Yπάρχουν κάποιες μέρες που δεν μπορείς να αποφύγεις τις σκέψεις σου. Είναι σαν να σου τρυπούν το μυαλό οι αναμνήσεις και αστραπιαία γυρίζεις πίσω στον χρόνο. Πόσοι έρωτες, ταξίδια, τόσα γέλια και τόσες αναμνήσεις. Και πάντα ήταν εκεί. Ο άνθρωπός σου. Συνεχώς κοντά σου, κάθε φορά εκεί να σηκώνει το τηλέφωνο τα ξημερώματα για να αναλύσετε για χιλιοστή φορά τον χωρισμό σου κι ας ξέρατε και οι δύο πως δεν θα βρείτε λύση. Δίπλα σου σε κάθε μεγάλη σου στιγμή. Και τώρα πια δεν ξέρεις που είναι, πώς περνά, αν είναι ευτυχισμένος με τη ζωή του. Προσπαθείς να θυμηθείς την τελευταία φορά που άκουσες τη φωνή του. Την τελευταία φορά που ένιωσες πως μόνο αυτός μπορεί να ακούσει τον προβληματισμό σου, την κραυγή σου. Αδύνατον.
Πώς γίνεται κάποιος που έχει πάρει κάτι από την ψυχή μας, να καταλήγει ένας άγνωστος; Φταίει αυτή η πόλη των μυρίων κατοίκων, οι τρελοί ρυθμοί που ζούμε και δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε πάντα αυτά που θέλουμε; Γραφικότητες. Ξέρεις πολύ καλά πως αν θέλεις να βρεις χρόνο για κάποιον που αγαπάς, γυρνάς τον κόσμο ανάποδα και τον βρίσκεις. Άρα κάτι έφταιξε. Κάτι έσπασε. Κάτι άλλαξε και πια ο άνθρωπος αυτός έπαψε να είναι ο άνθρωπος «σωσίβιο». Σωσίβιο στα καλά και τα άσχημα.












