλοντική ανάπτυξη της χώρας. Αυτό βεβαίως έχει ήδη προσπαθήσει να το κάνει, ανεπιτυχώς, τουλάχιστον δύο φορές από τον περασμένο Ιούνιο, αλλά πλέον δεν μοιάζει να έχει και κάποια άλλη επιλογή.
Αυτές οι κινήσεις, υποτίμηση γουάν συν χρηματοδοτικές “ενέσεις”, προκάλεσαν ήδη αντίστοιχες κινήσεις από το Βιετνάμ, το Καζακστάν και τη Μαλαισία. Και οι τρεις αυτές χώρες αναίρεσαν τη σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία των νομισμάτων τους, επιτείνοντας έτσι την πτώση στην αγορά συναλλάγματος των αναπτυσσόμενων χωρών. Κάποια νομίσματα όπως το μαλαισιανό ρίνγκιτ διαπραγματεύονται σήμερα σε χαμηλό 17 ετών, με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι πιέσεις και στις δυτικές αγορές, με πρώτη την αμερικανική.
Σε όλα αυτά προστίθενται καθημερινά αρνητικά μακροοικονομικά στοιχεία που επιτείνουν το πρόβλημα. Τα πλέον πρόσφατα ήταν τα άσχημα στοιχεία της βιομηχανικής παραγωγής της Κίνας που ανέβασαν τον πήχη της ανησυχίας για την ανάπτυξη παγκοσμίως. Αποτέλεσμα οι μετοχές των αναπτυσσόμενων οικονομιών να καταγράφουν τις τελευταίες ημέρες τη μεγαλύτερη πτώση τους εδώ και τέσσερα χρόνια, την ίδια ώρα που την περασμένη εβδομάδα στις ΗΠΑ, Πέμπτη και Παρασκευή, ο δείκτης S&P 500 κατέγραφε τη μεγαλύτερη διήμερη πτώση από το 2011. Ήδη οι αγορές του Χονγκ Κόνγκ,της Ινδονησία, και της Ταϊβάν έχουν μπει και επισήμως σε “bear market”
businesslife.gr_i kina kaiei ta xrhmatistiria«Σαρώνονται» και οι αραβικές αγορές
Η φωτιά του “Κόκκινου Δράκου” έφτασε και στην Αραβική χερσόνησο, βοηθούμενη και από την κατακρήμνιση των τιμών του πετρελαίου. Χθες Κυριακή, σημειώθηκε ένα νέο μίνι κραχ στα αραβικά χρηματιστήρια –λόγω της πτώσης των τιμών του πετρελαίου αλλά και των ανησυχιών που δημιουργεί η κινεζική οικονομία- με τον Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου του Ντουμπάι να κάνει «βουτιά» 7,5%, τον δείκτη Tadawull της Σαουδικής Αραβίας 6,9%, σε συνέχεια του πτωτικού σερί του που έχει σωρευτικά καταγράψει απώλειες πάνω από 24% από τον περασμένο Απρίλιο, τον δείκτη QE του Κατάρ να “γράφει” απώλειες 5,3%, τον δείκτη TA 25 του Ισραήλ με πτώση 4,1%, ενώ ο EGX της Αιγύπτου κατέγραφε την μεγαλύτερη πτώση από τον Νοέμβριο του 2012, με απώλειες 5,4%.
Για του λόγου το αληθές την Παρασκευή ο δείκτης MSCI Αναδυόμενων αγορών έκλεισε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων έξι ετών, μετά την πτώση του Brent στα 45,46 δολάρια το βαρέλι και του αμερικανικού αργού έως και τα 39,86 δολάρια το βαρέλι, ενώ ο δείκτης Bloomberg GCC200, που παρακολουθεί 200 μετοχές του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, κατέγραψε την μεγαλύτερη πτώση του από τον Οκτώβριο του 2008.
financial crisis china stock market  (5)
Σε χαμηλό 16 ετών τα εμπορεύματα
Στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών κινούνται οι τιμές των εμπορευμάτων, ακολουθώντας τη «βουτιά» των μετοχών στα παγκόσμια χρηματιστήρια και των νομισμάτων των αναδυόμενων αγορών, με τους επενδυτές να ανησυχούν πως η επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας θα κάνει εντονότερο το αίσθημα του κορεσμού στα εμπορεύματα -από το πετρέλαιο μέχρι τα μέταλλα. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος χρήστης ενέργειας, σιτηρών και μετάλλων παγκοσμίως, με αποτέλεσμα η πορεία της οικονομίας της συγκεκριμένης χώρας να επηρεάζει άμεσα τις τιμές των εμπορευμάτων.
