Οι αδύναμοι δεν κλαίνε.
Είναι φυγόπονοι. Κρύβονται πίσω από ένα παγερό προσωπείο, κράμα από γύψο και πέτρα, καμουφλαρισμένοι με περισσή αυτοπεποίθηση και μοιάζουν ατσαλάκωτοι.
Οι αδύναμοι, είναι οι πιο τσαλακωμένοι.
Φευγατίζουν τις μαύρες σκέψεις όπως-όπως, αρνούνται να έρθουν αντιμέτωποι με τις γυμνές αλήθειες κι έτσι, στο μετωπό τους στέκει πάντα αυλακωμένη μια ρυτίδα.
Αυτή που τους υπενθυμίζει ξανά και ξανά πως στάθηκαν δειλοί, γι’ αυτό και δεν κοιτάζονται στον καθρέφτη, παρά μόνο για να σιάξουν το κατά τα άλλα αψεγάδιαστο είδωλό τους.
Δεν τραγουδούν, δεν δίνουν αγκαλιές, ούτε και καταδέχονται να μπουν μέσα σε αυτές.
Κατηγορούν σαχλό και ανόητο ό,τι αγγίζει, εμπαίζουν κάθε ίχνος τρυφερότητας και το χαμόγελό τους, δεν είναι παρά μια σφιγμένη γραμμή, που φανερώνει μια τέλεια οδοντοστοιχία, τίποτε άλλο.
Κανένα συναίσθημα, ίχνος ζεστασιάς, παγερές προσδοκίες μόνο και ψυχρή λογική.
Γρανάζια που δουλεύουν ασταμάτητα πάνω σε μια καλοκουρδισμένη μηχανή που παράγει μονάχα έργο -ποτέ ουσία, γρασαρισμένα με την κοινή γνώμη που τους θέλει πάντοτε νικητές, ποτέ ηττημένους.
Τα ρίσκα που παίρνουν είναι πάντοτε ασφαλή -πως αλλιώς, αφού δεν βάζουν την ψυχή τους σε ό,τι κάνουν.
Δεν δένονται, δεν λύνονται, είναι άκαμπτοι. Γι’ αυτό και όταν σπάνε, θρυμματίζονται.
Οι αδύναμοι…δεν συναναστρέφονται τους δυνατούς.
Ο τρόπος με τον οποίο οι δυνατοί βιώνουν τη λύπη, τη χαρά, κάνει την ατμόσφαιρα γύρω αποπνικτική για τους αδύναμους, δεν έχουν παράθυρα να ανοίξουν στη ζωή, γι’ αυτό τους αποφεύγουν.






