Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

7. Μπροστά στο Θρόνο του Θανάτου - ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ

1. Θλίψη Σιωπηλή - ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ

2. Το Χέρι της Μοίρας - ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ

Στις μέρες μας ο γάμος είναι ένας εμπαιγμός για τις γυναίκες, που τον κανονίζουν οι νέοι άντρες και οι γονείς. Στις πιο πολλές χώρες οι νέοι άντρες κερδίζουν και οι γονείς χάνουν. Τη γυναίκα τη βλέπουν σαν ένα εμπόρευμα που το αγοράζουν και το μεταφέρουν απο το ένα σπίτι στο άλλο. Με το πέρασμα του καιρού, η ομορφιά της μαραίνεται, και τότε παίρνει τη θέση ενός παλιού επίπλου, που το ξεχνούν σε μια σκοτεινή γωνιά. Ο σύγχρονος πολιτισμός εχει κάνει τη γυναίκα λίγο πιο έξυπνη άλλα μεγάλωσε τη δυστυχία της εξαιτίας της απληστίας του άντρα. Η γυναίκα του χθες ήταν μια ευτυχισμένη σύζυγος, άλλα η γυναίκα του σήμερα είναι μια δύστυχη ερωμένη. 

Στο παρελθόν, η γυναίκα προχωρούσε τυφλά μέσα στο φως, αλλά τώρα προχωρεί μ' ανοιχτά τα μάτια μέσα στο σκοτάδι. Ήταν όμορφη στην άγνοιά της, ενάρετη στην απλότητά της, και δυνατή στην αδυναμία της. 

Σήμερα η γυναίκα έχει γίνει άσχημη μέσα στην εξυπνάδα της και επιφανειακή και άκαρδη μέσα στη γνώση της. Θα έρθει τάχα κάποτε η μέρα όπου η ομορφιά κι η γνώση, η εξυπνάδα κι η αρετή, η αδυναμία του σώματος κι η δύναμη του πνεύματος θα ενωθούν στη γυναίκα; 

Είμαι απο κείνους που πιστεύουν οτι η πνευματική πρόοδος είναι κανόνας στην ανθρώπινη ζωή, αλλα η πορεία προς την τελειότητα είναι πολύ αργή και οδυνηρή. Αν η γυναίκα ανυψώνεται σε κάποια πλευρά της ζωής και καθυστερεί σε μια άλλη, αυτό γίνεται επειδή το τραχύ μονοπάτι που οδηγεί στη βουνοκορφή είναι γεμάτο απο ενέδρες ληστών και φωλιές λύκων. Αυτή η παράξενη γενιά ζει ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνιο. Κρατά στα χέρια της το χώμα του παρελθόντος και τους σπόρους του μέλλοντος. Ωστόσο βρίσκουμε σε κάθε πόλη κάποια γυναίκα που συμβολίζει το μέλλον. 

Στην πόλη της Βηρυτού, η Σέλμα Καράμη, ήταν το σύμβολο της μελλοντικής ανατολίτισσας γυναίκας, αλλα, όπως πολλοί απο κείνους που ζουν πιο μπροστά απο την εποχή τους, έγινε κι αυτή θύμα του παρόντος. και σαν το λουλούδι που έσπασε ο μίσχος του και παρασύρθηκε απο το ρεύμα του ποταμού, η Σέλμα βάδισε στο άθλιο μονοπάτι των νικημένων. 

Ο Μανσούρ Μπέη Γκαλίμπ και η Σέλμα παντρεύτηκαν και ζούσαν μαζί σ' ενα όμορφο σπίτι στο Ράς Βηρυτός, όπου κατοικούσαν οι πιο πλούσιοι κάτοικοι της Βηρυτού. Ο Φαρίς Εφάντη Καράμη απομεινε μόνος στο μοναχικό του σπίτι ανάμεσα στον κήπο και στα δέντρα του, σαν το μοναχικό βοσκό ανάμεσα στο κοπάδι του. 

Οι μέρες και οι χαρούμενες νύχτες του γάμου πέρασαν, αλλα ο μήνας του μέλιτος άφησε αναμνήσεις γεμάτες πίκρα και θλίψη, όπως ο πόλεμος αφήνει κρανία και κόκκαλα νεκρών στο πεδίο της μάχης. Η μεγαλοπρέπεια του γάμου στην Ανατολή εμπνέει τις καρδιές των νέων αντρών και γυναικών, το τέλος του, όμως, μπορεί να τις πετάξει σαν παλιές μυλόπετρες στο βυθό της θάλασσας. Η χαρά του γάμου είναι σαν τα χνάρια των ποδιών πάνω στην άμμο που μένουν μόνο μέχρι να έρθουν τα κύματα και να τα σβήσουν. 