Ο δείκτης εμπορευμάτων του Bloomberg, που «μετρά» 22 πρώτες ύλες, υποχωρεί έως και 1,5% στις 86,4909 μονάδες, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 1999. «Βουτιά» κάνουν οι μετοχές των εμπορευμάτων: η μετοχή της μεγαλύτερης μεταλλευτικής εταιρείας του κόσμου, της BHP Billiton, κατέγραψε απώλειες έως και 5,2% στο Σίδνεϊ, υποχωρώντας στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008, ενώ οι μετοχές της Fortescue Metals Group κατέγραψαν πτώση 14%, μετά την ανακοίνωση της εταιρείας πως τα κέρδη της στο σύνολο της χρήσης ήταν μειωμένα κατά 88%. Πτώση 10% κατέγραψαν οι μετοχές της Nanjing Iron & Steel, ενώ η Cnooc υποχωρούσε έως και 6,6% στο Χονγκ Κονγκ.
Εν τω μεταξύ η τιμή του Brent υποχώρησε για πρώτη φορά από το 2009 κάτω και από τα 45 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι παραγωγοί διατηρούν ή ακόμα και αυξάνουν την προμήθεια πετρελαίου παρά τον κορεσμό της αγοράς, δίνοντας προτεραιότητα στις πωλήσεις αντί για τις τιμές. Την ίδια ώρα, το Ιράν διαμηνύει ότι θα αυξήσει την παραγωγή του με κάθε κόστος, προκειμένου να αυξήσει το μερίδιό του στην αγορά. Το Brent (παράδοση Οκτωβρίου) έφτασε να υποχωρεί έως και στα 44 δολάρια το βαρέλι στο χρηματιστήριο ICE Futures Europe, αγγίζοντας το χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2009, ενώ η τιμή του αμερικανικού αργού υποχώρησε έως και τα 39 δολάρια. Σημειώνεται ότι το WTI έχει καταγράψει πτώση 58% τον τελευταίο χρόνο.
Ο χαλκός στο χρηματιστήριο μετάλλων του Λονδίνου υποχώρησε έως και 2,6% στα 4.922,5 δολάρια ανά μετρικό τόνο, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2009, ενώ ούτε τα αγροτικά εμπορεύματα «γλίτωσαν», καθώς η σόγια, το σιτάρι και ο αραβόσιτος διευρύνουν τις απώλειές τους στο χρηματιστήριο του Σικάγο, ενώ το καουτσούκ υποχώρησε σε χαμηλό 10 μηνών στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Τόκιο.
zerohedge.com
financial crisis china stock market  (7)
Κίνα: η βύθιση των αγορών της προξενεί διεθνή ανησυχία [Πολυδεύκης Παπαδόπουλος]
Την ώρα που στην Ελλάδα και στην Ευρώπη γενικότερα το ενδιαφέρον είναι στραμμένο γύρω από το Grexit και την αποφυγή του, στην Ασία διαδραματίζεται τις τελευταίες εβδομάδες μια άνευ προηγουμένου κατάρρευση των κινεζικών χρηματιστηρίων. Η επιδείνωση αυτής της κατάστασης, σε συνδυασμό με μια κακή κατάληξη της ελληνικής κρίσης, μπορεί να θέσει σε μεγάλο κίνδυνο την οικονομία παγκοσμίως. Πάντως, η προσοχή των οικονομικών παραγόντων και επενδυτών διεθνώς, περισσότερο και από τις εξελίξεις γύρω από την Ελλάδα, είναι τις μέρες αυτές στραμμένο στους κραδασμούς που συμβαίνουν στις αγορές της Κίνας, στις οποίες από την έναρξη της πτώσης στις 12 Ιουνίου έχουν χαθεί αξίες περισσότερες των 3 τρις δολάρια.
