Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Ιστορικές αναφορές για τους μύθους των Βρυκολάκων στην Ελλάδα (αρχαία – μεσαιωνική – σύγχρονη)

Burne-Jones-le-Vampire.jpg

Τίποτε δὲν ἒδωσε ποτὲ τόση χαρὰ καὶ ἀνακούφιση στοὺς κατοίκους τοῦ χωριοῦ ὃσο τὸ πρῶτο φῶς τοῦ πρωινοῦ, ἐκείνη τὴν ἡμέρα τοῦ 1768. Ὃλοι ἦταν στὸ πόδι, κανένας ὃμως δὲν βγῆκε ἒξω μέχρι νὰ φανῆ ἡ πρώτη ἀχτίδα τοῦ ἡλίου. Περίπου τὴν ἲδια στιγμὴ ἀκούστηκε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας ποὺ καλοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ἒξω γιὰ νὰ μετρήσουν τὶς καταστροφὲς καὶ τὶς ἀπώλειες τῆς νύχτας. Ὁ καθένας ποὺ ἐρχόταν ἒλεγε τὴν δική του ἱστορία γιὰ τὰ χθεσινοβραδινά. Τελικὰ κάποια ζῶα βρέθηκαν μὲ ἀνοιγμένες τὶς κοιλιές, καταστροφὲς ἒγιναν στὰ σπίτια, στὰ παράθυρα καὶ στὶς στέγες, ἀλλὰ τίποτε ἂλλο συνταρακτικό, τουλάχιστον μέχρι τὴν στιγμὴ ποὺ τὰ νέα ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἂλλο χωριό!



Ἐκεῖ δυστυχῶς, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καταστροφὲς στὰ σπίτια καὶ τὶς ἀπώλειες ὁρισμένων ζώων, ὑπῆρχε ἀνθρώπινο θῦμα. Ὁ ἂτυχος νεκρὸς ἦταν ὁ ἲδιος ὁ παπάς! Ποιός ξέρει πῶς κατόρθωσε νὰ μπῇ μέσα στὸ σπιτάκι του ὁ βρυκόλακας.


Ὁ μισὸς λαιμὸς τοῦ φτωχικοῦ ἱερέα ἒλειπε καὶ τὸ πρόσωπό του ἒδειχνε τρομερὴ ἀγωνία, τρόμο καὶ πόνο. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ σπιτιοῦ του ἦταν ἂνω-κάτω· ὃλα σχισμένα καὶ σπασμένα, ροῦχα, κουβέρτες, πιάτα, καρέκλες τὰ πάντα. Ἲχνη αἳματος παντοῦ καὶ οἱ τροφές, τὸ νερό, τὸ ψωμί, μαγαρισμένα καὶ πεταμένα καταγῆς.

Ἒτσι ἦταν τὰ πράγματα ἐκεῖνο τὸ πρωί. Ὃλοι καταλάβαιναν ὃτι κάτι ἒπρεπε νὰ κάνουν ἐκτὸς ἀπὸ τὸ νὰ περιμένουν πάλι τὴ νύχτα προσπαθῶντας νὰ ἀμυνθοῦν. Ἒτσι ὃταν ὁ παπάς τοὺς κάλεσε στὸ χάνι, πῆγαν ὃλοι οἱ ἂντρες. Ἐκεῖ ὁ ἱερέας τοὺς ἐξήγησε ὃτι δὲν μποροῦσαν νὰ κάνουν τίποτε ἂλλο, παρὰ ὃσο διαρκοῦσε ἡ ἡμέρα νὰ ψάξουν νὰ βροῦν τὸ βρυκόλακα καὶ νὰ κάνουν ὃ,τι ἒπρεπε. Θὰ’πρεπε ν’ ἀρχίσουν ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο τοῦ δικοῦ τους χωριοῦ. Θὰ ἂνοιγαν τοὺς τάφους αὐτῶν ποὺ εἶχαν πεθάνει τελευταῖα γιὰ νὰ διαπιστώσουν ἂν τὰ σώματα ἦταν ὃπως τὰ εἶχαν θάψει ἢ εἶχε ἀρχίσει πλέον ἡ ἀποσύνθεση. Αὐτό τὸ πτῶμα ποὺ θὰ εἶχε τὰ γνωρίσματα τῶν βρυκολάκων – πρησμένο σῶμα, ὀρθάνοιχτο στόμα, τεντωμένα χέρια – καὶ ποὺ δὲν εἶχε ἲχνη σήψης, αὐτὸς θὰ ἦταν καὶ ὁ βρυκόλακας.
Βέβαια κανεῖς δὲν ἦθελε νὰ πάρῃ μέρος. Τελικὰ μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητος γιὰ νὰ πῇ τὰ λόγια τὰ χρειαζούμενα γι’ αὐτὲς τὶς περιστάσεις, ἂλλοι ἓξι χωριανοὶ τὸ πῆραν ἀπόφαση καὶ ἐτοιμάστηκαν. Αὐτὸς ποὺ θά ‘πρεπε νὰ παίξῃ τὸν κύριο ρόλο σ’ αὐτὴ τὴ μακάβρια ἱεροτελεστία ἒπρεπε νὰ ἦταν σαββατογεννημένος, ἀλλιῶς τὰ πάντα θὰ ἒληγαν σὲ ἀποτυχία – ἒτσι εἶπαν οἱ πιὸ παλιοί.





