Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ...ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Φωτογραφία: ΒΑΣΩ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ


Αγαπητοί Μυθολόγοι

Σε προηγούμενα αφιερώματα αναλύσαμε λίγο τη ζωή των αρχαίων Ελλήνων. Εστιάσαμε  στις συνήθειές τους, στον τρόπο που κατασκεύαζαν τις πόλεις τους, τις οικίες τους, θαυμάσαμε τα επιτεύγματά τους! Τι θα λέγατε να ασχοληθούμε λίγο περισσότερο με την καθημερινότητά τους ξεκινώντας από τις διατροφικές τους συνήθειες; 

Οι αρχαίοι Έλληνες λοιπόν συνήθιζαν να ξυπνούν πολύ πρωί για τις εργασίες τους μιας και το αντίθετο θεωρούνταν τεμπελιά. «Αργία μήτηρ πάσης κακίας» (από την απραξία και την τεμπελιά προέρχονται όλα τα δεινά) όπως  πολύ χαρακτηριστικά δήλωνε  ο  Σόλων!                                                                                          
Με την ανατολή του ήλιου λοιπόν η αρχαία οικογένεια  έπρεπε να προγευματίζει.  Το πρώτο γεύμα της ημέρας  «ακρατισμός» όπως λεγόταν αποτελούνταν από ψωμί μουσκεμένο σε ανέρωτο κρασί (άκρατος). Για τους λαϊκούς το ψωμί αυτό παρασκευαζόταν από κριθάρι και λεγόταν «μάζα»  ενώ  για τους άρχοντες από σιτάρι και λεγόταν «άρτος».                                                                                             Το ρόφημα που συνήθιζαν περισσότερο  ήταν ο «Κυκεών» (μείγμα κρασιού φτιαγμένο από κριθάλευρο στο οποίο πολλές φορές πρόσθεταν και τριμμένο τυρί). Οι αρχαίοι ημών όμως λάτρευαν και τις γλυκές γεύσεις. Ετοίμαζαν λοιπόν  γάλα (κατσίκας) με μέλι, το ονομαστό «μελίκρατον» που το συνόδευαν με καρύδια ή αμύγδαλα και αποξηραμένα σύκα ή σταφίδες. Έτρωγαν επίσης το «μυτλωτό» (πίτα με τυρί, μέλι και ελαιόλαδο) ή το «νωγάλευμα» (λιναρόσπορο με μέλι).
Το μεσημεριανό γεύμα λεγόταν «άριστον». Αποτελούνταν από φαγητά παρασκευασμένα με όσπρια, λαχανικά ή ψάρια μαγειρεμένα με ελαιόλαδο. Το ψωμί, οι ελιές και το νερωμένο κρασί ήταν απαραίτητα συνοδευτικά του μεσημεριανού γεύματος. Το κρέας  καταναλωνόταν πιο σπάνια σε καθημερινή βάση.
Κατά το απόγευμα συνήθιζαν το «εσπέρισμα» δηλαδή ένα είδος ελαφρού γεύματος (κολατσιού).
Όμως το σημαντικότερο όλων των γευμάτων ήταν το «δείπνον» ή «αριστόδειπνον». Επρόκειτο για  ένα κανονικό γεύμα  και καταναλωνόταν αφού είχε νυχτώσει. Οι γυναίκες συνήθως γευμάτιζαν χωριστά από τους άνδρες ή μετά από αυτούς. Για τα καθημερινά τους γεύματα χρησιμοποιούσαν τραπέζια ορθογώνιου σχήματος και καθίσματα. Είχαν  μόνο κουτάλια για τους ζωμούς και μαχαίρια για την κοπή του κρέατος. Πιρούνια δεν υπήρχαν έτσι χρησιμοποιούσαν τα χέρια για τις στερεές τροφές. Αρχικά για πιάτα χρησιμοποιούσαν κομμάτια πεπλατυσμένου ψωμιού ενώ αργότερα άρχιζαν να κατασκευάζουν πήλινα τα οποία με την πάροδο του χρόνου διακοσμούνταν με διάφορα μοτίβα.
Επειδή στους αρχαίους Έλληνες άρεσε να δειπνούν με φίλους αρκετά συχνά διοργανώνονταν  τα συμπόσια (συνεστιάσεις). Στο πρώτο μέρος του συμποσίου προσφερόταν το κυρίως φαγητό ενώ στο δεύτερο -που ξεκινούσε πάντα με σπονδές προς τιμήν του Διονύσου-  δινόταν το κρασί συνοδευόμενο από τραγήματα (μεζέδες). Τα τραπέζια των συμποσίων ήταν χαμηλά. Από τον 4ο π.Χ αιώνα κατασκευάζονταν  σε στρογγυλό σχήμα με ζωόμορφα πόδια, συνήθεια που μεταπήδησε στα ρωμαϊκά χρόνια.                                                                                      
 Με την πάροδο του χρόνου στα συμπόσια ενσωματώθηκε η συνήθεια φιλοσοφικών συζητήσεων με αποτέλεσμα να συνδιάζονται πλέον οι διατροφικές απολαύσεις με στοχαστικές αναζητήσεις. («Συμπόσιον»  του Πλάτωνος, "Συμπόσιον των επτά Σοφών", «Δειπνοσοφισταί» του Αθήναιου).   
Εκτός των συμποσίων διοργανώνονταν επίσης δείπνα που ονομάζονταν «συμβολές» στα οποία οι συμμετέχοντες συνεισέφεραν οικονομικά ή με τρόφιμα( ο Όμηρος τα αποκαλούσε «εράνους»).                                                                                   Αφορμές για δείπνα επίσης αποτελούσαν και οι θρησκευτικές ή οικογενειακές γιορτές.
Σε όλη την Ελλάδα ακολουθούνταν οι ίδιες διατροφικές συνήθειες εκτός από τη Σπάρτη που ο στρατιωτικός τρόπος ζωής δεν επέτρεπε τέτοιου είδους απολαύσεις.
 Τα  κυριότερα αγαθά της διατροφής τους ήταν δημητριακά, λάδι και κρασί.                                Μεγάλες ποσότητες δημητριακών, σιτάρι, όλυρα (ζέα) και κριθάρι, εισάγονταν στην Αθήνα από την περιοχή του Ελλησπόντου και της Μαύρης Θάλασσας (υπολογίζονται περίπου 17.000 τόνοι ετησίως!!!!) αφού το ψωμί ήταν είδος καθημερινής ανάγκης.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ:

