Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Ο σουλτάνος και ο καδής



Μια φορά κι έναν καιρό ένας σουλτάνος αποφάσισε να μεταμφιεστεί σε
απλό ταξιδιώτη για μην τον αναγνωρίζουν και, καβάλα σε ένα ωραίο άλογο,
άρχισε να περιοδεύει το κράτος του για να δει πως περνά ο λαός του. Μετά
από αρκετό ταξίδι έφτασε στα περίχωρα της Προύσας. Εκεί, στην άκρη του
δρόμου, συνάντησε έναν ζητιάνο ο οποίος του ζήτησε ελεημοσύνη και αυτός
του έδωσε ένα νόμισμα.


— Πας για την Προύσα; τον ρώτησε ο ζητιάνος.


— Ναι.


— Με παίρνεις και μένα μαζί σου που είμαι κουτσός και δεν μπορώ να
περπατήσω τόσο δρόμο;


— Μετά χαράς, απάντησε ο ταξιδιώτης και βοήθησε τον ζητιάνο να
μπει πισωκάπουλα στο άλογο.


Σε καμιά ώρα είχαν φτάσει στην Προύσα.


— Εδώ πρέπει να κατεβείς γιατί θα ψάξω για πανδοχείο για να περάσω
τη νύχτα.


Η απάντηση του ζητιάνου τον ξάφνιασε:


— Εσύ να κατεβείς, το άλογο είναι δικό μου!


— Τρελάθηκες; έκανε ο ταξιδιώτης. Εγώ δεν σε βοήθησα να ανεβείς στο
άλογό μου, επειδή είσαι κουτσός και δεν μπορείς να βαδίσεις;


— Σωστά, είπε εκείνος, αλλά μπορείς να το αποδείξεις αυτό; Στην
Προύσα είμαστε και οι δυο άγνωστοι. Καθένας θα πιστέψει όποιον θέλει.


Ο μεταμφιεσμένος σουλτάνος βρέθηκε σε δύσκολη θέση. «Αν τον ρίξω
κάτω, αυτός θα βάλει τις φωνές, θα μαζευτεί κόσμος και οι πιο πολλοί θα με
κατηγορούν ότι έκλεψα το άλογο από έναν ανάπηρο άνθρωπο. Αν πάλι του
δώσω μερικά χρήματα για να τον ξεφορτωθώ, έτσι συνηθίζω τους υπηκόους
μου στην απάτη. Καλύτερα να πάω στον καδή (τον δικαστή) για να έχω και
την ευκαιρία να δω πώς απονέμεται η δικαιοσύνη σ’ αυτή την πόλη».
Πήγαν λοιπόν στο δικαστήριο και περίμεναν μέχρι να φτάσει η σειρά
να εκδικαστεί η υπόθεσή τους.


Τη στιγμή εκείνη ήταν μπροστά στον καδή δυο άτομα που τα ρούχα
τους έδειχναν ότι ο ένας ήταν λαδέμπορος και ο άλλος αχθοφόρος.


— Αυτό το νόμισμα είναι δικό μου, έλεγε ο αχθοφόρος δείχνοντας ένα
χρυσό φλουρί. Μου το έδωσε προχθές μια ρωσίδα πριγκίπισσα για να
μεταφέρω τα πράγματά της από το καράβι στο σπίτι της.


— Αποτελεί οικογενειακό ενθύμιο, ισχυριζόταν ο λαδέμπορος. Το
κουβαλάω πάντα μαζί μου γιατί μου θυμίζει τον μακαρίτη τον πατέρα μου.
Αυτός ο αισχρός χαμάλης μου το έκλεψε.


— Μάρτυρες έχετε; ρώτησε ο καδής.


— Όχι, δεν έχουμε, είπαν και οι δυο.


— Το δικαστήριο επιφυλάσσεται να εκδώσει την απόφασή του. Αφήστε
εδώ το νόμισμα και ελάτε αύριο το πρωί να σας ανακοινώσω την απόφαση.



