Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

ο βράχος του Σίσυφου (φθινοπωράκι ελάχιστο)

rafael marchante praia do norte in nazare portugal

Εν τω μεταξύ, μεγαλώνουμε.
Είχα πάντοτε αυτήν την αίσθηση του χρόνου που περνά και πάντα μία μελαγχολία συνόδευε το «μετά» αυτής της συνείδησης. Με τα χρόνια έβλεπα αυτή τη σκιά, γιατί περί σκιάς πρόκειται, είτε μέσα στα μάτια των ανθρώπων, που κοιτούσαν μ’ έναν βαθιά βουβό και εσωτερικό πόνο είτε έξω από αυτά, ως αφηρημένο κοίταγμα σε γωνίες του πουθενά ή ως χαμήλωμα των ματιών από το βάρος των ήχων, των λέξεων, αυτού που αντικρίζουν απέναντι, αυτού που ολοκάθαρα πια βλέπουν.

Τι βλέπουν τα μάτια;
Τους ανθρώπους μας να μεγαλώνουν, τα πρόσωπα να χαράζονται από γραμμές μιας ανώφελης συχνά εμπειρίας, τους ανθρώπους να αλλάζουν με τρόπο που για μια ακόμη φορά θα θέσει σε δοκιμασία τους μηχανισμούς προσαρμογής μας. Για μια ακόμη φορά θα πρέπει να αναπτύξουμε πρακτικές για να συνυπάρξουμε μαζί τους και αν δεν το θελήσουμε (από κούραση ή συνειδητή επιλογή) θα απομείνουμε για μια ακόμη φορά «μόνοι». Αυτή η μοναχικότητα είναι η άρνηση μιας επανάληψης στα ανθρώπινα: όσες εκδοχές και να γευτεί κανείς από το εγώ των άλλων πάντα θα υπάρχει μία ακόμα για να οδηγεί ως τελειωτικό χτύπημα στον αναχωρητισμό. Κι όσους φίλους ή γνωστούς να αποκτήσει κανείς στο καθ’ οδόν μιας ιριδίζουσας ζωής, πάντα θα υπάρχει η επιφυλακτικότητα απ’ όσα έχει αποκομίσει ζώντας τόσα χρόνια μαζί με αυτούς τους άλλους: η «προδοσία», η απογοήτευση, η αδυναμία συνεννόησης και επικοινωνίας θα καιροφυλακτούν και πάντα θα δίνουν ολοστρόγγυλα μηδενικά στις μαθηματικές πράξεις των μεταξύ μας σχέσεων. Στο τέλος θα αφαιρούμε ανθρώπινες μονάδες, όντας κουρασμένοι ή απηυδισμένοι από την τριβή, τη φθορά, την επανάληψη του ίδιου άχαρου έργου με το ίδιο προβλέψιμο το τέλος. Μέχρι να μηδενίσουμε.
Μόνοι, σ’ έναν ακατοίκητο κόσμο.

Πώς φεύγει κανείς από αυτόν το θανάσιμο εναγκαλισμό;

Χαζοχαρούμενος,
κάνοντας ότι δε βλέπει
ή ανανεώνοντας χρόνο, δίχως να περιμένει τίποτα και από κανέναν.
Παράξενο πράγμα αυτό το «τίποτα και από κανέναν»: είναι μια άδηλη υπόμνηση για το μονίμως κατώτερο των όποιων προσδοκιών, μία νίκη ωστόσο επί του συνόλου των προσωπικών ηττών του καθενός «ότι ηγάπησε πολύ, ότι επίστευσε πολύ». Τώρα είναι απλώς μία κατασκευή απαθείας, που στέκει εκεί για να υπενθυμίζει τη συνειδητή μη προσδοκία και την εν εγρηγόρσει δυνατότητα της εκπλήξεως, όταν από κάποια θεία τύχη οι άνθρωποι θα σταθούν επιτέλους στο ύψος των περιστάσεων. Γιατί όση απογοήτευση και φθορά να σωρεύει κανείς, πάντα υπάρχει μία μνήμη κατευθείαν βγαλμένη από τη μήτρα του ανθρωπισμού, αυτή που αποτέλεσε το καύσιμο κατά τους χρόνους που είχαμε χρόνια να σπαταλήσουμε.
Από τον καιρό που υπήρξαμε «νέοι».

Ολοένα και περισσότερο συναντώ τελευταία τη λέξη «χαρακτήρας». Αυτή τη δυσεύρετη και σπάνια ποιότητα του ανθρώπου, που αφορά όλα τα ανώτερα δυνάμει χαρακτηριστικά της ανθρώπινης υπόστασης και κερδίζεται μέσα από τη μόρφωση, τη δοκιμασία, την περισυλλογή και την ενδοσκόπηση. Αυτό που στέκει στέρεο όταν όλοι γύρω αρχίζουν να αποδεικνύονται λίγοι, όταν από σκοπιμότητα ή αδυναμία θα πράξουν δίχως ίχνος αισθητικής στις επιλογές, τις συμπεριφορές και τις κινήσεις. Η χάρη και η διάρκεια που δεν υποτιμάει τη νοημοσύνη των συνετών, αλλά αντίθετα της δίνει έναν λόγο για να υπάρξει.

