Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;






Είχα κάποτε ένα σπίτι…

Ήταν χτισμένο πάνω σε ένα παράξενο μόρφωμα από αρχαίους βράχους, σε ένα γκρεμό, πάνω απ’τη θάλασσα.

Ή ίσως πάλι να ήταν μέσα στη θάλασσα… 

Χτίστηκε, ναι… Δεν ξέρω από ποιους, δεν ξέρω πότε. Ήξερα όμως πως ήταν δικό μου και είχα το προνόμιο να το έχω ισόβιο ενδιαίτημα. Αν το επιθυμούσα, για όσο το επιθυμούσα. Παράξενο, αλλά δεν το αμφισβήτησα ποτέ αυτό. Ίσως γιατί κανείς δεν εμφανίστηκε ποτέ να το διεκδικήσει, να το ενοικήσει αντί για μένα… ή έστω, μαζί με μένα…

Και είχε το σπίτι αυτό μια θαυμάσια αρχιτεκτονική… απλή και λειτουργική, όπως συμβαίνει συνήθως με τα δημιουργήματα της φύσης… δεν μπορείς να διανοηθείς ότι θα ήταν κάπως αλλιώς… γιατί είναι τέλεια… ώσπου κάποτε, μετά από χιλιάδες χρόνια να έχουν αλλάξει κι αυτά… ως και η τελειότητα εξελίσσεται… χλευάζει το χτες και προχωράει…

Θυμάμαι τέσσερις μεγάλες κολώνες… χοντρές όπως οι κορμοί χιλιόχρονων δέντρων. Και δεν θυμάμαι τοίχους πλήρωσης ή δοκάρια να φεύγουν από κάπου και να πηγαίνουν κάπου… δεν θυμάμαι στέγες, οροφές ή πατώματα… παράξενο… μονάχα αυτές τις κολώνες θυμάμαι σαν μηρούς κάποιου γίγαντα που γεννήθηκε πριν από τον άνθρωπο και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά… ως πότε αναρωτιόμουν καμιά φορά… ως πότε μπορεί να ζει οτιδήποτε; 

Ως πότε θέλει να ζει οτιδήποτε;

Ζούσα όμορφα, ήσυχα και ειρηνικά γιατί το σπίτι μου το επέτρεπε. Οι βράχοι που είχε θεμελιωθεί μού το επέτρεπαν, η σχεδόν πάντα αγριεμένη θάλασσα που έσκαγε στη βάση αυτών των βράχων μού το επέτρεπε… το ίδιο το αλλόκοτο αυτό σπίτι μού του επέτρεπε… αλλά ήξερα, κάπως το ήξερα πως αυτό δεν θα κρατούσε για πάντα… κάποια στιγμή το σπίτι θα με έδιωχνε… το προνόμιό μου θα έπαυε να έχει ισχύ, θα ήμουν ίσως πια ανεπιθύμητος, ένα περιττό φορτίο γι αυτές τις θεόρατες κολώνες… 

Ανα-κάλυψα τον εαυτό μου…



Άργησα να ανταμωθώ με τον Ηράκλειτο. Το ομολογώ. Άργησα πολύ. Ασυγχώρητα πολύ ίσως.


Διάβαζα και άκουγα γι αυτόν τα χειρότερα… πώς ήταν ένας παράξενος και μυστικοπαθής και ιδιότροπος άνθρωπος που ενώ είχε βασιλική καταγωγή και γαλάζιο αίμα, κάποτε αποφάσισε να τα βροντήξει όλα και να πάρει τα βουνά. Μόνος, μισάνθρωπος και αγριάνθρωπος. Να αχνίζει η ψυχή του από απέχθεια και αηδία και το κεφάλι του απ’το στοχασμό. Να τρώει βότανα και ρίζες και να απαρνιέται το ‘είδος του’… Φιλόσοφος βέβαια… όμως τι να το κάνεις; Μέσα στο πυκνό σκοτάδι, μέσα στο γνόφο του Αχανούς… Έτσι τον αποπήρα κάποτε…