Η άνοιξη έφυγε, όπως και το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, αλλα η αγάπη μου για τη Σέλμα μεγάλωνε μέρα με τη μέρα, κι έγινε ενα είδος άφωνης λατρείας, σαν το αίσθημα που εχει ενα ορφανό παιδί για την ψυχή της μητέρας του στον ουρανό. 

Η λαχτάρα μου μεταβλήθηκε σε μια τυφλή θλίψη που δεν έβλεπε άλλο απο τον εαυτό της και το πάθος που αντλούσε δάκρυα απο τα μάτια μου μεταβλήθηκε σε αγωνία που ρουφούσε το αίμα απο την καρδιά μου, κι οι αναστεναγμοί μου της αγάπης έγιναν μια αδιάκοπη προσευχή για την ευτυχία της Σέλμας και του συζύγου της και για τη γαλήνη του πατέρα της. Οι ελπίδες μου και οι προσευχές μου ήταν ολες μάταιες γιατί η δυστυχία της Σέλμας ήταν μια εσώτερη αρρώστια που τίποτα δεν μπορούσε να τη θεραπεύσει εκτός απο το θάνατο. Ο Μανσούρ Μπέη ήταν ο άνθρωπος που του έρχονταν εύκολα ολες οι ανέσεις της ζωής. αλλα, παρ' όλα αυτά, ο ίδιος ήταν ανικανοποίητος και αρπακτικός. 

Όταν παντρεύτηκε τη Σέλμα, παραμέλησε τον πατέρα της στη μοναξιά του και παρακαλούσε για το θάνατό του, ώστε να πάρει ο,τι είχε μείνει απο τον πλούτο του γέρου. Ο χαρακτήρας του Μανσούρ Μπέη ήταν παρόμοιος με το χαρακτήρα του θείου του, του επισκόπου. η μόνη διαφορά ανάμεσα στους δυο ήταν οτι ο επίσκοπος έπαιρνε όλα οσα ήθελε μυστικά κάτω απο την προστασία του εκκλησιαστικού μανδύα και του χρυσού σταυρού που φορούσε στο στήθος του. Ενω ο ανεψιός του τα έκανε ολα φανερά. 

Ο επίσκοπος πήγαινε στην εκκλησία το πρωί και περνούσε την υπόλοιπη μέρα κλέβοντας με πλάγιο τρόπο απο κείνα που ήταν για τις χήρες, για τα ορφανά και για τους απλοϊκούς ανθρώπους. αλλα ο Μανσούρ Μπέη περνούσε τις μέρες του κυνηγώντας τις σεξουαλικές ευχαριστήσεις. Την Κυριακή ο επίσκοπος Μπούλος Γκαλίμπ κήρυττε το ευαγγέλιο του. αλλα τις άλλες μέρες της βδομάδας ποτέ δεν εφάρμοζε οσα δίδασκε, και καταγινόταν με τις πολιτικές δολοπλοκίες του τόπου. Και με το κύρος και την επιρροή του θείου του, ο Μανσούρ Μπέη καταγινόταν με πολιτικές εύνοιες για κείνους που μπορούσαν να προσφέρουν μια καλή δωροδοκία. 

Ο επίσκοπος Μπούλος ήταν ένας κλέφτης που κρυβόταν κάτω απο το μανδύα της νύχτας, ενω ο ανεψιός του ο Μανσούρ Μπέη ήταν ένας απατεώνας που περπατούσε περήφανα στο φως της μέρας. Παρόλα αυτά, οι άνθρωποι της Ανατολής δίνουν την εμπιστοσύνη τους σε τέτοιους ανθρώπους - λύκους και σφαγείς που καταστρέφουν τη χώρα τους με την απληστία τους και συντρίβουν τους γείτονες τους με σιδερένιο χέρι. Γιατί όμως να γεμίζω αυτές τις σελίδες με λόγια που μιλούν για τους προδότες των φτωχών εθνών αντί να τις κρατώ ολες για την ιστορία της δύστυχης γυναίκας με τη συντριμμένη καρδιά; Γιατί να χύνω δάκρυα για τους καταπιεσμένους λαούς αντί να τα κρατώ ολα για την ανάμνηση μιας αδύνατης γυναίκας που το νήμα της ζωής της κόπηκε απο τα δόντια του θανάτου; 

