Ας αρχίσουμε από τα προβλήματα που γεννιώνται από συμπεριφορές των ομοφυλόφιλων. Αυτό που ενοχλεί πολλούς είναι η πάγια στάση του ομοφυλόφιλου ακτιβισμού να εμπνέεται ιδεολογικά αποκλειστικά από την μεταμοντέρνα νοοτροπία της δικαιωματικής ευρυχωρίας των πάντων προκειμένου να διεκδικήσει τη θέση του στην κοινωνία. Δεν ξεχνά βέβαια να την εμπλουτίσει με τη νεωτερική στάση του δικαιώματος όταν η διεκδίκηση λαμβάνει και νομικό χαρακτήρα, έτσι ώστε να συμμετάσχουν και οι ομοφυλόφιλοι στους θεσμούς και στις δομές της οικογενειακής ζωής...
Είναι φανερή η απουσία ενός μεταφυσικού – ή, έστω, ηθικού – προβληματισμού που θα οριοθετούσε κάποιες γραμμές οι οποίες υπερβαίνουν τις ατομικές επιθυμίες, αν μη τι άλλο τουλάχιστον για το ζήτημα της υιοθεσίας παιδιών από ζεύγη ομοφυλοφίλων. Η στάση αυτή («αν δύο ενήλικοι συναινούν κάθε άλλος περισσεύει») τείνει να εκλαμβάνει τις θρησκείες ως ενοχλητικά κατάλοιπα του παρελθόντος και να χαράσσει ηθικές δεσμεύσεις ερήμην τους.
Η νοοτροπία αυτή δεν είναι επιτρεπτό να αποτελέσει ηθικό κριτήριο. Αν, για παράδειγμα, ένας ναρκισσιστής ενήλικος έχει συνάψει ερωτική σχέση με μια ανώριμη ενήλικη που τον εξιδανικεύει, από την οποία (σχέση) αμφότεροι αντλούν ευχαρίστηση, η κατά νόμον ελευθερία και των δύο να χαίρονται μια τέτοια σχέση δεν μας στερεί το δικαίωμα να κρίνουμε τη στάση τους από πλευράς ψυχολογικής και να τη χαρακτηρίσουμε νοσηρή – εννοείται με την ανάλογη εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση. Ούτε οι φίλοι μας οι ομοφυλόφιλοι, πιστεύω, θα μας αμφισβητούσαν αυτή τη δυνατότητα.
Το παράδειγμα, όπως είναι ευνόητο, δεν συσχετίζεται καθόλου με την ομοφυλοφιλία κατά το περιεχόμενο, παρέχει όμως κριτήριο σκέψης. Δεν είναι επιτρεπτό να απαγορεύεται ο ψυχολογικός και ηθικός προβληματισμός περί της ομοφυλοφιλίας, απλώς και μόνο επειδή δύο συναινούντες ενήλικοι είναι ευτυχείς με αυτό που κάνουν. Ο συνδυασμός συναίνεσης και ευωχίας αποτελεί επαρκές κριτήριο για τον νόμο, όχι όμως για το διανοούμενο ανθρώπινο όν. Το νόμιμο δεν είναι αυτομάτως και ηθικό: η διάσημη πλέον αυτή ρήση επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από την επιμονή του μεταμοντερνισμού να περιορίζει στο ελάχιστο δυνατόν τις ηθικές δεσμεύσεις, αλλά και να ποινικοποιεί σχεδόν τις ψυχολογικές αποφάνσεις, όταν αμφότερες επιχειρούν να κρίνουν μια στάση ζωής, η οποία προσπορίζει ευεξία και απόλαυση.