— Πώς θα μπορέσει να βγάλει άκρη στην υπόθεση αυτή; αναρωτήθηκε
ο σουλτάνος. Και οι δυο φαίνονται να έχουν δίκιο.


— Η επόμενη υπόθεση! φώναξε ο χωροφύλακας.


Δυο άντρες πλησίασαν τον δικαστή. Ο ένας ήταν ράφτης, ο άλλος
γραφιάς.


— Τι συνέβη; ρώτησε ο καδής τον γραφιά.


— Κύριε δικαστή, σήμερα το πρωί που βγήκα μια στιγμή από το σπίτι
μου, μπήκε αυτός ο άνθρωπος και μου έκλεψε το Βιβλίο της Γνώσης. Τώρα
λέει ότι είναι δικό του.


— Μου το είχε χαρίσει ένας θείος μου σιδεράς πριν από πολλά χρόνια,
είπε ο ράφτης.


— Μάρτυρες έχετε; ρώτησε ο καδής.


— Όχι, δεν έχουμε, απάντησαν αυτοί.


— Αφήστε το βιβλίο εδώ και ελάτε αύριο το πρωί να σας ανακοινώσω
την απόφασή μου, είπε ο δικαστής.


— Άλλη περίπτωση και τούτη! σκέφτηκε ο σουλτάνος. Πώς θα μπορέσει
ο δικαστής να βγάλει σωστή απόφαση χωρίς μάρτυρες και με δυο άτομα να
ισχυρίζονται τα ίδια πράγματα;


Αλλά δεν είχε καιρό να φιλοσοφήσει περισσότερο γιατί ο χωροφύλακας
φώναξε τη δική του υπόθεση. Ο ταξιδιώτης και ο ζητιάνος στάθηκαν μπροστά
στον καδή.


— Τι συνέβη, ταξιδιώτη; ρώτησε εκείνος.


— Κύριε δικαστή, έρχομαι από μακριά. Έξω από την πόλη συνάντησα
αυτόν τον ζητιάνο. Αφού του έδωσα κάποια βοήθεια, μου ζήτησε να τον πάρω
πισωκάπουλα και να τον φέρω στην πόλη. Τώρα λέει ότι το άλογο είναι δικό
του.


Ο δικαστής γύρισε στον ζητιάνο:


— Εσύ τι έχεις να πεις; τον ρώτησε.


— Κύριε καδή μου, αυτός ο άνθρωπος είναι αρχιψεύτης. Το άλογο αυτό
το έχω μεγαλώσει από πουλαράκι με τα ίδια μου τα χέρια. Είναι ο σύντροφός
μου, δεν μπορούμε να κάνουμε ο ένας χωρίς τον άλλο. Αν αυτός ο
παλιάνθρωπος μου πάρει το άλογό μου, πώς θα κυκλοφορώ, κύριε καδή μου,
σακάτης άνθρωπος;


Σ’ αυτό το σημείο ο ζητιάνος άρχισε να κλαίει τόσο σπαραχτικά που ο
σουλτάνος σκέφτηκε: «Πώς θα μπορέσει να αποφασίσει ο δικαστής τη στιγμή
που αυτός ο ψεύταρος κοντεύει να πείσει κι εμένα ότι το άλογο είναι δικό
του!».


— Μάρτυρες έχετε; ρώτησε ο δικαστής.


— Δεν έχουμε, είπαν αυτοί.


— Αφήστε το άλογο και περάστε αύριο το πρωί για την απόφαση.


Πραγματικά πρωί πρωί την άλλη μέρα όλοι βρίσκονταν στο δικαστήριο
και περίμεναν να ακούσουν τις αποφάσεις.


— Πάρε το φλουρί σου, είπε ο καδής στον λαδέμπορο και ύστερα
γυρίζοντας στο χωροφύλακα συμπλήρωσε:


— Πιάσε τον αχθοφόρο και ρίξε του είκοσι ραβδιές για να θυμάται ότι
δεν πρέπει να κλέβει, ούτε να λέει ψέματα.


Στη συνέχεια βρέθηκαν μπροστά στον δικαστή ο ράφτης και ο γραφιάς.