Αγαπητοί μου αναγνώστες, δε νομίζετε και σεις οτι μια τέτοια γυναίκα είναι σαν ενα έθνος που καταπιέζεται απο τους ιερείς και τους κυρίαρχους; Δε νομίζετε οτι η αρπαγμένη αγάπη που οδηγεί μια γυναίκα στον τάφο μοιάζει με την απελπισία που διακατέχει τους λαούς της γης; 

Η γυναίκα είναι για το έθνος οπως το φως για τη λάμπα. Το φως αυτό, δε θα είναι αδύνατο αν το λάδι της λάμπας είναι λιγοστό; Το φθινόπωρο πέρασε κι ο άνεμος έριξε τα κίτρινα φύλλα απο τα δέντρα κι άνοιξε δρόμο για το χειμώνα που ήρθε με τα βογγητά και τις κραυγές του ανέμου. Εγω ήμουν ακόμα στην πόλη της Βηρυτού, χωρις κανένα σύντροφο εκτός απο τα όνειρά μου, που ανύψωναν το πνεύμα μου στον ουρανό και μετά το έχωναν βαθιά στα στήθη της γης. Το θλιμμένο πνεύμα βρίσκει ανάπαυση στη μοναξιά. Αποστρέφεται τους ανθρώπους οπως το πληγωμένο ελάφι φεύγει απο το κοπάδι και ζει σε μια σπηλιά μέχρι να γιατρευτεί ή να πεθάνει. Κάποια μέρα άκουσα οτι ο Φαρίς Εφάντη ήταν άρρωστος. Έφυγα αμέσως απο τη μοναχική μου κατοικία και πήγα σπίτι του. 

Πήρα έναν άλλο δρόμο, ενα μοναχικό μονοπάτι ανάμεσα στις ελιές, αποφεύγοντας το μεγάλο δρόμο με τα θορυβώδη αμάξια. Φτάνοντας στο σπίτι του γέρου, μπήκα μέσα και βρήκα τον Φαρίς Εφάντη ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, αδύναμο και ωχρό. Τα μάτια του είχαν βυθιστεί κι έμοιαζαν σα δυο σκοτεινές κοιλάδες που τις κατοικούσαν τα φαντάσματα του τρόμου. Το χαμόγελο που έδινε πάντα ζωή στο πρόσωπό του ειχε τώρα πνιγεί απο την αγωνία και τον πόνο. και τα κόκκαλα των ευγενικών χεριών του έμοιαζαν σα γυμνά κλαριά που έτρεμαν μπροστά στην καταιγίδα. 

Καθώς τον πλησίασα και ρώτησα για την υγεία του, έστρεψε το ωχρό πρόσωπό του προς εμένα, και πάνω στα τρεμάμενα χείλη του φάνηκε ενα χαμόγελο και ειπε με αδύναμη φωνή, «Πήγαινε, πήγαινε στο άλλο δωμάτιο και παρηγόρησε τη Σέλμα, και φέρ' την να καθίσει δίπλα στο κρεβάτι μου.» 

Μπήκα στο διπλανό δωμάτιο και βρήκα τη Σέλμα ξαπλωμένη σ' ένα ντιβάνι με τα χέρια της πάνω στο κεφάλι της, και με το πρόσωπό της χωμένο σ' ένα μαξιλάρι, ετσι που ο πατέρας της να μην ακούει το κλάμα της. 

Πλησίασα αργά και πρόφερα το ονομά της με μια φωνή που έμοιαζε περισσότερο με αναστεναγμό παρα με ψίθυρο. Ανατινάχτηκε με φόβο, σα να την είχαν διακόψει απο κάποιο φρικτό όνειρο, κι ανασηκώθηκε κοιτάζοντάς με, με φλογισμένα μάτια, ωσάν να αμφέβαλε αν ημουν ζωντανός ή φάντασμα.

 Ύστερα απο λίγες στιγμές βαθιάς σιωπής, που μας έφεραν πίσω με τα φτερά της μνήμης στην ωρα εκείνη που είχαμε μεθύσει με το κρασί της αγάπης, η Σέλμα σκούπισε τα δάκρυά της και ειπε, «Κοίτα πως ο καιρός μας άλλαξε. Κοίτα πως ο καιρός άλλαξε την πορεία της ζωής μας και μας άφησε ερείπια. Σ' αυτόν εδω τον τόπο η άνοιξη μας ειχε ενώσει με δεσμό αγάπης και στο ίδιο αυτό μέρος μας έφερε μαζί μπροστά στο θρόνο του θανάτου. Πόσο όμορφη ήταν η άνοιξη, και πόσο φριχτός αυτός ο χειμώνας!» 