Ἡ συνοδεία προχωροῦσε σιωπηλὰ μὲ τὸν παπὰ νὰ κρατῇ τὸν σταυρὸ ἐμπρὸς καὶ τοὺς ἂλλους νὰ ἒχουν τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια. Εἶχαν ἐτοιμάσει δύο κουβᾶδες μὲ ξύδι, πύρωσαν ἓνα αἰχμηρὸ σίδερο στὴν φωτιὰ καὶ μετὰ τὸ ἒφτιαξαν σὰν ἀκόντιο τοποθετῶντας το στὴν ἂκρη ἑνὸς ξύλου, πῆραν δύο κασμᾶδες, ἓνα φτυάρι καὶ ἓνα τσεκοῦρι καὶ ὁ σιδηρουργὸς τοὺς ἒφτιαξε τέσσερα μεγάλα καρφιά, περίπου 25 ἑκατοστὰ τὸ κάθε ἓνα.
Ἀφοῦ πῆραν καὶ μιὰ κάπα ποὺ φοροῦσαν οἱ τσοπάνηδες ξεκίνησαν γιὰ τὸ κοιμητήριο ποὺ ἦταν σὲ ἓνα λόφο μετὰ τὴν ἒξοδο τοῦ χωριοῦ.


Ἒφτασαν γύρω στὶς τέσσερεις τὸ ἀπόγευμα κοντὰ στὸν τάφο τοῦ πιὸ πρόσφατα πεθαμένου. Ἦταν λογικὸ νὰ ἀρχίσουν τὸ ψάξιμο ἀπ’ αὐτόν. Ἂναψαν μιὰ φωτιὰ ἐκεῖ δίπλα καὶ ἒβαλαν τοὺς κουβᾶδες μὲ τὸ ξύδι νὰ βράζῃ, ἐνῶ δύο ἂλλοι μὲ τοὺς κασμᾶδες καὶ ἓνας τρίτος μὲ τὸ φτυάρι ἂνοιγαν τὸν λάκκο. Ἀκολούθως, ὁ σαββατογεννημένος ἒπλυνε τὸ πρόσωπο καὶ τὰ χέρια του μὲ τὸ ὑπόλοιπο ξύδι.
Μετὰ πῆρε τῆν κάπα καὶ τὴν ἒστησε σ’ ἓνα δένδρο ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τάφο, νὰ φαίνεται σὰν ἂνθρωπος. Σὲ λίγο οἱ σκαφτιᾶδες εἶχαν βγάλει τὸ χῶμα καὶ ἂρχισε νὰ φαίνεται τὸ ξύλινο φέρετρο.

Ὃταν φάνηκε τελείως, τὸ ξέχωσαν καὶ ὁ σαββατογεννημένος ἂρχισε νὰ βγάζῃ μὲ τὸ τσεκοῦρι τὰ καρφιὰ ποὺ ἦταν πρόχειρα κλεισμένο τὸ καπάκι. Ἐπικρατοῦσε σιγὴ ἀπόλυτη. Μόνο ὁ παπὰς ἀκουγόταν ποὺ ἒψελνε. Ξαφνικὰ ἀκούστηκαν μουγκρίσματα καὶ οὐρλιαχτά! Ὁ βρυκόλακας μέσα στὴν κάσα βογκοῦσε καὶ ἀπειλοῦσε μὲ ἀκατονόμαστες βρισιές. Ὃλοι πάγωσαν! Ἡ φωνὴ τοῦ παπᾶ «ἒσπασε» γιὰ λίγο, ἀλλὰ συνέχισε πάλι. Ὁ σαββατογεννημένος κοίταξε τοὺς ὑπόλοιπους. Αὐτοὶ παρ’ ὃλο τὸν τρόμο, τοῦ ἒγνεψαν ὃτι ἦταν ἒτοιμοι κι ἀποφασισμένοι. Μὲ μία τελευταῖα προσπάθεια σήκωσε τὸ σκέπασμα καὶ τὸ πέταξε δίπλα.