Στα σχολεία διδάσκεται μαζί με όλους τους σπουδαίους Προσωκρατικούς, λεγόμενους φιλοσόφους… η αρχή της διερώτησης, η αρχή της επιστήμης των Ελλήνων… άλλοι τον μνημόνευαν με δέος και θαυμασμό, άλλοι κουνούσαν το κεφάλι κι άλλοι το έξυναν γιατί δεν κατανοούσαν τίποτα… κάποιοι το πάλεψαν φιλότιμα… να τον χώσουν κι αυτόν στο μαντρί της ‘κατηγορίας’ και στο συρτάρι της ταξινόμησης… ο Πλάτων σεβόταν το γίγαντα αυτό, ο Αριστοτέλης είχε χίλια ερωτήματα, οι μεταγενέστεροι του κόλλησαν ένα σωρό ταμπέλες για να τον ξορκίσουν ή να τον λατρέψουν… ένας σκοτεινός θεός δεν παύει να είναι θεός…

Δεκάρα δεν έδινε ο ‘φίλος μου’ για όλα τούτα… όλα όσα γίνονταν τότε… όλα όσα θα γίνονταν κατόπιν… κι αν ζούσε σήμερα πάλι στα όρη και στ’άγρια βουνά θα ήταν και θα ‘διητάτο πόας και βοτάνας’…

Είναι εκείνη η ρημαδιασμένη φράση του που με ανάγκασε να τον… αναζητήσω…

εδιζησάμην εμεωυτόν…
εδιζησάμην…
εμεωυτόν…

Αναζήτησα τον εαυτό μου… ή πάλι έψαξα βαθιά για τον εαυτό μου, ή ακόμα ανακάλυψα τον εαυτό μου…

Η ηχώ της φωνής του ορειβάτη…



Περπατούσαν για λίγη ώρα ανάμεσα στα ψηλά, όμορφα δέντρα. Το στερέωμα πάνω τους ήταν βαρύ, μαγικό, ανήσυχο. Η γη κάτω απ’τα πόδια τους νοτισμένη. Έφτασαν κάποια στιγμή σε ένα ξέφωτο και κάθισαν κάτω από ένα χοντρό κορμό.

Πέρασε ώρα ώσπου να της μιλήσει.

«Αυτό που ανακάλυψες μόνος σου, δεν μπορείς να το μοιραστείς με κανέναν. Όχι γιατί δεν θέλεις. Αλλά γιατί δεν μπορείς. Αν το κάνεις θα μεταφέρεις λέξεις σε αυτιά. Ενώ εσύ πάλλεσαι από μιαν αποκαλυμμένη αλήθεια, μεταφέρεις μονάχα τη σκιά της. Δεν μεταφέρεις τη θεραπεία αλλά την αρρώστια. Στην ουσία, είσαι καταδικασμένος με τη γνώση ενός πράγματος που δεν γίνεται να βιωθεί από κανέναν άλλο».

«Άρα η αναζήτηση είναι μια μοναχική υπόθεση;», τον ρώτησε.

