Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

Ανθρωποφαγία στο Ναύπλιο από τους Τούρκους - Δεν υπάρχει νοστιμότερο φαγητό από το ανθρώπινο κρέας και μάλιστα το ψαχνό. Ειδικά οι κεφτέδες. Άσε τα ντολμαδάκια ...



[Αυτό που ακολουθεί είναι ένα πολύ σκληρό κείμενο. Είναι βέβαιο ότι θα σας ταράξει. Γι’ αυτό διαβάστε με δική σας ευθύνη και προσοχή. Μην ξεκινήσετε επιπόλαια την ανάγνωση. Σας προειδοποιώ ότι είναι πολύ χειρότερο απ’ ό,τι φαντάζεστε.]

Ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος Χρυσανθόπουλος περιγράφει την είσοδο των Ελλήνων στο Ναύπλιο μετά τη συμφωνία παράδοσης στα τέλη Δεκεμβρίου 1822. Το κείμενο έχει μεταφερθεί στη σημερινή μας γλώσσα από μένα:
«Όταν μπήκαμε στο Ναύπλιο διαπιστώσαμε ότι οι Τούρκοι χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες, ανάλογα με την κατάσταση της υγείας τους. Υπήρχαν γεροί και δυνατοί, άρρωστοι και αδύνατοι αλλά και άνθρωποι που είχαν χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον. Αυτοί οι τελευταίοι σέρνονταν στη γη, έσκαβαν στα χωμάτινα πατώματα των σπιτιών, στις λάσπες γύρω από τα ερείπια, στις κοπριές και στα σκουπίδια της πόλης. Αναζητούσαν μεγάλα σκουλήκια για να τα φάνε. Βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση που όταν τους πλησιάζαμε έστρεφαν τα μάτια τους προς εμάς. Μας κοιτούσαν τότε με θολά μάτια γεμάτα παράπονο, χασμουριόντουσαν και φαινόταν σαν να μας ζητούν βοήθεια. Αλλά δεν μπορούσαν να βγάλουν λέξη από το στόμα τους. Εγκατέλειπαν την προσπάθεια, χαμήλωναν τα μάτια και συνέχιζαν να σκάβουν. Όταν έβρισκαν σκουλήκια, τα άρπαζαν με μεγάλη ταχύτητα και με μεγάλη όρεξη τα έτρωγαν. Δεν τους ένοιαζε τίποτε άλλο παρά να παραμείνουν στη ζωή.
Οι άλλες δύο ομάδες ήταν σε κάπως καλύτερη κατάσταση. Οι ασθενείς και αδύναμοι δεν σέρνονταν αλλά μπουσουλούσαν και καταλάβαιναν κάπως καλύτερα όσα τους λέγαμε. Γιατί αυτοί από την πείνα έτρωγαν τους νεκρούς, τράβαγαν τα ψαχνά κρέατα με τα δόντια τους και μασούσαν με πολύ όρεξη. Δεν άφηναν τίποτα μέχρι να χορτάσουν. Όταν τους φωνάζαμε γύριζαν να μας κοιτάξουν αλλά έπειτα εξακολουθούσαν να τρώνε τα κρέατα των νεκρών Τούρκων. Τη νύχτα μαζευόταν σε γωνιές δύο ή τρεις μαζί και κοιμόντουσαν σε μέρος στεγνό. Τι άλλο έκαναν τη νύχτα δεν ξέραμε.