Ὁ Βρυκόλακας ἦταν πρησμένος στὸ σῶμα καὶ τὰ χέρια του ἦταν τεντωμένα. Τὸ δέρμα του εἶχε χρῶμα μαῦρο καὶ μπλὲ καὶ ἦταν τεντωμένο σὰ τύμπανο. Τὰ μάτια του κόκκινα καὶ ἀνοιχτὰ καὶ τὸ στόμα του ὀρθάνοιχτο. Μιὰ ἀπαίσια μυρωδιὰ ἀναδυόταν. Ἢδη ἒκανε προσπάθεια νὰ σηκωθῆ, βγάζοντας κόκκινους ἀφρούς ἀπὸ τὸ τρομερό του στόμα. Ἓνας ἀπὸ τοὺς χωριανούς σήκωσε τὸ «ἀκόντιο» καὶ μὲ πρωτόγονη δύναμη καὶ φόβο τὸ κατέβασε μπήγοντάς το στὸ κέντρο τοῦ στήθους. Δὲν τὸ τράβηξε, τὸ κράτησε ἐκεῖ καθηλώνοντας ταυτόχρονα τὸ βρικόλακα καρφωμένο κάτω, ἐμποδίζοντάς τον νὰ σηκωθῇ.

Ὁ σαββατογεννημένος ἐτοίμασε τὸ μαχαῖρι του. Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὁ βρυκόλακας ρώτησε ποιός τὸν εἶχε προδώσει. Οἱ χωριανοὶ μὲ μἰα κίνηση τοῦ ἒδειξαν τὴν κάπα ποὺ ἒμοιαζε μὲ ἂνθρωπο. Δὲν εἶχαν τελειώσει τὴν κίνησή τους καὶ ἡ κάπα καιγόταν σὰν χαρτί.




Τὸ μαχαῖρι τοῦ σαββατογεννημένου τρύπησε τῆν ἀριστερὴ πλευρὰ τοῦ στήθους, τὸ ἂνοιξε καὶ μὲ γρήγορες κινήσεις βρῆκε τὴν ἀνέπαφη καρδιὰ και την έκοψε. Γρήγορα τὴν πῆρε καὶ τὴν πέταξε στὸν ἓνα κουβά ποὺ ἒβραζε τὸ ξύδι, μετὰ πῆρε τὸ ἓνα καρφὶ καὶ μὲ τὴν ἀνάποδη τοῦ τσεκουριοῦ ἂρχισε νὰ τὸ καρφώνῃ στὸ λαιμὸ τοῦ πλάσματος. Ἀκολούθως τὰ ἂλλα καρφιὰ τὰ κάρφωσε ἓνα-ἓνα στὴν λεκάνη καὶ στοὺς ἀστραγάλους τῶν ποδιῶν τοῦ βρυκόλακα. Πῆρε τὸν ἂλλο κουβά μὲ τὸ βραστὸ ξύδι καὶ περιέλουσε ὃλο τὸ πτῶμα. Πέταξε μετὰ τὸ ξύδι μὲ τὴν καρδιὰ μέσα καὶ γρήγορα-γρήγορα οἱ ὑπόλοιποι ἒκλεισαν, κάρφωσαν τὸ σκέπασμα στὸ φέρετρο καὶ τὸ ξανάχωσαν μέσα στὴ γῆ.


Τὸ τσεκοῦρι καὶ τὸ μαχαῖρι τὰ πέταξαν μέσα στὴ φωτιά. Ὁ Σαββατογεννημένος πλύθηκε πάλι προσεκτικὰ μὲ τὸ ξύδι ποὺ εἶχε περισσέψει, στὸ πρόσωπο καὶ στὰ χέρια καὶ ἀφοῦ ὁ ἱερέας ζήτησε συγχώρεση γιὰ ὃλους, ἒφυγαν τὸ ἲδιο σιωπηλοὶ ὃπως ἦρθαν. Ἀπό τότε ὁ βρυκόλακας δὲν ξαναφάνηκε καὶ τὰ δὐο χωριὰ βρῆκαν τῆν προηγουμένη γαλήνη τους.

