Ο Σιντάρτα ήταν γιος ενός μικρού μονάρχη του γένους Σάκυα, στη βορειοδυτική Ινδία. Οι χρονολογίες της γέννησης του ποικίλλουν από το 624 ως το 448 π.Χ. Πολλοί όμως πιστεύουν ότι γεννήθηκε την ίδια χρονιά με έναν άλλο «μυστικό», τον Πυθαγόρα, γύρω στο 580 π.Χ.
Ο πρίγκηπας μεγάλωσε προστατευμένος μέσα στο παλάτι. Δεκάξι χρονών παντρεύτηκε δυο πριγκίπισσες. Παρότι του απαγορευόταν να τριγυρνά ανάμεσα στους κατώτερους εκείνος μεταμφιεσμένος βγήκε στην αγορά, τέσσερις φορές.
Τις τρεις πρώτες είδε έναν γέρο, έναν άρρωστο κι έναν νεκρό. Τότε αντιλήφθηκε τα τρία κακά που αναπόφευκτα προσβάλλουν την ανθρώπινη ύπαρξη: Τα γηρατειά, την αρρώστια και τον θάνατο.
Την τέταρτη φορά είδε έναν ασκητή.
Τότε αποφάσισε να εγκαταλείψει το παλάτι και τα προνόμια του. Έζησε ως ασκητής, αλλάζοντας το όνομα του σε Γκαουτάμα.
Είχε δύο δασκάλους, που του δίδαξαν τη φιλοσοφία και τις τεχνικές της γιόγκας, όμως σύντομα τους εγκατέλειψε κι αυτούς, αφού κατάλαβε ότι δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν.
Έπειτα υποβλήθηκε σε μια σειρά αυστηρότατων πειθαναγκασμών, προσπαθώντας να φωτιστεί, προσπαθώντας να καταλάβει τι είναι αυτό που προκαλεί τον Πόνο.
Κάποια μέρα, λιπόσαρκος πια, δέχτηκε μια προσφορά ρυζιού. Οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν γι” αυτή την ένδειξη αδυναμίας.