Η αρχαία νοικοκυρά έπρεπε να μουσκέψει το στάρι ώστε να το μαλακώσει. Κατόπιν το άλεθε μέχρι να γίνει χυλός που χρησιμοποιούσε για την κατασκευή πεπλατισμένων πιτών τις οποίες έψηνε πάνω σε θράκα. Αυτό το είδος ψωμιού χωρίς ζύμωμα λεγόταν «άζυμος» ή «σποδίτης».
                                                                                                         Άλλος τρόπος ήταν η άλεση των δημητριακών ,η μετατροπή τους δηλαδή  σε αλεύρι (αλείατα)  με το οποίο η νοικοκυρά ζύμωνε το ψωμί. Το ζυμάρι ψηνόταν σε υπερυψωμένους φούρνους από άργιλο ή στο έδαφος σε σημείο που πριν είχαν τοποθετηθεί αναμμένα κάρβουνα τα οποία μετά αφαιρούνταν. Κατόπιν πάνω σε εκείνο το σημείο ακουμπούσαν το πήλινο σκεύος  με το ζυμάρι και το σκέπαζαν με ειδικό καπάκι σε σχήμα θόλου το οποίο γέμιζαν με πυρακτωμένα κάρβουνα για τη διατήρηση της θερμοκρασίας. Το σκεύος αυτό ονομαζόταν «πνιγεύς» και είναι ο πρόγονος της σημερινής γάστρας. Το ψωμί που προερχόταν από τους χαμηλούς αυτούς φούρνους και φτιαχνόταν από ζύμη λεγόταν «ζυμίτης». Ο νομοθέτης Σόλων (6ου αιώνα π.Χ.), όρισε πως το ψωμί από σιτάρι έπρεπε να καταναλώνεται μόνο κατά τις εορταστικές ημέρες. Από την κλασική εποχή και μετά όμως το συγκεκριμένο ψωμί, ήταν διαθέσιμο καθημερινά στα αρτοπωλεία περισσότερο φυσικά για εκείνους που είχαν την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσουν. 

