Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία ο Κέρβερος ήταν ο φύλακας του Πυλών του Άδη. Ήταν γιος του Γίγαντα Τυφώνα και της Έχιδνας. Παρουσιάζεται σαν ένας τρομερός σκύλος με τρία κεφάλια, ενώ σύμφωνα με κάποιους είχε πόδια λιονταριού και ουρά φιδιού. Ήταν υπεύθυνος για την παραμονή των νεκρών στον Κάτω κόσμο αλλά και για την απαγόρευση εισόδου στους ζωντανούς.
Όταν κάποιος νεκρός έφτανε στον Άδη, ο Κέρβερος κουνούσε την ουρά του χαιρετώντας τον, ενώ εάν κάποιος από αυτούς που είχαν ήδη περάσει την Πύλη τολμούσε να το σκάσει από τον Κάτω κόσμο τον κατασπάραζε. Στην αρχαία Ελλάδα οι συγγενείς του νεκρού τοποθετούσαν στο καλάθι του μια πίτα με μέλι για να ηρεμήσουν και να ευχαριστήσουν τον Κέρβερο.
Ο Ευρυσθέας ζήτησε από τον Ηρακλή να του τον φέρει ζωντανό. Ο Ηρακλής πήγε στο ακρωτήριο Ταίναρο, βρήκε την είσοδο του Αδη και τον Κέρβερο. Λίγο πριν πλησιάσει, ελευθέρωσε δύο δεμένους ανθρώπους που τους επιτίθονταν κτήνη. Ο Κέρβερος, όταν αντίκρισε την περήφανη κορμοστασιά του ήρωα, φοβήθηκε κι έτρεξε να κρυφτεί κάτω από τον θρόνο του Πλούτωνα. Ο Πλούτωνας, κάτω από την προτροπή της Περσεφόνης, δέχτηκε να πάρει τον Κέρβερο ο Ηρακλής, εφόσον μπορούσε να τον πιάσει. Ο ήρωας μετά από πάλη, τα κατάφερε.