Τα δύο χρηματιστήρια της Κίνας, εκείνα της Σαγκάης και της Σεντζέν, καθώς και του Χονγκ Κονγκ, παρουσιάζουν μέση πτώση 30%, γεννώντας φόβους για κραχ. Επίσης, εκτός από τη σημαντική απομείωση των αξιών των περισσότερων εισηγμένων μετοχών στις κινεζικές αγορές, τις τελευταίες εβδομάδες έχει ανασταλεί η διαπραγμάτευση περίπου 1000 μετοχών που αντιστοιχούν στο 1/3 όσων βρίσκονται σε διαπραγμάτευση. Το αποτέλεσμα είναι να παγώσουν, επίσης, κεφάλαια ύψους 1,5 τρις δολ., που αντιστοιχούν στο 1/5 του συνόλου της χρηματιστηριακής αξίας. Και για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, μόνο το ποσό αυτό ισοδυναμεί με την κεφαλαιοποίηση ολόκληρης της χρηματιστηριακής αγοράς της Ινδίας.
Τα αίτια για την κατάρρευση των κινεζικών αγορών.
Πριν την κατάρρευση των τελευταίων εβδομάδων, να σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί από τις αρχές του έτους άνοδος των κινεζικών μετοχών έως και 150%. Πρόκειται για ένα ιλιγγιώδες ποσοστό αποδόσεων που ήταν πολλαπλάσιο των κερδών των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν οι εν λόγω μετοχές.
Και το ερώτημα είναι πως έφτασε σε αυτά τα σημεία υπερβολής η κινεζική αγορά. Η απάντηση βρίσκεται στην υπερβολική μόχλευση με εύκολα δανεικά, στο ανερχόμενο ενδιαφέρον για τις κινεζικές αγορές από το εξωτερικό, αλλά κυρίως στις υψηλές προσδοκίες και τον κερδοσκοπικό πυρετό μεταξύ της ανερχόμενης μεσαίας τάξης της Κίνας.
Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε εύκολος και αθρόος δανεισμός από περιφερειακούς δημόσιους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς προς το ευρύ επενδυτικό κοινό. Το αποτέλεσμα ήταν ότι άνω των 90 εκατ. καθημερινών κινέζων άρχισαν να αγοράζουν και να παίζουν μετοχές με τις αποταμιεύσεις τους, ακόμη και από τους χώρους εργασίας τους, σε ειδικά καφέ ή μέσα από ταμπλέτες και smart phones. Έτσι, έφτασε το 80% της κεφαλαιοποίησης των κινεζικών αγορών να ανήκει σ’ αυτό τον πληθυσμό, ενώ τα γρήγορα κέρδη συνέχισαν να φέρνουν και άλλους μικροεπενδυτές.Παράλληλα, στα χρηματιστήρια της Κίνας άρχισαν να μπαίνουν ολοένα και περισσότεροι ξένοι επενδυτές κι αυτό παρά τους περιορισμούς στην είσοδο και έξοδο κεφαλαίων από την κινεζική αγορά. Πολλοί, μάλιστα, ακόμη συνεχίζουν να παίρνουν θέσεις, εκτιμώντας ότι η κινεζική οικονομία θα αρχίσει σύντομα να αναπτύσσεται πάλι ταχύτατα, εξαιτίας των μέτρων τόνωσης που έχει εισαγάγει το Πεκίνο. Όμως, προς το παρόν συνεχίζεται η απότομη διόρθωση.
Η έλλειψη μεταρρυθμίσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα
Η πτώση των τελευταίων εβδομάδων στις κινεζικές αγορές συνέπεσε με την προειδοποίηση της Παγκόσμιας Τράπεζας (Π.Τ.) προς το Πεκίνο να επισπεύσει τη μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα της Κίνας, ώστε να μη λήξουν «οι τρεις δεκαετίες αστρονομικής απόδοσης» που γνώρισε η οικονομία της.