ΤΟ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ

Σε όλη την αρχαία Ελλάδα η  κατανάλωση του ελαιόλαδου ήταν πολύ διαδεδομένη Σε πολλές ανασκαφές στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο έχουν βρεθεί άφθονοι ελαιοπυρήνες, δείγμα κατανάλωσης ελιάς και λαδιού, καθώς και πολλοί οπό τους λεγόμενους ψευδόστομους αμφορείς οι οποίοι χρησίμευαν κυρίως για την αποθήκευση λαδιού. Φημισμένο λάδι στην αρχαιότητα προερχόταν από Κρήτη, Σάμο και Ικαρία, ενώ η Αττική, σε αντίθεση με άλλα προϊόντα, ήταν όχι μόνο αυτάρκης αλλά και εξαγωγέας ελαιόλαδου και ελιών. Το λάδι το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τα φαγητά τους, αλλά και για το φωτισμό, για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών και ήταν απαραίτητο για τους αθλητές, που το άλειφαν στα κορμιά τους στις παλαίστρες. 

ΤΟ ΚΡΕΑΣ

Η κατανάλωση κρέατος ήταν γενικά περιορισμένη. Υπήρχαν τα εκτρεφόμενα ζώα όμως σημαντική πηγή κρέατος ήταν και το κυνήγι. Πουλερικά διαφόρων ειδών, λαγοί, αγριόχοιροι, αγριοκάτσικα, ελάφια αποτελούσαν εδέσματα συμποσίων και γιορτών. 

ΤΑ ΨΑΡΙΑ

Αντιθέτως προς το κρέας τα ψάρια ήταν περισσότερο προσιτά και ιδιαίτερως αγαπητά στους αρχαίους. Η άμεση πρόσβαση προς τη θάλασσα τροφοδοτούσε με διαφόρων ειδών αλιεύματα όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Όπως παρατηρούμε σε απεικονίσεις αλλά και από γραπτές ιστορικές πηγές οι αρχαίες μέθοδοι και τα σύνεργα της αλιείας παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα από την πρώιμη αρχαιότητα έως σήμερα.
 
Όμως περισσότερα για τη διατροφή και τις καθημερινές συνήθειες των αρχαίων στο β’ μέρος την ερχόμενη Παρασκευή.                                                                                      ΕΙς το επανιδείν λοιπόν φίλοι Μυθολόγοι.

*Διατροφή στην αρχαία Ελλάδα, Βικιπαίδεια google
*Περί διατροφής των αρχαίων Ελλήνων, Αμαλίας Ηλιάδη
*http://www.proionta-tis-fisis.info/i-diatrofikes-sinithies-ton-archeon-ellinon.html#ixzz2rIhXWCIg
Οι αρχαίοι Έλληνες λοιπόν συνήθιζαν να ξυπνούν πολύ πρωί για τις εργασίες τους μιας και το αντίθετο θεωρούνταν τεμπελιά. «Αργία μήτηρ πάσης κακίας» (από την απραξία και την τεμπελιά προέρχονται όλα τα δεινά) όπως πολύ χαρακτηριστικά δήλωνε ο Σόλων! 

Με την ανατολή του ήλιου λοιπόν η αρχαία οικογένεια έπρεπε να προγευματίζει. 

Το πρώτο γεύμα της ημέρας «ακρατισμός» όπως λεγόταν αποτελούνταν από ψωμί μουσκεμένο σε ανέρωτο κρασί (άκρατος). Για τους λαϊκούς το ψωμί αυτό παρασκευαζόταν από κριθάρι και λεγόταν «μάζα» ενώ για τους άρχοντες από σιτάρι και λεγόταν «άρτος». 

Το ρόφημα που συνήθιζαν περισσότερο ήταν ο «Κυκεών» (μείγμα κρασιού φτιαγμένο από κριθάλευρο στο οποίο πολλές φορές πρόσθεταν και τριμμένο τυρί). Οι αρχαίοι ημών όμως λάτρευαν και τις γλυκές γεύσεις. Ετοίμαζαν λοιπόν γάλα (κατσίκας) με μέλι, το ονομαστό «μελίκρατον» που το συνόδευαν με καρύδια ή αμύγδαλα και αποξηραμένα σύκα ή σταφίδες. Έτρωγαν επίσης το «μυτλωτό» (πίτα με τυρί, μέλι και ελαιόλαδο) ή το «νωγάλευμα» (λιναρόσπορο με μέλι).