Μιλώντας ετσι, σκέπασε πάλι το πρόσωπό της με τα χέρια της ωσάν να προφύλαγε τα μάτια της απο το φάσμα του παρελθόντος που στεκόταν μπροστά της. Εγω ακούμπησα το χέρι μου στο κεφάλι της και ειπα, «Σέλμα, ελα, κι ας σταθούμε σα δυνατοί πύργοι μπροστά στην καταιγίδα. Ας σταθούμε σα γενναίοι στρατιώτες μπροστά στον εχθρό κι ας αντιμετωπίσουμε τα όπλα του. Αν σκοτωθούμε, θα πεθάνουμε σα μάρτυρες. κι αν νικήσουμε, θα ζήσουμε σαν ήρωες. Η πάλη με τα εμπόδια και τις δυσκολίες είναι πιο ευγενική απο την υποχώρηση στην ησυχία. Η πεταλούδα που τριγυρίζει γύρω στη λάμπα μέχρι να πεθάνει είναι πιο αξιοθαύμαστη απο το τυφλό ποντίκι που ζει μέσα στη σκοτεινή τρύπα. 

Έλα, Σέλμα, ας περπατήσουμε πάνω στο τραχύ μονοπάτι σταθερά, με τα μάτια μας προς τον ήλιο, ετσι που να μη βλέπουμε τα γυμνά κρανία και τα ερπετά ανάμεσα στους βράχους και τα αγκάθια. Αν ο φόβος μας σταματούσε στη μέση του δρόμου, θ' ακούγαμε μονάχα τις κοροιδίες απο τις φωνές της νύχτας, ενω αν φτάσουμε στη βουνοκορφή γενναία, θα συναντήσουμε τα ουράνια πνεύματα με ύμνους θριάμβου και χαράς. 

Κουράγιο, Σέλμα, σκούπισε τα δάκρυά σου και διώξε τη θλίψη απο το πρόσωπό σου. Σήκω, κι ας καθίσουμε κοντά στο κρεβάτι του πατέρα σου, γιατί η ζωή του κρέμεται απο τη δική σου ζωή, και το χαμόγελο σου είναι η μόνη του γιατρειά.» Ευγενικά και στοργικά, εκείνη με κοίταξε και μου ειπε, «Μου ζητάς να εχω υπομονή ενω εσυ ο ίδιος εχεις ανάγκη απο αυτή; Μπορεί ενας πεινασμένος να δώσει το ψωμί του σ' έναν άλλο πεινασμένο; Η μπορεί ενας άρρωστος να δώσει το γιατρικό του σ' έναν άλλο άρρωστο, την ώρα που αυτός το χρειάζεται τόσο πολύ;» Η Σέλμα σηκώθηκε με το κεφάλι σκυμμένο λίγο προς τα εμπρός και πήγαμε στο δωμάτιο του γέρου και καθίσαμε δίπλα στο κρεβάτι του. 

Η Σέλμα προσπάθησε να χαμογελάσει και προσποιήθηκε υπομονή. Ο πατέρας της προσπάθησε κι εκείνος να την κάνει να πιστέψει πως ένιωθε καλύτερα και πιο δυνατός. αλλα κι ο πατέρας κι η κόρη ένιωθαν καλα τη θλίψη ο ένας του άλλου κι άκουγαν τους άφωνους αναστεναγμούς. Ηταν σαν δυο ισόπαλες δυνάμεις που η μία χαλούσε την άλλη σιωπηλά. 

Η καρδιά του πατέρα έλιωνε εξαιτίας της κακοτυχίας της κόρης. Ηταν δυο αγνές ψυχές, που η μία έφευγε μακριά κι η άλλη αγωνιούσε μέσα στον πόνο, αγκαλιασμένη απο την αγάπη και το θάνατο. κι εγω ήμουν ανάμεσα στους δυο, με τη δική μου ταραγμένη καρδιά. Είμασταν τρεις άνθρωποι, που μας μάζεψε και μας σύντριψε το χέρι της μοίρας. ένας γέρος, σα σπίτι που το ερήμωσε η νεροποντή, μια γυναίκα, που το σύμβολό της ήταν ο κρίνος που τον αποκεφάλισε η κοφτερή λεπίδα του δρεπανιού, κι ενας νέος άντρας που, σαν αδύνατο δεντράκι, λύγισε κάτω απο τη χιονοστιβάδα. κι όλοι μας είμασταν παιχνίδια στα χέρια της μοίρας. 

