Μια καθαρή ψυχή, γεμάτη αθωότητα κι αλήθειες, ένα μυαλό πνιγμένο από αισιοδοξία, χωρίς κακίες, μόνο με όμορφες και θετικές σκέψεις για όλα και για όλους. Ένα σώμα του οποίου οι μόνες πληγές ίσως να’ ταν αυτές στο γόνατο, από το ατέλειωτο παιχνίδι και τις σκανταλιές. Ένα πρόσωπο γεμάτο καλοσύνη και μπόλικη αγάπη που λεπτό δεν περίμενε να μείνει εκεί και δινόταν σε κάθε ευκαιρία στα δύσκολα των άλλων σαν βοήθεια και σαν στήριξη.
Κάπως έτσι ήμουν, και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλοι, μία φυσιογνωμία όλο ζωντάνια κι αισιοδοξία, μια φυσιογνωμία με τόση ενέργεια και διάθεση που ακόμα και τα προβλήματα μπροστά της έμοιαζαν μηδαμινά καθώς είχε τη δύναμη να τα  ξεπεράσει. Οι γονείς μου όμως πάντα μου λέγανε «πρόσεχε», μην πληγωθείς. Για μένα αυτό ήταν μία λέξη μόνο που δεν πολυκαταλάβαινα, όμως για εκείνους ήταν μια λέξη με άσχημες αναμνήσεις που θύμιζαν πόνο κι απογοήτευση.
Από τι να προσέχω; Ποιος θα με πληγώσει και γιατί; Σκεφτόμουν πολλές φορές κι άκρη δεν έβγαζα. Ο χρόνος όμως ήρθε σαν απάντηση να μου λύσει τις απορίες μου. Άρχισα να καταλαβαίνω το νόημά τους όταν ξεκίνησαν οι πρώτες αντιζηλίες και οι διαφωνίες τις ζωής μου. Άρχισα να συνειδητοποιώ γιατί μου το λέγανε και από τι με προφυλάσσανε όταν στις επιτυχίες μου κυρίως, η αθωότητα μου άρχισε να σκεπάζεται από σκοτεινά συναίσθημα πλέον επιβίωσης. Τότε κατάλαβα για τα καλά πως λίγοι θα’ ναι δίπλα μου από’ δω και πέρα κι ότι πρέπει να παλέψω μόνη.