Μια σημαντική ανησυχία των γονιών καθημερινά στο ιατρείο αφορά τους τρόπους που πρέπει να χειρίζονται την συμπεριφορά του παιδιού τους. «Να βάζω όρια και κανόνες;» «Πώς να θέτω όρια;». Ευτυχώς οι περισσότεροι σύγχρονοι γονείς απομακρύνονται από τον απολυταρχικό τρόπο μεγαλώματος των παιδιών (κάνε ότι λέω, άσκηση σωματικής ή ψυχικής βίας, authoritarian parenting). Από την άλλη μεριά, μπορούμε να θέτουμε σαφή και σταθερά όρια και κανόνες στην οικογένειά μας μέσα από το κάνε αυτό που κάνω, χωρίς να φτάνουμε στο αντίθετο άκρο (permissive parenting, υποχωρητικοί γονείς).
Κατ’ αρχήν χρειάζεται να προσδιορίσουμε την ηλικία. Κάθε αναπτυξιακό στάδιο είναι διαφορετικό και πρέπει να αναζητούμε τις γνώσεις εκείνες για να κατανοήσουμε καλύτερα το παιδί μας ανά ηλικία και να ανταποκρινόμαστε κατάλληλα στις ανάγκες του.
Κατά την βρεφική ηλικία, από την γέννηση μέχρι τους 10-15 μήνες της ζωής, ο εαυτός του μωρού μας δεν έχει σχηματιστεί αυτοτελώς ακόμα και διακριτά από εμάς. Αυτό που κυρίως διακυβεύεται είναι η δημιουργία ισχυρού δεσμού με τη μητέρα και τον πατέρα, η ασφάλεια και η συναισθηματική ομαλότητα του μωρού μας.
Όλες οι σύγχρονες επιστημονικές συστάσεις για αυτήν την ηλικία μιλούν για γονείς που ανταποκρίνονται, στο ανθρωπίνως δυνατό, έγκαιρα, κατάλληλα και έγκυρα στις ανάγκες και τα σημάδια του μωρού τους.
Μετά τη βρεφική ηλικία πολλοί γονείς προβληματίζονται όταν το μικρό τους αλλάζει και αποκτά σταδιακά δική του προσωπικότητα, αναπτύσσει θέλω, λέει περισσότερα όχι αντί για ναι, θέλει επιλογές και αποκτά «ιδιοτροπίες».
Για να αποφύγουμε να γίνουμε αυταρχικοί όπως ίσως οι δικοί μας γονείς, δεν χρειάζεται να φτάνουμε στο αντίθετο άκρο και να είμαστε υπερβολικά υποχωρητικοί με τα παιδιά μας. Έχοντας πάντα ως γνώμονα την αναπτυξιακή τους ηλικία οριοθετούμε κατάλληλα και διαπραγματευόμαστε οικογενειακούς κανόνες.
Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της γονεικής, όπως και κάθε ανθρώπινης σχέσης, να βρισκόμαστε καθημερινά και πολλές φορές σε καταστάσεις σύγκρουσης ή διαφωνίας. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι του μεγαλώματος ενός παιδιού να βιώνει, με ήπιο, ελεγχόμενο και σταδιακά αυξανόμενο τρόπο, κάποια ματαίωση.
Το στοίχημα είναι η σχέση να χτιστεί με σεβασμό στα όρια του άλλου και ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες του παιδιού και τις δικές μας. Κλειδί για αυτό είναι να απομακρυνθούμε από λογικές εξουσιαστικών προσεγγίσεων – θα «νικήσω» εγώ, το κάνει για να με τσατίσει, είμαι γονιός και πρέπει να επιβληθώ – , να δούμε πέρα από την επιφανειακή συμπεριφορική προσέγγιση, να εμβαθύνουμε σε κατανόηση και έκφραση συναισθημάτων.