Διακόσια δέκα τρία χρόνια πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θλιβερὸ ἀπόγευμα. Ἦταν τὸ 1981ποὺ ἀνακαλύφθηκε ὁ τάφος τοῦ βρυκόλακα ὃταν σκάβαν γιὰ τὰ θεμέλια οἱκοδομῆς. Οἱ ἐργασίες σταμάτησαν προσωρινῶς ἀλλὰ συνεχίστηκαν λίγο ἀργότερα. Τὰ καρφιὰ βρίσκονταν καρφωμένα ἀκόμα στὴν θέση τους. Ἐκεῖ ἀκριβῶς ποὺ βρέθηκε ὁ τάφος εἶναι χτισμένο τώρα ἓνα ὂμορφο σπιτάκι. Ἐκεῖ, στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ Ὑμηττοῦ…

~~~

Ἀναφορὲς γιὰ παράξενα πλάσματα στὴν Ἑλλάδα ὑπὰρχουν ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια. Οἱ συνοδοὶ τῆς βασίλισσας τῆς νύχτας, Ἐκάτης, ὑπῆρξαν φοβερὰ ὀντα ποὺ παραμόνευαν τὴν νύχτα. Οἱ Ἒμπουσες πάλι, ἦταν ἀποτρόπαιοι δαίμονες ποὺ εἶχαν τὴν ἰκανότητα νὰ παίρνουν διάφορες μορφές καὶ σὲ ὀρισμένες περιπτώσεις ἒπιναν τὸ αἶμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ τελικὰ πὲθαιναν.


Οἱ πρῶτοι χριστιανικοὶ αἰῶνες ἀναφέρουν περιπτώσεις βρυκολάκων μὲ τὸ ὃνομα «δαιμόνια» καὶ μὲ τὴν ἐξήγηση ὃτι εἶναι ὰποτελέσματα μαγεῖας τῶν Ἐθνικῶν προκειμένου νὰ κάνουν κακὸ στοὺς Χριστιανούς. Ἡ Μορμῶ καὶ ἡ Λάμια ἦταν δύο τρομερὰ πλάσματα τῆς νύχτας. Οἱ Στρίγγλες οἱ ὁποῖες ἒπαιρναν τὴν μορφὴ μαύρων πουλιὼν, ἐπιτίθονταν καὶ ρούφαγαν τὸ αἶμα τῶν μωρῶν στὴν κούνια τους.


Ὁ Παυσανίας στὰ Κορινθιακά του ἀναφέρει ὃτι τὰ παιδιὰ τῆς Μήδειας μετὰ τὸν θάνατὸ τους ἒγιναν ἀπαίσια δαιμονικὰ πλάσματα ποὺ σκότωναν τὰ βρέφη. Ὁ χρησμὸς ποὺ πῆραν οἱ Κορίνθιοι ἀπὸ τὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν τοὺς συμβούλευε νὰ τὰ κατευνάσουν γιατὶ ἦταν δύσκολο νὰ τὰ καταστρέψουν.


Ὁ Ὁδυσσέας γιὰ νὰ συναντήσῃ καὶ νὰ συνομιλήσῃ μὲ τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ ἦταν νεκρὸς, ἀναγκάζεται νὰ κατέβῃ στὸ βασίλειο τῶν Κιμμερίων, ποὺ ἦταν ἡ χώρα ποὺ χώριζε τὸ βασίλειο τῶν ζωντανῶν μὲ τῶν νεκρῶν. Ὁ Ὁδυσσέας ἐπικαλεῖται τὶς ψυχὲς τῶν νεκρῶν καὶ γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ ἐνέργεια καὶ ζωτικότητα σὲ ἓνα βαθὺ λάκκο χύνει τὸ αἶμα ἀρκετῶν προβάτων. Ὁ Τειρεσίας πίνει καὶ τοῦ ἀποκαλύπτει τὸ χρησμό του.



Εἶναι ἐπίσης χαρακτηριστικὸ ὃτι ἐξέχουσα θέση κατέχει ἡ σκιὰ τοῦ Ἀχιλλέα, ὁ ὁποῖος στὴν «Ἐκάβη» τοῦ Εὐριπίδη ἀπαιτεῖ νὰ θυσιαστῇ ἡ Πολυξένη ἐπάνω στὸν τάφο του. Ἐξάλλου στὸν «Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ», ὁ μυστηριώδης Οἰδίπους προβλέπει μία τρομακτικὴ ἦττα τῶν Θηβαίων σὲ μία μάχη ποὺ γινόταν κοντὰ στὸν τάφο του καὶ περιγράφει πῶς τὸ «παγωμένο πτῶμα του, ρουφᾶ ἀχόρταγα τὸ ζεστὸ αἶμα ποὺ κυλᾶ στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πληγωμένους τῆς μάχης».