«Εάν είσαι σε ένα μεγάλο δάσος, όπως αυτό, μόνος, ζώντας μια παράξενη ζωή σε έναν παράξενο κόσμο, αυτό που θα βρεις αρμόζει στο δάσος. Γυρνώντας στην πόλη όλο αυτό δεν έχει αξία για κανέναν άλλο. Παραμένει όμως απόκτημά σου. Είναι πολύτιμο αλλά μόνο για σένα. Αν το εξομολογηθείς στο φίλο σου θα σε ακούσει με συμπάθεια αλλά θα πει: ‘ήρθε από το δάσος μισότρελος και λέει τρελά πράγματα’. Δείχνεις σαν εξωγήινος που βρέθηκε ξαφνικά σε έναν αλλόκοτο πλανήτη. Δεν είναι ο πλανήτης όμως αλλόκοτος. Είσαι εσύ ο ξένος. Οι μεγάλοι σοφοί, οι αληθινά μεγάλοι, έμειναν μόνοι γιατί ξημερώθηκαν σε ένα στερέωμα με έναν άλλο ήλιο. Αυτόν που λέμε ποιητικά ‘μαύρο ήλιο της ύπαρξης’. Μπορεί να μην είναι ολότελα ποιητική η απόδοση. Συνδέεται με πράγματα που τώρα δεν έχει σημασία να αναλυθούν. Γιατί δηλαδή αυτός ο ήλιος είναι ‘μαύρος’ ενώ ποτέ ένας ήλιος δεν είναι βέβαια σκοτεινός. Σημασία έχει όμως ότι τα όντα αυτά βυθίστηκαν στη σιωπή έκτοτε. Ό,τι είδαν δεν μπορεί να ειδωθεί από κανέναν άλλο που ζει και πεθαίνει κάτω από το συμβατικό ήλιο της ύπαρξης. Γι αυτό και δεν έγραψαν τίποτα, στην ουσία δεν είπαν τίποτα. Πέθαναν με τη γλώσσα των ανθρώπων και ξαναγεννήθηκαν με σύμβολα. Δίδαξαν σύμβολα και τα σύμβολα είναι ακατανόητα σε όλους»

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Και όλο φεύγω το τέλος πριν να δω




Συμβιβασμένες σχέσεις γεμάτες φοβίες και ανασφάλειες για ένα αύριο που δεν μπορείς να αφεθείς για να το ονειρευτείς ελεύθερα... Το να ζεις καθημερινά γεμάτος αμφιβολίες δεν είναι και μία καθημερινότητα που επιλέγεις να ζήσεις. Απλά το ανέχεσαι, απλά το υπομένεις, όχι απαραίτητα για εσένα αλλά για τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου, για τον άνθρωπο σου. Και οι μέρες σου περνάνε όμορφα, και τα βράδια σου γλυκά μέσα στην αγκαλιά του/της αγαπημένου/νης σου. Οι φόβοι και οι αμφιβολίες σου όμως κάπου εκεί στο ενδιάμεσο, κάπου εκεί στο παραδίπλα. Δεν θέλεις να δώσεις τέλος σε αυτή την παράνοια, γιατί παράνοια μπορώ να αποκαλέσω μόνο, την διαδικασία του να βάζω τον εαυτό μου στη διαδικασία της μερικής χαράς, της μερικής απόλαυσης, των στιγμών γεμάτο από χαρές της στιγμής και φόβου στο επακόλουθο.

Έχουμε μάθει να συγχωρούμε τα λάθη των άλλων γιατί φυσικά και κανείς μας δεν είναι αλάνθαστος. Εμείς όμως; Γιατί δεν μπορούμε να καταλάβουμε τα λάθη μας, να τα αποδεχτούμε, να τα συγχωρέσουμε και γιατί όχι να συμφιλιωθούμε με αυτή την ιδέα και να πάμε ένα βήμα παρακάτω; Πώς είναι δυνατόν να υπομένουμε στις ίδιες διαδικασίες, στις ίδιες συμβιβασμένες σχέσεις μόνο και μόνο για τον φόβο της μοναξιάς ή τον φόβο της απώλειας ενός ανθρώπου μακριά από την ζωή μας. Να θέλεις να ζήσεις το τώρα και ένα κομμάτι του εαυτού σου να μην σε αφήνει, να θέλεις να αφεθείς στη μαγεία της στιγμής και να μην το επιτρέπεις εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί αυτή η σχέση, αυτός ο άνθρωπος, σε έχει βάλει στη διαδικασία του να φοβάσαι, του να σκέφτεσαι συνεχώς: ''πώς αυτό...γιατί το άλλο...γιατί εκείνο...'' 