Ο Φαρίς Εφάντη κουνήθηκε αργά κι άπλωσε το αδύναμο χέρι του προς τη Σέλμα, και με μια φωνή γεμάτη αγάπη και τρυφεράδα ειπε, «Πιάσε το χέρι μου, αγαπημένη μου». 

Η Σέλμα έπιασε το χέρι του. μετά εκείνος ειπε, «Έζησα αρκετά και χάρηκα τους καρπούς ολων των εποχών της ζωης. Δοκίμασα ολες τις φάσεις της με ηρεμία ψυχής. Έχασα τη μητέρα σου οταν εσυ ήσουν μόνο τριών χρόνων, κι εκείνη σε άφησε σαν πολύτιμο θησαυρό στα χέρια μου. Σε παρακολουθούσα καθώς μεγάλωνες και η οψη σου ξαναζωντάνευε τα χαρακτηριστικά της μητέρας σου όπως τ' αστέρια που καθρεφτίζονται στο ήρεμο νερό της λιμνούλας. Ο χαρακτήρας σου, η εξυπνάδα σου και η ομορφιά σου είναι της μητέρας σου, ακόμα κι ο τρόπος που μιλάς και χειρονομείς. Εσυ ήσουν η μόνη μου παρηγοριά σ' αυτή τη ζωη, γιατί ήσουν η εικόνα της μητέρας σου σε κάθε πράξη και λέξη. Τώρα, εχω γεράσει και το μόνο μέρος που θα με ησυχάσει βρίσκεται ανάμεσα στα απαλά φτερά του θανάτου. 

Παρηγορήσου, πολυαγαπημένη μου κόρη, γιατί έζησα αρκετά ωστε να σε δω γυναίκα. Να είσαι ευτυχισμένη γιατί θα ζήσω σε σένα μετά το θάνατό μου. Η αναχώρησή μου σήμερα δε θα διέφερε απο την αναχώρηση μου αύριο ή μεθαύριο, γιατί οι μέρες μας χάνονται σαν τα φύλλα του φθινοπώρου. Η ωρα του θανάτου μου πλησιάζει γοργά κι η ψυχή μου λαχταρά να ενωθεί με την ψυχή της μητέρας σου.» Καθώς πρόφερε αυτά τα λόγια με γλύκα και αγάπη, το πρόσωπό του φωτίστηκε. Μετά έφερε το χέρι του κάτω απο το μαξιλάρι του και τράβηξε μια μικρή εικόνα με χρυσό πλαίσιο. Έχοντας το βλέμμα του πάνω στη μικρή φωτογραφία, ειπε, «Ελα, Σέλμα, ελα και κοίταξε τη μητέρα σου σ' αυτήν εδω την εικόνα.» Η Σέλμα σκούπισε τα δάκρυά της, κι αφού κοίταξε πολλή ωρα την εικόνα, τη φίλησε πολλές φορές και φώναξε, «Ω, πολυαγαπημένη μου μητέρα! Ω, μητέρα!». 

Ύστερα ακούμπησε τα τρεμάμενα χείλη της πάνω στην εικόνα, σα να ήθελε να αδειάσει την ψυχή της πάνω σ' αυτή. Η πιο όμορφη λέξη στα χείλη των ανθρώπων είναι η λέξη «μητέρα» και το πιο ωραίο κάλεσμα είναι το κάλεσμα «μητέρα μου». Είναι μια λέξη γεμάτη απο ελπίδα και αγάπη, μια γλυκειά και παρηγορητική λέξη που βγαίνει απο τα βάθη της καρδιάς. Η μητέρα είναι τα πάντα - είναι η παρηγοριά μας στη θλίψη, η ελπίδα μας στη δυστυχία, και η δύναμή μας στην αδυναμία. Είναι η πηγή της αγάπης, της σπλαχνιάς, της συμπάθειας και της συγνώμης. 