Στὴν μεσαιωνικὴ Ἑλλάδα οἱ ἱστορίες καὶ οἱ θρύλοι γιὰ βρυκόλακες εἶναι ἂφθονοι. Ὁ βρυκόλακας τοῦ ἑλληνικοῦ μεσαίωνα καὶ τῶν κατοπινῶν αἰώνων εἶναι ἓνα πλάσμα ἂγριο ποὺ ἀφανίζει κοπάδια, ἀπομυζᾶ αἶμα ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ ζῶα καὶ πνίγει τὰ μωρά στὴν κούνια τους. Βρωμίζει καὶ μαγαρίζει τὰ πάντα, χρειάζεται ἡ ἐπίσκεψη τοῦ ἱερέα νὰ ἀγιάσῃ καὶ νὰ ἐξαγνίσῃ τὸν τόπο. Στὸν φόνο τῶν ἀνθρώπων χαρακτηριστική εἶναι ἡ κατασπάραξη τῶν σπλάχνων καὶ ἡ μεγάλη προτίμηση στὰ συκώτια.

Οἱ σαββατογεννημένοι καὶ οἱ εὐαίσθητοι αὐτοὶ ποὺ ὁ λαός μας ὀνομάζει ἀλαφροΐσκιωτους εἶναι αὐτοὶ ποὺ καταλαβαίνουν τὴν παρουσία του ἀκόμη καὶ πρὶν νὰ ἐμφανιστῇ. Αὐτοὶ ἐπίσης εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα θὰ δώσουν τὶς ὁδηγίες τῆς «ἀμύνης» τοῦ τόπου, τοῦ χωριοῦ ἢ τοῦ σπιτιοῦ. Προσοχή ἐδῶ δίνεται μεγάλη στὸ κλείσιμο ὃλων τῶν ρωγμῶν στοὺς τοίχους, τὶς πόρτες καὶ στὶς στέγες τῶν σπιτιῶν.


Τὸ «δέσιμο» τοῦ βρικόλακα γίνεται μὲ τὴν μεταφορὰ τῆς κάσας του σὲ ἓνα μέρος ποὺ χωρίζεται ἀπ’ τὸ χωριό μ’ ἓνα ποτάμι, ρυάκι ἢ μεγάλο αὐλάκι μὲ νερό. Τὸ νερὸ εἶναι κάτι ποὺ ὁ βρυκόλακας δὲν μπορεῖ νὰ περάσῃ. Πολλὰ ξερονήσια γύρω ἀπὸ τὴν Ἀττική εἶναι τόποι ποὺ φιλοξενοῦσαν τοὺς τάφους τέτοιων πλασμάτων καὶ ἀκόμη καὶ σήμερα δὲν πηγαίνει κανεῖς. Ἡ ὀριστικὴ λύση βεβαίως – τὸ κάψιμο δῆλα δὴ τοῦ πτώματος άφοῦ πρῶτα εἶχε ἀφαιρεθεῖ ἡ καρδιὰ καὶ κομματιαστεῖ – ἦταν ἀποτελεσματικὴ ἀλλὰ ἡ ἀποτέφρωση ἒβρισκε ἐμπόδιο τὴν ἐκκλησία ποὺ τὴν ἀπαγορεύει αὐστηρὰ κατὰ τὸ ὁρθόδοξο δόγμα, καὶ ἀργότερα ἀπαγορευόταν ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἐπίσης.



Ἒτσι λοιπὸν ἒμεινε μόνο ἓνας ἀσφαλῆς τρόπος ἐξουδετέρωσης τοῦ βρυκόλακα ποὺ δὲν θὰ εὒρισκε ἐμπόδιο τὴν ἐκκλησία ἢ τὶς ἀρχές· τὸ κάρφωμα τοῦ πτώματος μὲ μεγάλα καρφιὰ ποὺ θὰ τὸν κρατοῦσαν στὸν τάφο του γιὰ πάντα, ἀφοῦ βέβαια ἡ καρδιὰ εἶχε ἀποσχισθεῖ.
Τὸ πλῆθος τῶν ὀνομάτων τῶν βρυκολάκων, ὃπως βαρβάλακας, βουλκούλακας, καταχανάς, λάμπασμα, φάντακας, ανακαθούμενος, σαρκωμένος, κατσίκας, κ.λ.π., ποὺ ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς περιηγητὲς καὶ τοὺς πολλοὺς λαογράφους μας (Ν. Πολίτης, Καμπούρογλου κ.ἂ.), ἀκόμη καὶ ἀπὸ παλαιοὺς ἱστορικούς, δείχνει πόσο συχνὲς ἦταν οἱ περιπτώσεις καὶ πόσο συζητιόνταν αὐτές οἱ ἱστορίες…