Φέξε μου και γλίστρησα. Τι ψάχνω, τι ψάχνεις, τι ψάχνει˙ τι έχουμε χάσει. Εκεί καταλήγουμε ή επιστρέφουμε λοιπόν; Τόσα χρόνια για να βρεθούμε ξανά με τον Αριστοτέλη σ’ ένα καφέ με βαριά έπιπλα, μεγάλα παράθυρα, καθαρή ατμόσφαιρα και χαμηλή τζαζ στα ηχεία του κόσμου.

Αλλά τουλάχιστον βρεθήκαμε κάπου, ακόμα και αν επιστρέψαμε.
Ο κόσμος δεν πρόκειται να σωθεί, έτσι κι αλλιώς. Εμείς όμως συνεχίζουμε, επίμονοι και ως εκ τούτου μόνοι: να σπάμε τα μούτρα στο μη πραγματικό, σ’ αυτό που υποθέσαμε ή ελπίσαμε και προπάντων σ’ αυτό που επιθυμήσαμε ή ονειρευτήκαμε.
Στον προορισμό του Άλλου, όποιος κι αν είναι αυτός, όπως κι αν είναι αυτός.

Είχε ο Σίσυφος επιλογή;
Όχι, αν το μυαλό του λοβοτομήθηκε από τους Θεούς, για να εκπληρώνει εσαεί μιαν εκδικητική τιμωρία. Αλλά στην περίπτωση αυτή δεν ήταν πια ο άνθρωπος που τους κορόιδεψε επαναληπτικά, αλλά ένα λοβοτομημένο αυτόματο που προοριζόταν να ικανοποιήσει τη χαιρέκακη προσδοκία των Θεών με το αιώνιο της τιμωρίας του. Όμως, μια τιμωρία χωρίς συνείδηση της τιμωρίας και του πόνου που αυτή συνεπάγεται δεν αξίζει και τόσο γι’ αυτούς που θέλουν αιώνια επιβεβαίωση της ανωτερότητάς τους, μέσα από τον αιώνιο χαρακτήρα της παραδειγματικής τιμωρίας. Έτσι δεν είναι;

Είχε ο Σίσυφος επιλογή;
Αν πείστηκε ότι έπρεπε να τιμωρηθεί μ’ αυτού του είδους την τιμωρία, τότε απλά δεν ήταν ο Σίσυφος που έβγαλε τη γλώσσα στους Θεούς και αυθαδίασε μπροστά τους. Ήταν κάτι άλλο που μεταμορφώθηκε σε ένα πειθήνιο και άβουλο πλάσμα, το οποίο προοριζόταν να εξυμνεί αιώνια με το τυραννικό του βασανιστήριο την ανωτερότητα των Θεών.
Αλλά αυτό δεν είναι ο Σίσυφος.

Είχε ο Σίσυφος επιλογή;
Όχι αν δούλευε πάνω από δέκα ώρες την ημέρα, σε ένα βιοπορισμό που του έτρωγε τη ζωή, σε μία δουλειά που απώλεσε κάθε ίχνος δημιουργικότητας και έπειτα, σ’ αυτό που κατ’ ευφημισμόν αποκαλούνταν «ελεύθερος χρόνος», είχε facebookinstagramtwittermessenger και έπρεπε να απαντάει, να σχολιάζει, να χαριτολογεί, να λέει εξυπνάδες, να κακολογεί, να αφήνει θλιβερούς υπαινιγμούς και δυσφυή υπονοούμενα, όχι αν έπρεπε να απαντάει σε ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα ήθελε καν να ξέρει ότι υπάρχουν, να παριστάνει τον φίλο και τον κοινωνικά δεκτικό, να κάνει χειραψίες σαν υποψήφιος βουλευτής και υποψήφιος της χαμένης μπέσας και ειλικρίνειας.
Όχι, αν τα έκανε όλα αυτά ο Σίσυφος, δεν θα είχε ούτε τον Χρόνο ούτε το Μυαλό να σκεφτεί και την Πέτρα και το Βουνό του.

Όμως εσύ άλλα βουνά θέλεις να ανεβείς μέσα σ’ αυτό ελάχιστο φθινοπωράκι με τις γλυκές πολύχρωμες αθώες μέρες: στον αριστοκρατικό Όλυμπο ψάχνοντας τον Ενιπέα μέσα στις οξιές και τα πεύκα, με ζεστή φασολάδα και τον ιδρώτα να στεγνώνει στα κατάκοπα πόδια, στα Ζαγόρια και τα Τζουμέρκα να παίρνεις διαδρομές που δεν ξέρεις σε ποιο ποτάμι και σε ποιο γεφύρι θα σε βγάλουν, πλήρης από χρώματα της ζωής και της μουσικής – πρώτη φορά νιώθεις τα χρώματα να έχουν ήχους – να περπατάς βρίσκοντας χαμένα στο χρόνο μοναστήρια και απόμακρα από ανθρώπους ή τέλος, στο Βέρμιο να βαδίζεις μέσα σε πηχτές σκιές και αέρα από την ύλη των πρώτων ημερών αυτού του πλανήτη.
Αρχαία και πρωτόγονα πράγματα μιας χαμένης ζωής.

Είχε ο Σίσυφος επιλογή;
Απάντηση 1: Όχι. Κι αν δεν υπήρχε ο Σίσυφος θα έπρεπε να είχε δημιουργηθεί (ποιος ωφελείται;)
Απάντηση 2: Ο Σίσυφος είχε πάντα δυνατότητα επιλογής. Έπρεπε απλώς να σταθεί, να σκεφτεί και να θυμηθεί.
Διαλέγετε και παίρνετε.



Κωνσταντίνος Ν. Καρεμφύλλης


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.