— Πάρε το Βιβλίο της Γνώσης, είπε στον γραφιά, μια και σου ανήκει.


Όσο για τον ράφτη, χωροφύλακα, δώσε του τριάντα ραβδιές για κλοπή και
ψευδομαρτυρία.


Τελικά ήρθε και η υπόθεση του ταξιδιώτη και του ζητιάνου.


— Το άλογο είναι δικό σου, ταξιδιώτη. Σου εύχομαι καλό ταξίδι και
ελπίζω στο μέλλον οι άνθρωποι να μην είναι τόσο αχάριστοι απέναντί σου.
Και γυρίζοντας στον ζητιάνο του είπε:


— Αν δεν ήσουν ανάπηρος θα διέταζα αυτή τη στιγμή να σου δώσουν
πενήντα ραβδιές για αγνωμοσύνη και ψευδορκία. Θα σε βάλω στη φυλακή
μέχρι να δω ότι μετάνιωσες γι’ αυτό που έκανες σ’ έναν άνθρωπο που
προσπάθησε να σε βοηθήσει. Λύεται η συνεδρίαση. Η δικαιοσύνη
απονεμήθηκε.


Ο δικαστής αποσύρθηκε στο γραφείο του και ο ταξιδιώτης έμεινε
κατάπληκτος με τις αποφάσεις του, κυρίως στη δική του περίπτωση που την
ήξερε. Θέλοντας να μάθει περισσότερα πήγε στο γραφείο του καδή και, αφού
του ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση, του είπε:


— Έμεινα εντυπωσιασμένος από τις αποφάσεις σας και μάλιστα χωρίς
να έχετε καν μάρτυρες!


— Πολύ εύκολες υποθέσεις, φίλε μου. Οι πιο πολλές υποθέσεις είναι
πανεύκολες αρκεί να ξέρει κανείς τι να προσέξει.


— Δηλαδή; Πώς μπορεί να βγάλει κανείς άκρη όταν και τα δυο μέρη
ισχυρίζονται το ίδιο και δεν υπάρχουν μάρτυρες για να στηριχθεί κάπου ο
δικαστής;


— Στην πρώτη περίπτωση, του λαδέμπορου και του αχθοφόρου, έριξα
αποβραδίς το νόμισμα σε ένα ποτήρι νερό. Το πρωί το ποτήρι είχε λάδι στο
πάνω μέρος, που σήμαινε ότι έλεγε αλήθεια ο λαδέμπορος ότι το είχε συχνά
μαζί του.


— Το βιβλίο της Γνώσης; Πώς ήξερες τίνος είναι;


— Κι αυτό εύκολο. Οι σελίδες που αναφέρονταν σε γραφιάδες,
γραμματικούς και συγγραφείς ήταν τριμμένες από το πολύ διάβασμα, άρα το
βιβλίο ήταν του γραφιά.


— Και στη δική μου περίπτωση; Όταν ο ζητιάνος έβαλε τα κλάματα
φαινόταν ότι δεν υπήρχε ίσως ούτε ένας στο ακροατήριο που να μην ήταν
εναντίον μου.


— Αυτή ήταν η πιο εύκολη υπόθεση. Το πρωί που ερχόσουν στο
δικαστήριο ζήτησα από έναν υπάλληλο να βγάλει το άλογό σου από τον
στάβλο. Αυτό όταν σε είδε χλιμίντρισε και έδειχνε όλη τη χαρά του. Όταν
πέρασε ο ζητιάνος ούτε που σήκωσε το κεφάλι να τον κοιτάξει.


— Είμαι εντυπωσιασμένος με τη σοφία σου, είπε ο ταξιδιώτης, που σ’
αυτό το σημείο θεώρησε σκόπιμο να αποκαλύψει ότι είναι ο Σουλτάνος. Για
τον λόγο αυτό σε προάγω σε Μεγάλο Καδή και χαίρομαι που απονέμεται
δικαιοσύνη στη χώρα μου.


(Τουρκία Μέση Ανατολή)

Η Σοφία των Λαών, 111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο 

Χρήστος Μαγγούτας

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.