~~~


«… θέλω εἲπει τινὰ ὑμῖν περὶ τῆς προλήψεως τῶν βρυκολάκων, διότι ἡ τοιαύτη πρόληψις καί τοι ἀρχαιοτάτη, καὶ ἀπὸ τῶν ἡρωϊκῶν χρόνων τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος τὴν καταγωγὴν ἒχουσα, δὲν ἒλειψε νὰ θεωρηθῆ ὑπὸ τινων ὡς ὀθνεία καὶ ἐπείσακτος, ἐκ τῶν Σλαβικῶν φύλων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐλθοῦσα». (Ὁ Alfred Maury ἀνέφερε στὴν “Encyclopedie modern, art. Vampire”ὃτι οἱ βρυκόλακες ἦταν ἂγνωστοι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ ὃτι ἡ πρόληψη αὐτὴ εἰσήχθη ἀπὸ τοὺς Σλάβους, κάτι ποὺ δὲν εὐσταθεῖ. Ἀντίθετα ὁ Βολταῖρος “Dict. Philosoph, art. Vampire” ἀποφαίνεται ὃτι ἡ περὶ αἱματοῤῥόφων ἰδέα προῆλθε ἀπὸ τὸν λαὸ τῆς Ἑλλάδος).

Γιὰ τὴν προέλευση τῆς λέξεως «βρυκόλακας» ὑπάρχουν πολλὲς ἀναφορὲς. Ὁ Κοραῆς γράφοντας «βορβόλακας»τὴν παράγει ἀπὸ τὸ Μορμολύκη καὶ τὴν λέξη βρυκόλακας ἀπὸ τὸ βρίκελα, εἶδος προσωπείου. Ὁ Ἀλλάτιος καὶ ὁ Pouqueville ἀπὸ τὸ βοῦρκα (ἓλος) καὶ λάκκος. Ὁ Tomaseo, ὁ Pashley καὶ ὁ Maury, ἀπὸ τὸ σλαβικὸ vukozlak, ἢ wukodlak, ἢ ἀπὸ τὸ βοημικό wlkodlak, καὶ τέλος ὁ Leake νομίζει τὴν λέξη ἰλλυρική. Τὸ πιὸ πιθανὸ ὃμως εἶναι νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ λέξη «βρύκομαι» ποὺ σημαίνει ἐσθίομαι (τρώγομαι), καταναλίσκομαι, ἢ τὴν «βρῦξαι» ποὺ ὁ Ἡσύχιος ἑρμηνεύει «δακεῖν κατασφαγεῖν».


Στὴν Κρήτη καὶ στὰ ἀλλα νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, ἀντὶ τῆς λέξεως βρυκόλακας, χρησιμοποιοῦν τὴν λέξη «καταχανᾶς». Τὴν λέξη αὐτὴ ὁ Κοραῆς τὴν παράγει ἀπὸ «ἐκ τοῦ καταχάνω, καταχανόω», καὶ ὁ Elissen ἀπὸ τὸ χάνω, χαόνω. Ἡ λέξη αὐτὴ πῆρε τὴν μεταφορικὰ σημασία τοῦ αἱμοβόρου, τοῦ σκληροῦ.
Οἱ βρυκόλακες στὴν φαντασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦταν ἂνθρωποι μὲ τόσο ἂσχημο βίο, ἀσεβεῖς καὶ κακοῦργοι, ὣστε ἡ γῆ δὲν τοὺς δέχεται στοὺς κόλπους της ὃταν πεθαίνουν καὶ τοὺς ξερνάει.
Οἱ προλήψεις αὐτὲς πιθανότατα ἒλκουν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὃπου «οἱ μὴ τυχόντες ταφῆς περιπλανῶντο περὶ τὰ ὓδατα τῆς Στυγός».


Ὁ Λουκιανὸς ἀναφέρει «Τὰς τῶν βιαίως ἀποθανόντων μόνας ψυχὰς περινοστεῖν», οἱ ἒχοντες βίαιο καὶ ἀπότομο θάνατο, δὲν ἒχουν τὴν μοῖρα τῶν ἀποθανόντων…
Κατὰ τὸν Ἡλιόδωρον, οἱ ψυχὲς ὃσων πεθάνουν βίαια ἢ τῶν ἂταφων, περιπλανοῦνται στὴν γῆ.

Ἀλλὰ ἡ κυριότερη αἰτία ποὺ καθιστᾷ ἓναν νεκρὸ βρυκόλακα, εἶναι ὁ ἀφορισμός. Οἱ βυζαντινοὶ μοναχοὶ δημιούργησαν τὸν ἀφορισμὸ ἐπωφελούμενοι άπὸ τὶς προλήψεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων περὶ βρυκολάκων, καὶ πρόσθεσαν στὸ εὐχολόγιο τὴν εὐχὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, κάνοντας ἒτσι τὴν θρησκεία ὑπηρέτριά τους. Καὶ ὃσα πτώματα εἲτε λόγω καταστάσεως τῆς γῆς εἲτε ἂλλων χημικῶν αἰτιῶν δὲν ἀποσυντίθεντο εὒκολα… «βρυκολάκιαζαν»…


Ὃσοι εἶχαν τὸ δυστύχημα νὰ ὑποπέσουν στὴν δυσμένεια ἐπισκόπου ἢ νὰ κλέψουν ζῶα, ἀκέραιοι ἒμεναν στὸν τάφο καὶ τὶς νύχτες περιπλανοῦνταν στὶς πόλεις καὶ τοὺς ἀγρούς, τὸν τρόμο καὶ τὸν θάνατο σκορπῶντας…