Οι περισσότεροι από τους υγιείς Τούρκους έτρωγαν κι αυτοί ανθρώπινα κρέατα. Αν κι εμείς δίναμε σε όλους τους Τούρκους 1 κιλό ψωμί για το κάθε άτομο την ημέρα, οι στρατιώτες μας τους πουλούσαν τρόφιμα με μεγάλη αισχροκέρδεια και κρυφά γιατί οι οπλαρχηγοί το απαγόρευαν. Αλλά κι αυτά ακόμα δεν τους έφταναν. Τα χαράματα της πρώτης ημέρας, στη διάρκεια της περιπολίας, είδαμε στη βρύση έξω από τον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα έναν νεκρό. Τον είχαν σκεπάσει με ένα πάπλωμα. Αμέσως τον εξέτασε ο ιατρός Αγαμέμνων Αυγερινός, ο σύμβουλος και υπασπιστής του Κολοκοτρώνη. Ο νεκρός Τούρκος ήταν ακέραιος. Αφού συζητήσαμε, αποφασίσαμε να αφήσουμε τους Τούρκους να τον θάψουν. Άλλωστε η πόλη ήταν γεμάτη πτώματα άταφα που σάπιζαν. Δεν το ξέραμε τότε αλλά αυτά τα πτώματα έτρωγαν οι ζωντανοί Τούρκοι γιατί δεν είχε απομείνει άλλο ζώο, ούτε γάτες, ούτε πουλερικά, ούτε πουλιά στα δέντρα, τα είχαν φάει όλα.
Αλλά την άλλη μέρα που ξαναπεράσαμε από το ίδιο σημείο είδαμε τον νεκρό εκεί, κάτω από το ίδιο πάπλωμα. Όμως έλειπε το μισό του σώμα, από τη μέση και πάνω. Γύρω από τη βρύση υπήρχαν μικρά κομματάκια κρέας σαν αυτά που βλέπεις στα χασάπικα να τινάζονται όταν ο χασάπης κόβει το κρέας με τον μπαλτά.
Την τρίτη ημέρα που περάσαμε δεν είχε απομείνει τίποτα, τον είχαν φάει ολόκληρο. Τότε καταλάβαμε ότι όλη η πόλη έτρωγε ανθρώπινο κρέας. Βέβαια είχαμε υποψίες γιατί στη διάρκεια της πολιορκίας είχαν αιχμαλωτίσει έναν Έλληνα, τον έσφαξαν και τον έφαγαν μπροστά στα μάτια των Ελλήνων ομήρων που μας τα διηγήθηκαν μετά.
Καταλάβαμε ότι έπρεπε να προσέχουμε γιατί υπήρχε πιθανότητα, αν κάποιος από εμάς ξεμείνει πίσω, να του επιτεθούν οι Τούρκοι για να τον σκοτώσουν και να τον φάνε. Αποφασίσαμε να βάλουμε ένα σύνθημα-προειδοποίηση με πιστολιές για να τρέξουν οι άλλοι να βοηθήσουν. Πήγαμε στους δύο Τούρκους πασάδες των φρουρίων και τους δηλώσαμε πως αν δεν σταματούσαν οι Τούρκοι να τρώνε ανθρώπινο κρέας δεν θα τους δίναμε πια τροφή εμείς.
Την ίδια μέρα μάθαμε κι άλλα. Υπήρχαν στο κέντρο του Ναυπλίου τα ερείπια ενός ναού του Αγίου Νικήτα. Εκεί είχα βρει μια καλή κρυψώνα για να χώνω ό,τι πολύτιμο έβρισκα, είχα μαζέψει πολλά πράγματα. Δίπλα, κολλητά στα ερείπια, υπήρχε ένα σπίτι στο οποίο αργότερα εγκαταστάθηκε το Εκτελεστικό και κατόπιν το αγόρασε ο Νικηταράς. Έμενε τότε εκεί ένας Μπουλούκμπασης [λοχαγός] με 150 στρατιώτες Τουρκαλβανούς και τούρκους ανατολίτες. Αυτοί έτρωγαν κανονικά, αδιακρίτως, όλους τους νεκρούς που έπεφταν στα χέρια τους αλλά κυνηγούσαν και έσφαζαν κι άλλους επίτηδες για να τους φάνε.
