Κείμενο του Κριστιάν Νίρκα
Κάπου βαθιά μέσα μας κατοικεί μια φωνή. Δεν έχει λέξεις, ούτε μουσική. Είναι άδεια αλλά όχι τόσο όσο μια προσευχή. Είναι γεμάτη μα δεν θυμίζει βρυχηθμό. Είναι απλώς μια φωνή, σαν τα νερά της πιο γαλήνιας λίμνης, σαν την πιο τρυφερή νιφάδα του πρώτου χιονιού.
Την ακούνε μόνο τα σκυλιά καμιά φορά το βράδυ και δακρύζουν. Την ακούνε και γελάνε με την καρδιά τους κάτι παιδιά στις αλάνες που δεν θυμούνται τα ονόματά μας. Ζούνε σ’ένα παρελθόν που ξεχνάμε τ΄όνομά του. Όμως υπάρχει μέσα μας αυτή η φωνή.
Μάθαμε να την κρύβουμε καλά. Την κρατάμε απ’το λαιμό κάθε που πάει να βγει. Την πνίγουμε κάτω από τα μαξιλάρια των κραυγών μας, κι έτσι μοναχά μιλάμε – με κραυγές.
Μα λίγο πριν αυτή σωπάσει, λίγο πριν πνιγεί, την βγάζουμε από τα μουχλιασμένα νερά της ματωμένης μας συνείδησης και της δίνουμε το φιλί της ζωής. Πρέπει να σωθεί λίγο πριν χαθεί.