Αὐτὴ ἡ πρόληψη διαδόθηκε καὶ στὰ Σλαβικὰ φύλα ἀπὸ τοὺς Μαυροβουνιῶτες (ὃπως ἀναφέρει ὁ περιηγητὴς Vialla de Sommiers) καὶ οἱ ἀφορισμένοι βρυκόλακες σκόρπισαν καὶ σὲ αὐτοὺς τὸν τρόμο. Καὶ μόνο ἡ ἂφεση τοῦ ἐπισκόπου διαβασμένη πάνω ἀπὸ τὸν τάφο, Σάββατο ἡμέρα, χάριζε τὴν ἡρεμία στὸν δυστυχῆ βρυκόλακα…

~~~

Ὁ Ἱταλός περιηγητὴς Scrofani ἐπισκέφτηκε τὴν Ἑλλάδα τὰ ἓτη 1794-1795 καὶ ἦταν αὐτόπτης μάρτυρας μίας τέτοιας τελετῆς:

«Οἱ Ἓλληνες, πιστεύουσιν ὃτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀναθέματα καθιστῶσιν ἀδιάλυτον τὸ σῶμα τοῦ ἀφωρισμένου, καὶ ὃτι ἡ ψυχὴ αὐτοῦ περὶ τὸν τάφο πλανώμενη, θανατοῖ τοὺς διαβᾶτες καὶ τρέφεται δι’ἀνθρωπίνου αἳματος. Ἡ παράλογος αὓτη δεισιδαιμονία ἐπολλαπλασίασε τοὺς ἀφορισμοὺς καὶ ἐπλῆθυνε τὰ νεκροταφεῖα ἐκ φασμάτων, ἃτινα «βρικόλακας» οἱ Ἓλληνες καλοῦσιν.


Ἂν τυχὸν κατὰ τὴν νύκτα ἀκούσει τις κραυγὴν ἢ θόρυβο τινα, ἂν Τοῦρκος ἢ κλέπτης προσβάλῃ Ἓλληνα, χωρὶς καμίαν ἀμφιβολίαν αὐτὰ τὰ κάμνει ὁ βρικόλακας νεκροῦ, πρὸ μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν τεθαμμένου.
Ἃμα τοιαύτη εἲδησις διαδοθῇ, ἂνδρες γυναῖκες καὶ παιδία τρέχουσιν εἰς τὸν τάφον του καὶ ἀνορύττουσι (ξεθάβουν) τὸ πτῶμα. Δυστυχία εἰς αὐτὸ ἂν τὸ εὓρωσιν (βροῦν) ἀκόμη ἀκέραιον! Δὲν χρειάζεται ἂλλον τεκμήριο ὃπως φανῇ ὃτι ὁ νεκρὸς εἶναι ἀφωρισμένος· ἀπευθύνονται λοιπὸν πάραυτα πρὸς τὸν ἐπίσκοπον ὃπως τὸν ξορκίσῃ. Ὁ δ’ἐξορκισμὸς τελεῖται κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον.


Κατὰ πρῶτον τίθεται εἰς τὸ μέρος ὃπου διαμένει ὁ βρυκόλακας χρηματικὸν ποσὸν ἀφιέμενον εἰς τὸν ἐπίσκοπον· οἱ συγγενεῖς τοῦ νεκροῦ ἒπειτα, εἰσὶν ὑποχρεωμένοι νὰ παραθέσωσι μεγαλοπρεπές συμπόσιον ἐν τῷ νεκροταφεῖῳ, ἂν δ’οὗτοι εἶναι πτωχοί, ἐπειδή οἱ τοιοῦτοι τῦποι εἶναι ἀναγκαιότατοι εἰς τὸν ἐξορκισμόν, τὰ ἒξοδα εἶναι εἰς βάρος τοῦ πλουσιωτέρου τοῦ χωρίου.

Ὁ ἐπίσκοπος ἠμφιεσμένος τὰ ἱερά αὐτοῦ ἃμφια, προστάσσει, ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, τὸν νεκρὸν νὰ φάγῃ ἀπὸ τὰ παρατιθέμενα φαγητά. Ἐκ τῆς ἀρνήσεως, ἣτις φυσικὰ παρακολουθεῖ τὴν τοιαύτην προσταγήν, γίνεται φανερόν ὃτι εἶναι ἀφωρισμένος καὶ διεπράξατο τὰ διάφορα κακουργήματα, δι’ἂ κατηγορεῖτο. Θέτει ἐκολούθως τὴν μίτραν του ἐπὶ κεφαλῆς, σπάζει εἰς μίαν λεκάνην τριάκοντα ἓν (31) ὠά, καὶ θέτει ἐντὸς αὐτῆς μίγμα τι ἀνθέων πορτοκαλλέας, ἀλεύρου καὶ ἐξαίρετου οἲνου, καὶ ἀνακατόνων αὐτὰ διὰ δέσμης μύρτων, χρίει ἑπτάκις τὸ πτῶμα καὶ διατάσσει νὰ τὸ θάψωσιν ἒμπροσθέν του, ἀπειλῶν διὰ τρομεροῦ ἀναθέματος τὸν τολμήσαντα νὰ τὸ ἐκθάψῃ. Μετὰ τὸ τέλος τῆς τελετῆς πίνει μετὰ τῶν παπάδων τὸ ἀνωτέρω μίγμα καὶ τρώγει μετ’αὐτῶν τὰ φαγητά, ποὺ ἂτινα ὁ βρυκόλαξ ἠρνήθη.