Στην τελευταία έκθεσή της για την Κίνα, η Παγκόσμια Τράπεζα κάλεσε τη δεύτερη οικονομία στον κόσμο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των ζημιογόνων επενδύσεων, της υπερχρέωσης, αλλά και του σκιώδους τραπεζικού συστήματος που δεν υπόκειται καθόλου σε ρυθμίσεις. Επίσης, η Παγκόσμια Τράπεζα υπογράμμιζε πως στην Κίνα, σε αντίθεση με τις ανταγωνίστριες χώρες, το κράτος εξακολουθεί να διατηρεί σε συντριπτικό βαθμό την ιδιοκτησία και τον έλεγχο των τραπεζών και των άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων. Με βάση τα σχετικά στοιχεία, το κινεζικό κράτος ελέγχει επισήμως το 65% του ενεργητικού των τραπεζών, αλλά έχει de facto τον έλεγχο του 95% του ενεργητικού τους. Έτσι, η Π.Τ. έχει επισημάνει πως το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κίνας παραμένει χωρίς ισορροπία, συμπιεσμένο, με υψηλό κόστος συντήρησης και πιθανώς ασταθές. Ακόμη, έχει υπογραμμίσει την ανάγκη για «θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις», καθώς συσσωρεύεται υπερχρέωση και πλεονασματική παραγωγική δυνατότητα σε πολλούς τομείς της οικονομίας.
Οι προσπάθειες του Πεκίνου για έλεγχο της κατάστασης
Η κυβέρνηση της Κίνας μοιάζει να χρησιμοποιεί τις ίδιες τακτικές που χρησιμοποίησαν οι αμερικανικές αρχές το 2008 για να στηρίξουν τις αγορές στο ζενίθ της τότε κρίσης. Έτσι, η κεντρική της τράπεζα υιοθετεί σταδιακά το ρόλο του ύστατου δανειστή, τυπώνοντας χρήμα για αγορά μετοχών και ώθηση τιμών.
Συγκεκριμένα, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας μείωσε το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά 25 μονάδες βάσης στο 4,85%, το επιτόκιο καταθέσεων στο 2%, ενώ περιόρισε και το απαιτούμενο ελάχιστο όριο τήρησης αποθεματικών για ορισμένες τράπεζες. Με δύο λόγια προχώρησε στη δική της ποσοτική για να στηριχθούν οι χρηματαγορές και η οικονομία. Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που κεφάλαια από την κεντρική τράπεζα χρησιμοποιούνται για τη στήριξη της αγοράς και όχι αποκλειστικά προς τις τράπεζες, γεγονός που καταδεικνύει τη μεγάλη ανησυχία των αρχών.
Επίσης, στις αρχές της εβδομάδας οι 21 μεγαλύτερες χρηματιστηριακές εταιρίες της χώρας δεσμεύθηκαν να τοποθετήσουν από κοινού τουλάχιστον 120 δισ. γουάν, ποσό αντίστοιχο των 19,33 δισ. δολαρίων, σε αγορές μετοχών με σκοπό τη σταθεροποίηση του χρηματιστηρίου. Ταυτόχρονα, 28 κινεζικές επιχειρήσεις ανακοίνωσαν ότι αναστέλλουν την αρχική δημόσια εγγραφή τους. Πάντως, η λήψη όλων αυτών των μέτρων δεν ανέκοψε, τουλάχιστον προς το παρόν, την ελεύθερη πτώση των κινεζικών αγορών. Αναλυτές εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσον μπορεί να υπάρξει σύντομα μια σταθεροποίηση, ενώ η προοπτική μιας περαιτέρω σημαντικής πτώσης των κινεζικών χρηματιστηρίων θα μπορούσε να απειλήσει πλέον τον πυρήνα της ήδη επιβραδυνόμενης οικονομίας της Κίνας. Πάντως, οι κινέζοι δημοσιογράφοι έχουν λάβει σαφείς οδηγίες να μην χρησιμοποιούν τις φράσεις «καταστροφή μετοχών» και «διάσωση της αγοράς» στα ρεπορτάζ τους για το χρηματιστήριο.