Πότε τέλος πάντων θα τελειώσει όλο αυτό; Κουράστηκα. Κουράστηκα για εμένα την ίδια και για τόσες άλλες ιστορίες που ακούω από τους γύρω μου για σχέσεις γεμάτες φόβο και ανασφάλεια. Δεν επιλέγεις αυτή τη ζωή, επιλέγεις απλά να ζεις με αυτόν τον άνθρωπο που στις πρόσφερε απλόχερα. Άθελα του κάποτε; Εν γνώση του τώρα; Στις πρόσφερε και τις δέχτηκες γιατί αν δεν τις δεχόσουν δεν θα τον/την είχες κάτω από το παπλωματάκι σου τις κρύες νύχτες του Δεκέμβρη και αν δεν τις από - δεχόσουν ίσως και τώρα να μην ζούσες μια καθημερινότητα ''συμβατική'' για το χατήρι μιας αγάπης.

Γιατί ἡ βασιλική οἰκογένεια μᾶς ἀπέκρυψε πώς οἱ νύφες της εἶναι ἑβραῖες;



Χάθηκαν οἱ Ἑλληνίδες; Χάθηκαν οἱ Γερμανίδες; Οἱ Ἀγγλίδες; Τελείωσαν μήπως οἱ πριγκίπισσες στόν πλανήτη; Ἔπρεπε, ὅλως …«τυχαίως» καί ὅλως …«συμπτωματικῶς» νά εἶναι καί οἱ δύο ἑβραῖες; Καί τοῦ Παύλου καί τοῦ Νικολάου;

Τς τς… Δὲν κάνει… Τί βασιλεῖς καί πρίγκιπες φιλοδοξοῦν νά εἶναι;;  Τοῦ Ἰσραῆλ ἤ τῆς Ἑλλάδος;
Καὶ καλὰ ἡ μία… Καί οἱ δύο νύφες …«περιούσιες»; 

Ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ θέμα ἦταν κάτι …τυχαῖον.
Κάπου διάβασα κάτι γιὰ κάποιον κύριο Μίλλερ. Ἕναν πολὺ πλούσιο κύριο Μίλλερ…
Λίγη ἀναζήτησις στὸ διαδίκτυο καὶ ἔπεσα στὸν πολὺ πλούσιο μπαμπᾶ τῆς Μαρὶ Σαντᾶλ Μίλερ (Marie Chantal, Crown Princess of Greece), τὸν κύριο Ῥόμπερτ Γουώρεν Μίλερ (Robert Warren Miller).
Ὁ κύριος Ῥόμπερτ Μίλερ εἶναι ἕνας πάρα πολὺ πλούσιος κύριος. Μὰ πάρα πολύ.
Τὸ ὄνομά του συχνὰ ἐμφανίζεται μέσα στὰ ὀνόματα τῶν ἐπενδυτῶν ἐκείνων, μὲ ἤ χωρὶς ἐρωτηματικά, εἰσαγωγικὰ καὶ σχόλια.Στοχεύει, ὁρμᾶ, …ἐπενδύει καὶ ἀφήνει πίσω του …συντρίμια.
Καὶ φυσικά, βάσει αὐτῶν ποὺ διαβάζουμε στὴν βικιπαιδεία, εἶναι ἕνας σκληρότατα ἐργαζόμενος κύριος ποὺ οἱ καλὲς …συγκυρίες καὶ ἡ τύχη καὶ ἡ καλή του καρδιὰ τοῦ χάρισαν κάτι δισεκατομμυριάκια…
(Μόνον σὲ ἐμᾶς δὲν …βγαίνει τόσο παραμυθένια ζωὴ καὶ πληρώνουμε πάντα ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ μάρμαρα, ἰδίως γιὰ κάθε κύριο Μίλλερ…!!!)
Ἐπεὶ δὴ ὅμως οἱ ἐποχές μας εἶναι ὁλίγον …πονηρές…
Κι ἐπεὶ δὴ τὸ χρῆμα, τὸ πολὺ χρῆμα, δὲν τὸ συναντοῦμε συχνὰ στὰ χέρα μὴ …«περιουσίων», ξεκίνησα τὸ ψάξιμο.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα