Όσοι έχουμε δυσκολία να συμβιβαστούμε με οτιδήποτε λιγότερο από το «τέλειο», είμαστε καταδικασμένοι να δυστυχούμε στις σχέσεις μας, ακριβώς επειδή οι άνθρωποι και τα πράγματα δεν είναι ποτέ τέλεια.
Ο πυρήνας του προβλήματος της τελειοθηρίας είναι η ανάγκη να κατασκευάσουμε μια «τέλεια» εικόνα για τον εαυτό μας, ώστε να αναπληρώσουμε την αίσθηση χαμηλής αυτοεκτίμησης που νιώθουμε και να ελαχιστοποιήσουμε την πιθανότητα να θεωρηθούμε ελαττωματικοί και άρα μη αποδεκτοί[1].
Ως συνέπεια αυτού του σκεπτικού, η προσέγγιση που διαμορφώνουμε για τις σχέσεις μας αφορά σχεδόν αποκλειστικά την κάλυψη τελειοθηρικών αναγκών. Όπως θα δούμε, η ικανότητα να υπάρχουμε με τους άλλους με έναν τρόπο αυθεντικό, δεν είναι μέρος της τελειοθηρικής εξίσωσης.
Για μία σε βάθος παρουσίαση της έννοιας της τελειοθηρίας και των τρόπων με τους οποίους διαμορφώνεται και εκδηλώνεται στη ζωή μας, δείτε το άρθρο: Πασχίζεις να τα Κάνεις όλα Τέλεια ενώ στο Βάθος Νιώθεις ένα Τίποτα
Ο ΤΕΛΕΙΟΘΗΡΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΧΕΤΙΖΕΣΘΑΙ
Όταν μπορούμε να σχετιστούμε με τους άλλους μόνο μέσω της τελειοθηρίας μας, οι σχέσεις μας διαμορφώνονται ως εξής:
Πώς μπορώ να ξέρω ότι είσαι ο κατάλληλος για μένα;
Καταρχάς, οι άνθρωποι με τους οποίους σχετιζόμαστε, πρέπει να είναι και να φαίνονται «τέλειοι».
Αν αντιληφθούμε ένα ελάττωμα σε κάποιον, οσοδήποτε μικρό, με μεγάλη ευκολία απορρίπτουμε το ενδεχόμενο σχέσης μαζί του.
Στην αρχή κάθε νέας γνωριμίας, για την ακρίβεια στα πρώτα πέντε λεπτά της γνωριμίας, μπαίνουμε στη διαδικασία να αναρωτηθούμε αν ο άνθρωπος απέναντί μας είναι ο «κατάλληλος» άνθρωπος για εμάς και αν θα μπορούσαμε να ζήσουμε μαζί του για πάντα (!).
Αντί να δούμε τη συναναστροφή ως κάτι μεμονωμένο, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να την προβάλουμε στο μέλλον και να αναλογιστούμε τις πιθανές της συνέπειες, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να χαλαρώσουμε και να απολαύσουμε την αλληλεπίδραση στο εδώ και τώρα.