Οι συνέπειες στην ίδια την Κίνα αλλά και σε τρίτες χώρες
Όπως επισημαίνει σε σχετική ανάλυσή της η BNP Paribas, η πτώση των κινεζικών μετοχών συνεπάγεται, καταρχήν, μείωση του πλούτου των καταναλωτών της χώρας αλλά και της εμπιστοσύνης τους και επομένως πτώση της κατανάλωσης. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί, με τη σειρά της, να πλήξει τις επενδύσεις, αλλά και τον ρυθμό των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από το Πεκίνο. Και τελικά αναμένεται να πληγεί η ίδια η κινεζική οικονομία, που ενδέχεται να αναπτυχθεί φέτος με ρυθμό κάτω από 7%.
Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις στους τρίτους, αν και μικρή η συμμετοχή ξένων επενδυτών στις κινεζικές αγορές και επομένως εξίσου περιορισμένος ο αντίκτυπος στις παγκόσμιες αγορές, η ελεύθερη πτώση των κινεζικών χρηματιστηρίων μπορεί να πλήξει επενδυτές και επιχειρήσεις και σε άλλες χώρες, επηρεάζοντας τη διεθνή οικονομική κατάσταση.
Π.χ. για οικονομίες όπως της Αυστραλίας η Κίνα αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά για τις εξαγωγές της. Έτσι, η πτώση των κινεζικών χρηματιστηρίων προκαλεί μεγάλη ανησυχία στον Ωκεάνιο εμπορικό εταίρο του Πεκίνου, όπως φάνηκε και από τη στάση της κεντρικής τράπεζας της Αυστραλίας. Με τον τρόπο αυτό, η κινεζικής προέλευσης αβεβαιότητα προστίθεται στην υποχώρηση των τιμών των εμπορευμάτων και την επίμονα υψηλή ισοτιμία του δολαρίου Αυστραλίας που υπονομεύουν την 12η σε μέγεθος οικονομία του κόσμου.
Όμως και για την Γερμανία αναμένεται να υπάρχουν συνέπειες , καθώς το 40% των εξαγωγών της οδεύει προς την Κίνα. Έτσι, μια όξυνση της κινεζικής κρίσης θα δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα στην ευάλωτη σε εξωτερικές απειλές γερμανική οικονομία.
Οι ΗΠΑ απειλούνται κι αυτές άμεσα, καθώς η Κίνα διακρατά 3 τρις δολ. αμερικανικό κρατικό χρέος σε ομόλογα, τα οποία μπορούν να αρχίσουν να πωλούνται σε κατάσταση συναγερμού. Τέλος, η μεγάλη πτώση των κινεζικών μετοχών είναι πιθανό να μεταδοθεί σε κάποιο βαθμό στα χρηματιστήρια άλλων αναδυόμενων αγορών.
Η Κίνα και η Ελλάδα
Καθώς οξυνόταν η δική μας κρίση, το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας είχε ανακοινώσει ότι μία χρεοκοπία της Ελλάδας δε θα έχει μεγάλες συνέπειες στην κινεζική οικονομία, αφού, συγκριτικά, έχει περιορισμένες επενδύσεις στη χώρα μας. Συγκεκριμένα, ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου Σεν Ντανγιάνγκ δήλωσε ότι η Κίνα έχει επενδύσει 1,3 δισεκατομμύριο δολάρια στην Ελλάδα, στον τομέα της ναυτιλίας και των επικοινωνιών, ποσό που δεν θεωρείται «σημαντικό» για τα δεδομένα της δεύτερης οικονομίας του κόσμου. Επίσης, σύμφωνα με την εφημερίδα China Daily, οι επενδύσεις των ελληνικών επιχειρήσεων στην Κίνα περιορίζονται στο ποσό των 96 εκατ. δολαρίων.