Ὑπῆρξα μάρτυς αὐτὸπτης τοιαύτης τελετῆς».

Ἑὰν μετά τὴν τελετὴν ποὺ ἢδη οὐδόλως γίνεται δὲν ἡσυχάσῃ ὁ βρυκόλακας «ἀποφασίζουν ἢ νὰ κάψουν τὸ πτῶμα ἢ νὰ τὸ μεταφέρουν εἰς κανὲν ἐρημονῆσι, διὰ νὰ περάσῃ θάλασσαν, ὡς τὸ μόνον ἀντιφάρμακόν του».

Μερικὲς φορὲς οἱ βρυκόλακες περιγράφονται ἀβλαβεῖς καὶ βρυκολάκιασαν γιατὶ δὲν τάφηκαν. Ὁ Σάθας (Χρονικὸν Γαλαξειδίου, 1865, σελ. 163) ἀναφέρει τὴν χαρακτηριστικὴ περίπτωση τοῦ βρυκόλακα Μαραβέλη:

«Ὁ ἀρματωλός Νίκος Μαραβέλης, πληγωθείς ἒν τινι συμπλοκῇ κατὰ τῶν Τούρκων ἀπεσύρθη πρὸς Σάλωνα ἀγούσης βράχων. Ἐκεῖ δε καταβασανιζόμενος ὑπὸ τῶν πληγῶν, παρέδωκε τὸ πνεῦμα. Τὸ σπήλαιον ὠνομάσθη ἒκτοτε «Σπηλιὰ τοῦ Μαραβέλη»· διάφοροι δε περὶ τοῦτου δεισιδαιμονικαὶ παραδοξολογίαι ἐπικρατοῦσι παρὰ τῷ λαῷ. Πολλάκις διερχόμενος κάτωθεν τοῦ σπηλαίου ἢκουσα τοὺς νεανίας ἀγωγιάτας ἀνακράζοντας,
«Νίκο Μαραβέλη
Μὴ τρῶς τὸ μέλι».

Πιστεύεται, ὃτι εἰς τὸ σπήλαιον τοῦτο ἀποταμιεύουσι τὰ ἐκεῖ διαιτώμενα σμήνη μελισσῶν πολὺ μέλι, ἀλλ’οὐδεὶς τολμᾷ νὰ εἰσέλθῃ, διότι δαιμόνια φυλάττουσι τὴν εἲσοδον. Ὁ Μαραβέλης μόλις ἀναβάς, ἐφονεύθη ὑπὸ τῶν δαιμόνων, καὶ μείνας ἂταφος ἒγινε βρυκόλακας».

Ὁ Μανιάτης ποιητὴς Νικήτας Νηφάκης (1748-1818), ἒγραψε σὲ ποίημά του γιὰ τοὺς ἀρματωλοὺς:
«Τοὺς βλέπεις μὲ τὰ γένεια καὶ καταλερωμένους
Σὰν βρυκολάκους ἂγριους, καὶ πάντ’ἀρματωμένους…»

Οἱ βρυκόλακες θεωροῦνταν μαὺροι στὸ σῶμα καὶ φοβεροὶ στὴν ὂψη. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν, ὁ ἀρματωλός τὴς Λοκρίδος, Κατζώνης, λόγω τοὺ μελαχρινοῦ δέρματός του καὶ τῆς ὠμότητας ποὺ ἒδειχνε πρὸς τοὺς Τοὺρκους, ὀναμάσθηκε Βρυκόλακας…

Βιβλιογραφία – Πηγές
- «Αἰ περὶ βρυκολάκων προλήψεις παρά τῷ λαῷ τῆς Ἑλλάδος», ἂρθρο τοῦ Ν. Γ. Πολίτης, ΙΛΙΣΣΟΣ, Σύγκραμμα περιοδικὸν, ἐν ΑΘΗΝΑΙΣ, 15 Μαρτίου 1870.
http://xantho.lis.upatras.gr
- «Μυστικὴ Ἀθήνα & Ἀττική», Ἰωάννης Θ. Γιαννόπουλος, ἐκδ. ΕΣΟΠΤΡΟΝ, ΑΘΗΝΑ 1999.
- Φωτογραφίες


ΠΗΓΕΣ

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.