Αυτός που χάνει τη μητέρα του, χάνει μια αγνή ψυχή που τον ευλογεί και τον φρουρεί αδιάκοπα. Το κάθετι στη φύση μιλά για τη μητέρα. Ο ήλιος είναι η μητέρα της γης και της δίνει την τροφή της ζεστασιάς του. ποτέ δε φεύγει απο το σύμπαν τη νύχτα χωρίς να βάλει τη γη στον ύπνο με το τραγούδι της θάλασσας και τον ύμνο των πουλιών και των ρυακιών. 

Και η γη αυτή είναι η μητέρα των δέντρων και των λουλουδιών. Αυτή τα γεννα, τα τρέφει και τα ωριμάζει. Τα δέντρα και τα λουλούδια γίνονται καλές μητέρες για τα ώριμα φρούτα και τους σπόρους τους. Και η μητέρα, το πρωτότυπο ολης της ύπαρξης, είναι το αιώνιο πνεύμα, γεμάτο απο ομορφιά και αγάπη. Η Σέλμα Καράμη δε γνώρισε ποτέ τη μητέρα της γιατί εκείνη πέθανε οταν η Σέλμα ήταν ακόμα μωρό, αλλα η Σέλμα έκλαψε μόλις ειδε την εικόνα και φώναξε, «Ω, μητέρα!» Η λέξη μητέρα είναι κρυμμένη στις καρδιές μας, κι έρχεται στα χείλη μας σε ώρες θλίψης και ευτυχίας, όπως το άρωμα βγαίνει απο την καρδιά του ρόδου και διασκορπίζεται στην καθαρή ή στη συννεφιασμένη ατμόσφαιρα. 

Η Σέλμα κοίταζε κατάματα την εικόνα της μητέρας, τη φίλησε πολλές φορές, μέχρι που έπεσε ανήμπορη δίπλα στο κρεβάτι του πατέρα της. Ο γέρος ακούμπησε και τα δυο του χέρια πάνω στο κεφάλι της και ειπε, «Σου έδειξα, αγαπημένο μου παιδί, μια εικόνα της μητέρας σου τυπωμένη στο χαρτί. Τώρα, άκουσε με και θα σε κάνω να αφουγκραστείς τα λόγια της.» Η Σέλμα ανασήκωσε το κεφάλι της σα μικρό πουλί στη φωλιά του, οταν ακούει τα φτερούγια της μητέρας του, και κοίταξε τον πατέρα της προσεκτικά. 

Ο Φαρίς Εφάντη άνοιξε το στόμα του και ειπε, «Η μητέρα σε θήλαζε ακόμα, οταν έχασε τον πατέρα της. θρήνησε κι έκλαψε για το χαμό του, αλλα ήταν γυναίκα σοφή και υπομονετική. Κάθισε κοντά μου σ' αυτό εδω το δωμάτιο οταν τέλειωσε η κηδεία και κράτησε το χέρι μου και ειπε, Φαρίς, ο πατέρας μου πέθανε τώρα, κι εσυ είσαι η μόνη μου παρηγοριά σ' αυτό τον κόσμο. Τα αισθήματα της καρδιάς χωρίζονται σαν τα κλαριά του κέδρου. οταν το δέντρο χάνει ενα δυνατό κλαρί, υποφέρει, αλλα δεν πεθαίνει. Θα ρίξει ολη του τη ζωτικότητα στο άλλο κλαρί, ετσι που εκείνο να μεγαλώσει και να γεμίσει τον άδειο χώρο. 

Αυτά μου ειπε η μητέρα σου όταν πέθανε ο πατέρας της, και συ θα πρέπει να πεις το ιδιο πράγμα όταν ο θάνατος πάρει το σώμα μου στο ησυχαστήριο του και την ψυχή μου στο βασίλειο του Θεού.» Η Σέλμα του απάντησε με τα βουρκωμένα της μάτια και τη συντριμμένη της καρδιά, «Όταν η μητέρα μου έχασε τον πατέρα της, εσυ πήρες τη θέση του. ποιος όμως θα πάρει τη δική σου θέση, όταν εσυ φύγεις; Η μητέρα έμεινε στα χέρια ενος πιστού και γεμάτου αγάπη συζύγου. βρήκε παρηγοριά στη μικρή της κόρη, αλλα ποια θα είναι η παρηγοριά μου όταν εσυ χαθείς; Εσυ ήσουν και πατέρας μου και μητέρα μου και συντροφιά μου στη νιότη μου.» 