Το απόγευμα πήγα να ελέγξω την κρυψώνα μου κι έπεσα πάνω σε Τούρκους που έθαβαν έναν νεκρό. Περίμενα να φύγουν για να μη με δουν. Μόλις όμως έφυγαν εμφανίστηκαν άλλοι, άνοιξαν τον τάφο, έσκισαν το κρανίο και άρχισαν να τρώνε τα μυαλά του νεκρού. Ένας είχε πάρει στα χέρια του το συκώτι και όλοι μαζί ετοιμάζονταν να διαμελίσουν το σώμα.
Το θέαμα ήταν φοβερό, έχασα το μυαλό μου. Έφυγα τρέχοντας και πήγα στο τζαμί που είχαμε τις τροφές μας, πήρα μια μπουκάλα ρούμι και ήπια ολόκληρο το μπουκάλι για να μπορέσω να συνέλθω από την αηδία και την ταραχή. Δεν ήξερα αν ήμουν ακόμα άνθρωπος. Είχα τόσο ταραχτεί που αν και κινδύνεψα να με δουν και να μου επιτεθούν όσο ήμουν στα ερείπια, δεν σκέφτηκα ούτε καν να πυροβολήσω για να ειδοποιήσω τους συντρόφους μου.
Τους τα διηγήθηκα όλα και ο γιατρός, ο Αγαμέμνων Αυγερινός, διέταξε να φωνάξουν κήρυκες σε όλη την πόλη ότι η συμφωνία μας ακυρώνεται, σταματάμε να μοιράζουμε τροφές και θα τους εκτελέσουμε όλους γιατί τρώνε ανθρώπινο κρέας. Οι Τούρκοι τρομοκρατήθηκαν, μαζεύτηκαν στην Πλατεία του Πλατάνου [σήμερα Πλατεία Συντάγματος] και έκλαιγαν και μας παρακαλούσαν. Μας υποσχέθηκαν ότι δεν θα ξαναφάνε ανθρώπινο κρέας κι εμείς υποχωρήσαμε. Αλλά δηλώσαμε ότι θα εκτελούμε αμέσως όποιον πιάνουμε να το κάνει. Οι Τούρκοι υποσχέθηκαν ότι θα μας τους παραδίνουν οι ίδιοι.
Την άλλη μέρα είδα τον Μπουλούκμπαση και αγανακτισμένος του είπα
- Θα σας τιμωρήσει ο Θεός, τι άνθρωποι είστε εσείς, φτάσατε να τρώτε τ’ αδέλφια σας!
Με κοίταξε και μου απάντησε:
- Εύχομαι να μην σε φέρει ο Θεός σε παρόμοια θέση. Αλλά να ξέρεις αυτό. Δεν υπάρχει νοστιμότερο φαγητό από το ανθρώπινο κρέας και μάλιστα το ψαχνό. Ειδικά οι κεφτέδες. Άσε τα ντολμαδάκια – άκου πώς τα μαγειρεύαμε: τα τυλίγαμε σε φύλο φραγκοσυκιάς που το είχαμε βράσει πρώτα σε θαλασσινό νερό για να φύγει η πέτσα. Αλλά και τα ανθρώπινα μυαλά όταν τα τηγανίζεις με βούτυρο είναι ακόμα πιο νόστιμα, λουκούμι. Αλλά επειδή δεν είχαμε βέβαια βούτυρο, ούτε λάδι, χρησιμοποιούσαμε ανθρώπινο λίπος στο τηγάνι. Μην νομίζεις. Κι εμείς στην αρχή – άνθρωποι είμαστε – δεν θέλαμε να πέσουμε σ’ αυτό το απάνθρωπο αμάρτημα. Αλλά όταν μας έζωσε η πείνα αγριέψαμε. Δεν μας ένοιαζε τίποτε άλλο, μόνο να βρούμε τροφή για να ζήσουμε.
Σιχάθηκα. Τον άφησα κι έφυγα.»

Aristides Hatzis
 


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.