Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ - ΙΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Πίνακας του John William Godward, 1908.

Τρία είδη ιερατείου μπορούμε να ξεχωρίσουμε στην αρχαία Ελλάδα. Τους Ιερείς,(για τους οποίους θα μιλήσουμε σήμερα), τους Μάντεις και τους Μυσταγωγούς, στους οποίους έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενη θεματική.
Ο Έλληνας ιερέας, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις κληρονομικής μεταβίβασης σε μέλη ενός κάποιου συγκεκριμένου γένους π.χ Ευμολπίδες στην Ελευσίνα, Εμβαρίδες στον Πειραιά κλπ, ή ενός βασιλικού οίκου, όπως συνέβαινε στη Σπάρτη, αποκτά το αξίωμά του κατά κανόνα δι εκλογής από τη συνέλευση του Δήμου, πρακτική που βρίσκουμε να ισχύει από τα ομηρικά κιόλας χρόνια, ή δια κληρώσεως, όπου ο κλήρος λειτουργού ως θεός ή απλός δείκτης της θείας θέλησης. Ο Έλληνας ιερέας δεν θεωρείται εκπρόσωπος του θεού επί της γης, είναι απλός κι εκλεγμένος εκπρόσωπος των θρησκευτών, εξουσιοδοτημένος είτε να φροντίζει το Ναό στον οποίο τοποθετείται ως "αρχιερεύς", είτε να τελεί τις θυσίες ως "ιερεύς", είτε να απαγγέλει τις ευχές και προσευχές ως "αρητήρ".
Για τους αρχαίους προγόνους μας κάθε ελεύθερος πολίτης είχε το δικαίωμα να ασκήσει το λειτούργημα της ιεροσύνης. Οι ιερείς δεν σχημάτισαν ποτέ οργανωμένη ομάδα, δεν είχαν ιεραρχία, δεν έφεραν κανένα εξωτερικό γνώρισμα στις καθημερινές τους εμφανίσεις και η επιλογή τους δεν συνοδευόταν από κάποιο είδος χειροτονίας ή μύησης, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Τη θυσία, την κύρια λατρευτική πράξη των αρχαίων, με την οποία πίστευαν ότι γίνονταν φιλοξενούμενοι και ομοτράπεζοι των θεών τους, μπορούσε να την κάνει οποιοσδήποτε. Ο αρχηγός κάθε οικογένειας ήταν συγχρόνως και ιερέας της. Ο θεός δεχόταν τους πάντες αρκεί αυτοί να σέβονταν τους νόμους, γραπτούς ή άγραφους. Τη σχετική τελετουργία της θυσίας, δρώμενα και λεγόμενα, την ήξεραν όλοι, έχοντας συμμετάσχει από μικρά παιδιά σε πολλές τέτοιες λατρευτικές εκδηλώσεις. Ωστόσο στις μεγάλες επίσημες κρατικές γιορτές ήταν απαραίτητο κάποιος να έχει την ευθύνη της οργάνωσης της όλης τελετουργίας και ήταν αυτός που εκφωνούσε επίσης τη σχετική προσευχή και έκανε την απαραίτητη σπονδή. Στην Αθήνα υπεύθυνος για τις περισσότερες κρατικές γιορτές ήταν ένας ανώτατος αξιωματούχος, ο «άρχων βασιλεύς», που εκλεγόταν για ένα χρόνο, και ήταν αυτός που διοικούσε «τας πατρίους θυσίας... πάσας».