Λέγοντας αυτά τα λόγια στράφηκε και κοίταξε εμένα και, κρατώντας την άκρη απο το ρούχο μου, ειπε, «Αυτός θα είναι ο μόνος φίλος που θα εχω οταν εσυ φύγεις, αλλα πως θα μπορέσει να με παρηγορήσει, οταν κι ο ίδιος υποφέρει; Πως μπορεί μια συντριμμένη καρδιά να βρεί παρηγοριά σε μιαν απελπισμένη ψυχή; Μια δύστυχη γυναίκα δεν μπορεί να παρηγορηθεί με τη δυστυχία ενος φίλου, ούτε μπορεί ένα πουλί να πετάξει με σπασμένα φτερά. Αυτός είναι ο φίλος της ψυχής μου αλλα τον εχω φορτώσει κιόλας μ' ενα βαρύ φορτίο θλίψης και θόλωσα τα μάτια του με τα δάκρυά του ετσι που να μη βλέπει άλλο απο σκοτάδι. Αυτός είναι ενας αδερφός που τον, αγαπώ ειλικρινά, αλλα είναι σαν όλους τους αδερφούς που μοιράζονται τη θλίψη μου και με κάνουν να χύνω τα δάκρυά μου που μεγαλώνουν την πίκρα μου και καίνε την καρδιά μου.» 

Τα λόγια της Σέλμας ήταν σα μαχαίρι στην καρδιά μου, και ένιωθα οτι δεν μπορούσα πια να αντέξω. Ο γέρος την άκουγε με θλίψη που δυνάμωνε, κι έτρεμε σαν το φως της λάμπας μπροστά στον άνεμο. 

Ύστερα άπλωσε το χέρι του και ειπε, «Αφησέ με να φύγω ειρηνικά, παιδί μου. Εγω εχω σπάσει τα δεσμά αυτού του κλουβιού. άφησέ με να πετάξω και μη με σταματάς, γιατί η μητέρα σου με καλεί. Ο ουρανός είναι ολοκάθαρος και η θάλασσα γαλήνια κι η βάρκα είναι έτοιμη για το ταξίδι. μην αργοπορείς το ξεκίνημα μου. Άφησε το σώμα μου να αναπαυτεί μ' εκείνους που αναπαύονται. άφησε το όνειρό μου να τελειώσει και την ψυχή μου να ξυπνήσει με το χάραμα. άφησε την ψυχή σου να αγκαλιάσει τη δική μου και δώσε μου το φιλι της ελπίδας. μην αφήνεις τις σταγόνες της θλίψης ή της πίκρας να πέσουν πάνω στο κορμί μου, μην τύχει κι η χλόη και τα λουλούδια αρνηθούν την τροφή τους. Μη χύσεις δάκρυα πόνου πάνω στα χέρια μου γιατί μπορεί να φυτρώσουν αγκάθια πάνω στο μνήμα μου. Μη σύρεις τις γραμμές της αγωνίας πάνω στο μέτωπό μου, γιατί ο άνεμος μπορεί να περάσει να τις διαβάσει και ν' αρνηθεί να σκορπίσει τη σκόνη των οστών μου πάνω στα πράσινα λιβάδια... Σ' αγαπούσα, παιδί μου, οσο ήμουν εδω και θα σ' αγαπώ πάντα οταν δε θα είμαι πια εδω, κι η ψυχή μου πάντα θα σε παρακολουθεί και θα σε προστατεύει.» 

Κατόπιν, ο Φαρίς Εφάντη κοίταξε έμενα με μάτια μισόκλειστα και ειπε, «Γιε μου, να είσαι πραγματικός αδερφός για τη Σέλμα, όπως ο πατέρας σου ήταν για μένα. Να είσαι ο βοηθός κι ο φίλος στην ανάγκη της, και μην την αφήσεις να θρηνήσει, γιατί ο θρήνος για τους νεκρούς είναι λάθος. Να της διηγιέσαι ευχάριστες ιστορίες και να της τραγουδάς τα τραγούδια της ζωης για να ξεχνά τον πόνο της. Θυμήσου με στον πατέρα σου. ρώτησε τον να σου πει την ιστορία της νιότης μας και 'πες του οτι τον αγάπησα στο πρόσωπο του γιου του στην τελευταία ώρα της ζωής μου.» 