Το μεσημεριανό γεύμα λεγόταν «άριστον». Αποτελούνταν από φαγητά παρασκευασμένα με όσπρια, λαχανικά ή ψάρια μαγειρεμένα με ελαιόλαδο. Το ψωμί, οι ελιές και το νερωμένο κρασί ήταν απαραίτητα συνοδευτικά του μεσημεριανού γεύματος. Το κρέας καταναλωνόταν πιο σπάνια σε καθημερινή βάση.

Κατά το απόγευμα συνήθιζαν το «εσπέρισμα» δηλαδή ένα είδος ελαφρού γεύματος (κολατσιού).

Όμως το σημαντικότερο όλων των γευμάτων ήταν το «δείπνον» ή «αριστόδειπνον». Επρόκειτο για ένα κανονικό γεύμα και καταναλωνόταν αφού είχε νυχτώσει. Οι γυναίκες συνήθως γευμάτιζαν χωριστά από τους άνδρες ή μετά από αυτούς. Για τα καθημερινά τους γεύματα χρησιμοποιούσαν τραπέζια ορθογώνιου σχήματος και καθίσματα. Είχαν μόνο κουτάλια για τους ζωμούς και μαχαίρια για την κοπή του κρέατος. Πιρούνια δεν υπήρχαν έτσι χρησιμοποιούσαν τα χέρια για τις στερεές τροφές. Αρχικά για πιάτα χρησιμοποιούσαν κομμάτια πεπλατυσμένου ψωμιού ενώ αργότερα άρχιζαν να κατασκευάζουν πήλινα τα οποία με την πάροδο του χρόνου διακοσμούνταν με διάφορα μοτίβα.

Επειδή στους αρχαίους Έλληνες άρεσε να δειπνούν με φίλους αρκετά συχνά διοργανώνονταν τα συμπόσια (συνεστιάσεις). Στο πρώτο μέρος του συμποσίου προσφερόταν το κυρίως φαγητό ενώ στο δεύτερο -που ξεκινούσε πάντα με σπονδές προς τιμήν του Διονύσου- δινόταν το κρασί συνοδευόμενο από τραγήματα (μεζέδες). Τα τραπέζια των συμποσίων ήταν χαμηλά. Από τον 4ο π.Χ αιώνα κατασκευάζονταν σε στρογγυλό σχήμα με ζωόμορφα πόδια, συνήθεια που μεταπήδησε στα ρωμαϊκά χρόνια. 

Με την πάροδο του χρόνου στα συμπόσια ενσωματώθηκε η συνήθεια φιλοσοφικών συζητήσεων με αποτέλεσμα να συνδιάζονται πλέον οι διατροφικές απολαύσεις με στοχαστικές αναζητήσεις. («Συμπόσιον» του Πλάτωνος, "Συμπόσιον των επτά Σοφών", «Δειπνοσοφισταί» του Αθήναιου). 

Εκτός των συμποσίων διοργανώνονταν επίσης δείπνα που ονομάζονταν «συμβολές» στα οποία οι συμμετέχοντες συνεισέφεραν οικονομικά ή με τρόφιμα( ο Όμηρος τα αποκαλούσε «εράνους»). Αφορμές για δείπνα επίσης αποτελούσαν και οι θρησκευτικές ή οικογενειακές γιορτές.

Σε όλη την Ελλάδα ακολουθούνταν οι ίδιες διατροφικές συνήθειες εκτός από τη Σπάρτη που ο στρατιωτικός τρόπος ζωής δεν επέτρεπε τέτοιου είδους απολαύσεις.

Τα κυριότερα αγαθά της διατροφής τους ήταν δημητριακά, λάδι και κρασί. Μεγάλες ποσότητες δημητριακών, σιτάρι, όλυρα (ζέα) και κριθάρι, εισάγονταν στην Αθήνα από την περιοχή του Ελλησπόντου και της Μαύρης Θάλασσας (υπολογίζονται περίπου 17.000 τόνοι ετησίως!!!!) αφού το ψωμί ήταν είδος καθημερινής ανάγκης.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΨΩΜΙΟΥ:

Η αρχαία νοικοκυρά έπρεπε να μουσκέψει το στάρι ώστε να το μαλακώσει. Κατόπιν το άλεθε μέχρι να γίνει χυλός που χρησιμοποιούσε για την κατασκευή πεπλατισμένων πιτών τις οποίες έψηνε πάνω σε θράκα. Αυτό το είδος ψωμιού χωρίς ζύμωμα λεγόταν «άζυμος» ή «σποδίτης».

