της Μαρίας Λαμπαδαρίδου – Πόθου // *
Με την άκρη του ματιού της, την είδε. Ήταν πλάι στο πόδι του κρεβατιού. Μια τόση δα μικρή φωτογραφία. Ασπρόμαυρη. Τσακισμένη στις άκρες. Φαίνεται πως έπεσε καθώς σκάλιζε παλιά άλμπουν και ξεχασμένα κειμήλια. Χρονιάρα μέρα σήμερα και είπε να περιπλανηθεί στις αναμνήσεις της, να θυμηθεί κάποιες ευτυχισμένες στιγμές, να μαλακώσει η ερημιά της. Την έτρεμε τη λήθη. Έτρεμε τη στιγμή που το μυαλό της θα ξεχνούσε. Δεν θα το αφήσω να με ξεχάσει… δεν θα το επιτρέψω, έλεγε έντρομη. Όμως διαπίστωνε πως αυτό γινόταν κάπως ύπουλα, πως ήδη είχε ξεχάσει πολύ σημαντικά πράγματα της περασμένης της ζωής, πράγματα που τα είχε ζήσει με ιερό πάθος.
Κοιτάζει ακόμα την ασπρόμαυρη φωτογραφία στην άκρη του κρεβατιού και προσπαθεί να λυγίσει το σώμα της να την πάρει. Όμως το σώμα πονάει καθώς γέρνει. Πονάνε οι κουρασμένες αρθρώσεις, βγάζουν ένα υπόκωφο βογκητό, θαρρείς, καθώς τα κακόμοιρα κόκαλα, τα δαντελένια πια, τριζοβολούν ανυπεράσπιστα. Κι ένας μικρός πανικός στο βλέμμα της. Με τίποτα δεν μπορώ να τον σταματήσω, τον χρόνο, λέω, χύθηκε μέσα στο σώμα μου και το κατατρώει, με κατάφαγε αλύπητα. Και προσπαθεί να σκύψει με προσοχή να πιάσει τη φωτογραφία.
Με τίποτα, λέει πάλι. Και παίρνει ανάσα.