Σιωπή βασίλευε, κι έβλεπα τη χλωμάδα του θανάτου πάνω στο πρόσωπο του γέρου. Τα μάτια του στριφογύρισαν, ύστερα μας κοίταξε και ψιθύρισε, «Μη φωνάξετε το γιατρό γιατί θα μπορούσε να παρατείνει την καταδίκη μου σ' αυτή τη φυλακή με τα φάρμακά του. Οι μέρες της σκλαβιάς τελείωσαν κι η ψυχή μου αναζητά την ελευθερία στον ουρανό. Μη φωνάξετε ούτε τον παπά στο κρεβάτι μου, γιατί οι προσευχές του δε θα μπορούσαν να με σώσουν αν ήμουν αμαρτωλός, ούτε θα μπορούσαν να με στείλουν πιο γρήγορα στους ουρανούς, αν ήμουν αθώος. 

Η θέληση των ανθρώπων δεν μπορεί ν' αλλαξει τη θέληση του Θεού, οπως ο αστρολόγος δεν μπορεί ν' αλλαξει την πορεία των άστρων. αλλα ύστερα απο το θάνατό μου, αφήστε το γιατρό και τον παπά να κάνουν ο,τι θέλουν, γιατι η βάρκα μου θα συνεχίζει το ταξίδι της μέχρι να φτάσει στον προορισμό της.» 

Τα μεσάνυχτα ο Φαρίς Εφάντη άνοιξε τα μάτια του για τελευταία φορά, και στήλωσε το βλέμμα του στη Σέλμα που ηταν γονατιστή δίπλα στο κρεβάτι του. Προσπάθησε να μιλήσει, αλλα δεν μπορούσε, γιατι ο θάνατος ειχε κιόλας πνίξει τη φωνή του. Κατάφερε ομως στο τέλος να πει μονάχα, «Η νύχτα πέρασε... Ω Σέλμα... Ω... Ω Σέλμα...». Ύστερα, έγειρε το κεφάλι του, το πρόσωπό του έγινε κάτασπρο, κι είδα το χαμόγελο στα χείλη του, καθώς άφηνε την τελευταία του ανάσα. 

Η Σέλμα έπιασε το χέρι του πατέρα της. Ήταν κρύο. Ύστερα, σήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε το πρόσωπό του. Ήταν σκεπασμένο με το πέπλο του θανάτου. Η θλίψη έσφιγγε την καρδιά της Σέλμας τόσο σφιχτά, που δεν μπορούσε ούτε να κλάψει, ούτε να αναστενάξει, ούτε καν να κινηθεί. Για μια στιγμή, τον κοίταξε με μάτια ακίνητα σαν του αγάλματος. ύστερα έσκυψε χαμηλά μέχρι που το μέτωπό της να φτάσει στο πάτωμα και ειπε, «Ω, Κύριε, λυπήσου μας και γιάτρεψε τα σπασμένα μας φτερά.» Ο Φαρίς Εφάντη Καράμη πέθανε. η ψυχή του ξαναγύρισε στην αιωνιότητα και το σώμα του στη γη. Ο Μανσούρ Μπέη Γκαλίμπ έκανε κατοχή στον πλούτο του, και η Σέλμα έγινε φυλακισμένη για ολη της τη ζωή - μια ζωή θλίψης και δυστυχίας. Εγω ήμουν χαμένος μέσα στη θλίψη και στην ονειροπόληση. 

Οι μέρες κι οι νύχτες με κατάτρωγαν οπως ο αητός κατατρώγει το θύμα του.

 Πολλές φορές προσπάθησα να λησμονήσω τη δυστυχία μου μελετώντας τα βιβλία και τις γραφές των παλιών καιρών, αλλα αυτό ηταν σα να προσπαθούσα να σβήσω τη φωτιά με το λάδι, γιατί δεν μπόρεσα να δω τίποτα άλλο στην πορεία του παρελθόντος παρά μόνο τραγωδία, και δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα άλλο απο το κλάμα και το θρήνο. Το βιβλίο του Ιωβ ήταν για μένα πιο γοητευτικό και προτιμούσα τα Ελεγεία απο το άσμα του Σολομώντος. Ο Άμλετ ήταν πιο κοντά στην καρδιά μου απ' ολα τα άλλα δράματα των δυτικών ποιητών. Έτσι η απελπισία αδυνατίζει την δρασή μας και κλείνει τα αφτιά μας. Δεν μπορούμε να δούμε τίποτ' άλλο απο φάσματα θανάτου, ουτε να ακούσουμε τίποτ' άλλο απο το χτύπο της ταραγμένης μας καρδιάς. 

ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ - ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.