Συνήθως οι ιερείς (ή ιέρειες) εκλέγονταν ή κληρώνονταν για ένα χρόνο ­ δεν έλειπαν ωστόσο και ισόβια ιερατικά αξιώματα ­ και περιορίζονταν αυστηρά στο ιερό στο οποίο είχαν οριστεί. Φυσικά το ίδιο πρόσωπο μπορούσε να οριστεί ιερέας σε περισσότερα ιερά. Για τον ορισμό ιερέων κατέφευγαν συχνά στη διαδικασία της κλήρωσης, επειδή μ' αυτήν η θεϊκή βούληση εκφραζόταν πιο άμεσα και συγχρόνως απέφευγαν και τα... μαγειρέματα, σύνηθες φαινόμενο κάθε φορά που η προς πλήρωση θέση έχει πολύ... ψωμί. Τους ιερείς βοηθούσαν στα καθήκοντά τους «νεωκόροι», οι φύλακες δηλαδή του ιερού και υπεύθυνοι για την καθαριότητα, «ιεροποιοί», που φρόντιζαν κυρίως για το πρακτικό μέρος των θυσιών, και «επιμεληταί και ιεροταμίαι», που ήταν επιτροπές πολιτών διορισμένες από την πολιτεία για να επιβλέπουν τα οικονομικά των ιερών.
Υπήρχαν όμως και ορισμένα ιερατικά αξιώματα που ήταν κληρονομικά. Σε παλιότερες εποχές, όταν κυριαρχούσε ο θεσμός της βασιλείας, ο βασιλιάς ήταν αυτός που ασκούσε τόσο την πολιτική όσο και τη θρησκευτική εξουσία. Αργότερα όμως, όταν οι βασιλείς έχασαν τη δύναμή τους, σε κάποιες περιπτώσεις και μετά από... σκληρές διαπραγματεύσεις, κράτησαν το μάλλον τιμητικό δικαίωμα να ασκούν αποκλειστικά αυτοί και οι απόγονοί τους τη λατρεία μιας σημαντικής θεότητας. Υπήρχαν όμως και άλλοι λόγοι που έκαναν τη θητεία ενός ιερέα κληρονομική.
Άν και βαθύτατα σεβάσμιος από το σύνολο του λαού, ο Έλληνας ιερέας δεν θεωρείται άγιος και ιερός. Για τον Έλληνα άλλωστε, η αγιότητα δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από τη γνώση περί του τι απαιτείται για ομαλή και αρμονική συμβίωση ανάμεσα στους ανθρώπους και τους θεούς. Απλές προϋποθέσεις για την ιερατική ιδιότητα αποτελούν η σωματική αρτιμέλεια (και όχι η σωματική τελειότητα, αφού ο Αγησίλαος εξελέγει βασιλιάς της Σπάρτης και ιερέας των θεών Διός, Απόλλωνος, Αθηνάς και Ηρακλέους, όντας χωλός πλην όμως αρτιμελής), η γνήσια καταγωγή, και κύρια η γενική εκτίμηση στο άτομό του. Πρωταρχικό κριτήριο ήταν το να μή βαρύνεται με κανένα από τα ασυμβίβαστα προς την ιερατική ιδιότητα σοβαρά "μιάσματα" (δηλαδή ασέβεια, ανθρωποκτονία, επιορκία, προδοσία κ.λ.π).Εκείνοι που βαρύνονταν από σοβαρά μιάσματα δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν σε θυσίες άν δεν είχαν καθαρθεί. "Κεκαθαρμένοι" οφείλουν να είναι και όσοι μόλις επέστρεψαν από πόλεμο, όσοι μόλις θεραπεύτηκαν από ασθένεια, όσοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους κά. Γι΄ αυτό και πριν την τέλεση της θυσίας, ο κήρυξη ιερέας φωνάζει το "εκάς, εκάς, όστις, αλιτρός".
Στη διάρκεια της ελληνικής ιεροπραξίας, ο Έλληνας ιερέας ή ιέρεια συνήθως φοράει φόρεμα λευκό, σε ένδειξη αγνότητας (με εξαίρεση τους ιερείς του Δία που φορούν και πορφύρα), ή στεφάνι από φύλλα δένδρου ή φυτού που θεωρείται ιερό. Κατά τους ομηρικούς κιόλας χρόνους, πλήρες δικαίωμα ιεροπαξίας (θυσίας, σπονδής, προσευχής), είχε ο οποιοσδήποτε απλός θρησκευτής, ενώ κατά τις εκστρατείες χρέη ιερέως έκαναν οι επικεφαλής τους στρατού και στην οικιακή λεγόμενη λατρεία ιερουργούσαν ισόβαθμα και εκ περιτροπής οι δύο σύζυγοι.
ΠΗΓΕΣ: ΤΙΒΕΡΙΟΣ ΜΙΧΑΛΗΣ καθ. κλασσικής αρχαιολογίας, το βήμα, ΒΛΑΣΗΣ ΡΑΣΣΙΑΣ "Εορτές και Ιεροπραξίες των Ελλήνων)

Βάσω Δενδροπούλου

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.