Άλλος τρόπος ήταν η άλεση των δημητριακών ,η μετατροπή τους δηλαδή σε αλεύρι (αλείατα) με το οποίο η νοικοκυρά ζύμωνε το ψωμί. Το ζυμάρι ψηνόταν σε υπερυψωμένους φούρνους από άργιλο ή στο έδαφος σε σημείο που πριν είχαν τοποθετηθεί αναμμένα κάρβουνα τα οποία μετά αφαιρούνταν. 

Κατόπιν πάνω σε εκείνο το σημείο ακουμπούσαν το πήλινο σκεύος με το ζυμάρι και το σκέπαζαν με ειδικό καπάκι σε σχήμα θόλου το οποίο γέμιζαν με πυρακτωμένα κάρβουνα για τη διατήρηση της θερμοκρασίας. Το σκεύος αυτό ονομαζόταν «πνιγεύς» και είναι ο πρόγονος της σημερινής γάστρας. Το ψωμί που προερχόταν από τους χαμηλούς αυτούς φούρνους και φτιαχνόταν από ζύμη λεγόταν «ζυμίτης». 

Ο νομοθέτης Σόλων (6ου αιώνα π.Χ.), όρισε πως το ψωμί από σιτάρι έπρεπε να καταναλώνεται μόνο κατά τις εορταστικές ημέρες. Από την κλασική εποχή και μετά όμως το συγκεκριμένο ψωμί, ήταν διαθέσιμο καθημερινά στα αρτοπωλεία περισσότερο φυσικά για εκείνους που είχαν την οικονομική δυνατότητα να το αγοράσουν.

ΤΟ ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ

Σε όλη την αρχαία Ελλάδα η κατανάλωση του ελαιόλαδου ήταν πολύ διαδεδομένη Σε πολλές ανασκαφές στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο έχουν βρεθεί άφθονοι ελαιοπυρήνες, δείγμα κατανάλωσης ελιάς και λαδιού, καθώς και πολλοί οπό τους λεγόμενους ψευδόστομους αμφορείς οι οποίοι χρησίμευαν κυρίως για την αποθήκευση λαδιού. 

Φημισμένο λάδι στην αρχαιότητα προερχόταν από Κρήτη, Σάμο και Ικαρία, ενώ η Αττική, σε αντίθεση με άλλα προϊόντα, ήταν όχι μόνο αυτάρκης αλλά και εξαγωγέας ελαιόλαδου και ελιών. Το λάδι το χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τα φαγητά τους, αλλά και για το φωτισμό, για την παρασκευή φαρμάκων και καλλυντικών και ήταν απαραίτητο για τους αθλητές, που το άλειφαν στα κορμιά τους στις παλαίστρες.

ΤΟ ΚΡΕΑΣ

Η κατανάλωση κρέατος ήταν γενικά περιορισμένη. Υπήρχαν τα εκτρεφόμενα ζώα όμως σημαντική πηγή κρέατος ήταν και το κυνήγι. Πουλερικά διαφόρων ειδών, λαγοί, αγριόχοιροι, αγριοκάτσικα, ελάφια αποτελούσαν εδέσματα συμποσίων και γιορτών.

ΤΑ ΨΑΡΙΑ

Αντιθέτως προς το κρέας τα ψάρια ήταν περισσότερο προσιτά και ιδιαίτερως αγαπητά στους αρχαίους. Η άμεση πρόσβαση προς τη θάλασσα τροφοδοτούσε με διαφόρων ειδών αλιεύματα όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Όπως παρατηρούμε σε απεικονίσεις αλλά και από γραπτές ιστορικές πηγές οι αρχαίες μέθοδοι και τα σύνεργα της αλιείας παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα από την πρώιμη αρχαιότητα έως σήμερα.

Όμως περισσότερα για τη διατροφή και τις καθημερινές συνήθειες των αρχαίων στο β’ μέρος την ερχόμενη Παρασκευή. ΕΙς το επανιδείν λοιπόν φίλοι Μυθολόγοι.

*Διατροφή στην αρχαία Ελλάδα, Βικιπαίδεια google
*Περί διατροφής των αρχαίων Ελλήνων, Αμαλίας Ηλιάδη
*http://www.proionta-tis-fisis.info/i-diatrofikes-sinithies-ton-archeon-ellinon.html#ixzz2rIhXWCIg

ΒΑΣΩ ΜΑΓΓΑΝΑΡΗ

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.