Οδυσσέας, έργο του Théophile François Marcel Bra
(23 June 1797, Douai
- 1863), Αu Château de Compiègne.
Η Οδύσσεια τελειώνει με τη θεά Αθηνά να καταφέρνει
να σταματήσει τη μάχη που ξέσπασε ανάμεσα στους συγγενείς των νεκρών μνηστήρων
και τον Οδυσσέα. Τί έγινε όμως μετά; Πως έζησε και πως πέθανε ο Οδυσσέας;
Ο Πολθμήχανος Οδυσσεάς, προσπάθησε να ξαναφτιάξει
τη ζωή του όμως η σχέση του με την Πηνελόπη δεν εξελίχθηκε καλά. Άρχισαν οι
τσακωμοί καθώς η Πηνελόπη, ακούγοντας τον Οδυσσέα να τις ιστορεί τα κατορθώματα
και τις περιπέτειες της, ζήλεψε την Καλυψώ, στο νησί της οποίας ο Οδυσσέας είχε
περάσει επτά χρόνια. Η ίδια τον περίμενε υπομονετικά και δεν υπέκυπτε στους
μνηστήρες, ενώ αυτός έπεφτε από την αγκαλιά της Κίρκης στης Καλυψούς.
Ο πατέρας του, ο Λαέρτης, ύστερα από ένα χρόνο
πέθανε. Ο γιός του, ο Τηλέμαχος, έφυγε με κάποια φοινικικά πλοία που είχαν
πιάσει λιμάνι στην Ιθάκη. Τον έδιωξε ο Οδυσσέας επειδή φοβόταν ότι θα τον
δολοφονήσει. Σημειώνουμε εδώ ότι στη διάρκεια της Οδύσσειας ο Οδυσσέας είχε
κατέβει στον Άδη για να συμβουλευτεί τον μάντη Τειρεσία. Αυτός, μεταξύ άλλων,
του προφήτεψε ότι θα σκοτωθεί από τη θάλασσα και από το γιό του.
Ο Τειρεσίας, τον είχε επίσης συμβουλεύσει ότι για
να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα έπρεπε, όταν θα γύριζε στην Ιθάκη, να πάρει ένα
κουπί στον ώμο και να ταξιδέψει στη στεριά μέχρι να βρει κάποιον που να μην
γνωρίζει τη θάλασσα και τι είναι το κουπί. Εκεί να θυσιάσει στους θεούς. Αυτό
και έκανε ο Οδυσσέας.
Έφυγε και έφτασε στη Θεσπρωτία. Περπατώντας στο
εσωτερικό της χώρας, με το κουπί στον ώμο, κάποια στιγμή κάποιοι άνθρωποι τον
ρώτησαν γιατί κουβαλούσε μαζί του το «λιχνιστίρι», το ξύλο δηλαδή που
ανακατεύουμε τα κομμένα στάχυα. Ο Οδυσσέας κατάλαβε ότι αυτό είναι το μέρος που
εννοούσε ο Τειρεσίας. Οι άνθρωποι δεν ήξεραν ότι το ξύλο ήταν κουπί άρα δεν
ήξεραν και τη θάλασσα. Έμπηξε στη γη το κουπί και θυσίασε στον Ποσειδώνα.