Πάντως, η Κίνα θεωρεί τη χώρα μας ως μια από τις βασικές πύλες για τη μεταφορά των κινεζικών προϊόντων στην Ευρώπη. Να σημειωθεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κίνας και η Κίνα είναι ο δεύτερος εμπορικός εταίρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επίσης, το Πεκίνο έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι επιθυμεί μία ενωμένη Ευρωπαϊκή Ένωση και ένα δυνατό ευρώ, με την Ελλάδα τμήμα του. Μόλις τον περασμένο μήνα ο πρωθυπουργός της Κίνας Λι Κετσιάνγκ είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια επίσκεψης στις Βρυξέλλες ότι η χώρα του δε θέλει να δει την Ελλάδα εκτός της ευρωζώνης και ότι θα συνεχίσει να αγοράζει χρεόγραφα των χωρών μελών της.  Τέλος, τον περασμένο Φεβρουάριο, λίγες μέρες μετά τις ελληνικές εκλογές, ο Λι είχε ζητήσει από τον Αλέξη Τσίπρα να διασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων των κινεζικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα και να υποστηρίξει το κινεζικό σχέδιο επενδύσεων στο λιμάνι του Πειραιά.
Τι μέλλει γενέσθαι
Σύμφωνα με τους οικονομικούς αναλυτές, η μεγάλη υποχώρηση των κινεζικών ADRs (παραστατικών τίτλων μετοχών) εισηγμένων στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ προδικάζει περαιτέρω πτώση των κινεζικών μετοχών. Όπως προαναφέρεται, η χρηματιστηριακή διόρθωση οδήγησε στα τέλη Ιουνίου την κεντρική τράπεζα της Κίνας σε νέα μείωση των επιτοκίων της, την τέταρτη από το Νοέμβριο, με τους αναλυτές να πιστεύουν πως έπονται κι άλλες. Όμως οι πιέσεις δεν έχουν σταματήσει και έτσι ολοένα και περισσότερες μετοχές μπαίνουν σε αναστολή διαπραγμάτευσης.
Το Πεκίνο έχει, βέβαια, αρκετούς τρόπους να παρέμβει για να συγκρατήσει την πτώση. Και ήδη το πράττει, έχοντας αυξήσει τα περιθώρια δανεισμού στα χρηματοπιστωτικά της ιδρύματα, μειώνοντας τα εποπτικά όρια για τις κεφαλαιακές τους ανάγκες. Παράλληλα, όπως προαναφέρεται, έχει βάλει αριθμό κρατικών επενδυτικών ταμείων να αγοράζουν μετοχές και μεγάλες κινεζικές χρηματιστηριακές εταιρίες να σχηματίσουν κοινό ταμείο για να στηρίξουν την αγορά.
Το κυρίως πρόβλημα εντοπίζεται στις μετοχές κινεζικών εταιριών χαμηλής κεφαλαιοποίησης, που, όμως, είναι πολλές και έχουν προσελκύσει μεγάλους αριθμούς μικροεπενδυτών. Έτσι, έχει σημασία να λειτουργήσουν οι παρεμβάσεις των αρχών, πριν δημιουργηθεί λαϊκή κατακραυγή εξαιτίας των ζημιών που εγγράφουν τα νοικοκυριά.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η βουτιά στα χρηματιστήρια της Κίνας αποτελεί σημαντικό πρόβλημα για τον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ και τους ηγέτες της χώρας, που ήδη προσπαθούν να αντιμετωπίσουν την επιβράδυνση στους ρυθμούς ανάπτυξης της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Οι παρεμβάσεις του Πεκίνου έχουν επίσης εγείρει ερωτήματα ως προς την ικανότητά του να θεσπίσει μέτρα απελευθέρωσης της αγοράς, τα οποία βρίσκονται στο επίκεντρο της ατζέντας οικονομικών μεταρρυθμίσεων.
Ορισμένοι, επίσης, αναλυτές, θεωρούν ότι η μεγάλη πτώση των μετοχών προήλθε από την υποχώρηση των ρυθμών ανάπτυξης στο 6.8% το β’ τρίμηνο του 2015, κάτω δηλαδή και από το 7% του α’ τριμήνου, που ήταν ήδη το χαμηλότερο επί σειρά ετών.
Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με τα εταιρικά χρέη της Κίνας που ανέρχονται σε 14,2 τρις δολ. (μεγαλύτερα από τα εταιρικά χρέη ακόμη και των ΗΠΑ που φτάνουν τα 13,1 τρις δολ.) είναι πηγή ανησυχιών για τη διεθνή οικονομία, σημαντικά μεγαλύτερη από το σενάριο του Grexit.
China Learning to Invest
An investor walks past as information displayed on an electronic screen at a brokerage house in Shanghai
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα