Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Άτομα που αιχμαλωτίζουν τη λαϊκή ψυχή

Με αφορμή τη γέννηση του Μανώλη Αγγελόπουλου στις 8 Απριλίου, το 1939, δίνω τα κείμενα του ΗΛΙΑ ΜΠΑΖΙΝΑ που έγραψε στον «ΦΙΛΑΘΛΟ» λίγες μόλις ημέρες μετά την κηδεία του τσιγγάνου λαϊκού τραγουδιστή.
Δεν έπαιξε βλέφαρο αντίκρυ στις κάννες των πολυβόλων
Οι τσιγγάνοι είναι μοναδική περίπτωση στον κόσμο. Ο τρόπος, που αντιλαμβάνονται τις πιο θεμελιώδεις έννοιες της ζωής, είναι ριζικά διαφορετικός από όλων των άλλων ανθρώπων. Ειδικά την έννοια της ελευθερίας. Είναι τόσο μεγάλο το χάσμα ανάμεσα σ' αυτό που λέει «ελευθερία» ο τσιγγάνος και σε αυτό, που λένε «ελευθερία» όλοι οι άλλοι, ώστε όχι μόνον δεν γεφυρώνεται αλλά ούτε συλλαμβάνεται.
Ο δέσμιος άνθρωπος -ο μη τσιγγάνος- ζει μέσα σε περιορισμούς, που φτιάχτηκαν μέσα σε πολλές χιλιετίες. Δεν απομένει ούτε σπέρμα ανάμνησης της «τσιγγάνικης» ελευθερίας στη συνείδησή του. Μόνο σε μερικών το υποσυνείδητο, σαν κυτταρική μνήμη. Ίσως αυτοί να είναι ακριβώς οι λίγοι μη τσιγγάνοι που καταλαβαίνουν κάπως τους τσιγγάνους.
Ο μέσος άνθρωπος δεν έχει καμμία πιθανότητα να καταλάβει τέτοια πράγματα, ούτε να τα βιώσει, ούτε να αποκτήσει, φυσικά, πάνω τους αυτή τη «λογική εποπτεία», χωρίς την οποία νιώθει τυφλός. Ο μέσος άνθρωπος νομίζει ότι «ελεύθερος είναι ο μίστερ Μπους». Για τον τσιγγάνο ο «μέσος άνθρωπος», είναι απλά τρελός.
Δεν είναι «αυτονόητα» τα δεσμά, μέσα στα οποία μας έχουν παγιδέψει. Δεν είναι «φυσικά». Το πιο πιθανό είναι να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Δεχθήκαμε σαν «φυσικό» ότι πιο αφύσικο υπάρχει, γιατί δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς.
Το πιο πιθανό είναι ότι οι τσιγγάνοι έχουν «δίκιο». Απλά, το χάνουν, μέσα στο φασισμό της ζωής. Δεν γίνεται να νικηθούν τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Αυτό, οι τσιγγάνοι το ξέρουν καλύτερα από όλους. Και ζουν το σήμερα, τραγουδώντας την αγάπη, την γέννηση και το θάνατο, με όλη την πανάρχαια σοφία τους.
Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για συρματοπλέγματα.
Αυτό, το ήξερε καλά ο αρχέγονος πρόγονός μας. Για εκείνον, η επιλογή ήταν ξεκάθαρη ΝΑΙ-ΟΧΙ! Η «ανάπτυξη» είχε μέσα συρματοπλέγματα, τέρμα. ΝΟΜΟΣ! Εναλλακτική λύση δεν υπήρξε, ούτε τότε, ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Πολλοί το δέχθηκαν, συχνά μέσα από διαδικασίες υποταγής, κάπου-κάπου και μετά από πρακτικούς «υπολογισμούς». Άλλοι δεν το δέχθηκαν και -πολύ απλά- εξέλιπαν. Χάθηκαν, μαράζωσαν, εξοντώθηκαν.
Ακόμα πλανιέται στον αέρα -και στοιχειώνει τον ύπνο όσων αμερικανών έχουν συνείδηση- η τρομερή στην ασυμβίβαστη απλότητα και αλήθεια της, ερώτηση του ινδιάνου φύλαρχου προς τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ: «Και πώς να σου πουλήσουμε τη γη; Δική μας είναι; Πουλιέται η γη, που πάνω περπατάνε οι άνθρωποι, το νερό, που πίνουν, ο αέρας που ανασαίνουν. Το κυνήγι, που τους ζει;».
Ο άνθρωπος εκείνος βρισκόταν στην λίθινη εποχή, τεχνολογικά. Δεν είχε προλάβει να ξεχάσει τις πρωτογενείς αλήθειες. Τι να του πουν εκείνου για ελευθερία; Και τι να του διδάξουν για οικολογία; Και για αξιοπρέπεια, για το τι αξίζει και τι δεν αξίζει;
Τώρα θυμάται η αμερικάνικη συνείδηση τους ινδιάνους. Τις μπρούτζινες φάτσες και τα μάτια από αχάτη, που κοίταξαν μέσα στις κάννες των πολυβόλων Γκάτλινγκ, χωρίς να παίξουν βλέφαρο. Και αποφάσισαν: «Κάνε ό,τι έχεις να κάνεις και τελείωνε, ανεπτυγμένε καραγκιόζη!».
Δεν αναφέρεται άλλη τέτοια γενοκτονία, όπου ΚΑΝΕΝΑ θύμα να μην ήταν ντουφεκισμένο ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ. Οι ινδιάνοι στάθηκαν να σκοτωθούν, γιατί η πρόταση ζωής του «πολιτισμένου» ανθρώπου δεν τους ενδιέφερε.
Άτομα που αιχμαλωτίζουν τη λαϊκή ψυχή
Οι τσιγγάνοι έζησαν χάρη στην παροιμιώδη ευκαμψία τους και στην παγκόσμια ζήτηση των μοναδικών προϊόντων της καλλιτεχνικής τους ευαισθησίας. Ούτε κι αυτούς, όμως, τους έπεισε η πρόταση ζωής της «ανεπτυγμένης» κοινωνίας.
Η μέρα, που κι ο τελευταίος τσιγγάνος θα κλεισθεί μέσα σε κάποιο διαμέρισμα, θα είναι μια θλιβερή μέρα.
Όπως θλιβερή θα είναι και η μέρα, που θα κλεισθεί σε κλουβί το τελευταίο λιοντάρι.
Ο τεχνολογικός πολιτισμός έχει μια εκλεκτική τάση, να καταστρέφει πρώτα τα πιο ευαίσθητα και ποιητικά δημιουργήματα της φύσης, αυτά που δεν ενδιαφέρουν τους πολλούς. (Όταν, βέβαια, η καταστροφή φθάσει να ενδιαφέρει τους πολλούς, είναι πια ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ).
Στο μεταξύ μας, όμως, οι τσιγγάνοι, όσο μπορούν, συνεχίζουν να ζουν ελεύθεροι. Συχνά η επιλογή τόπου για να στήσουν τα τσαντίρια τους, είναι αριστουργηματική. (π.χ. ακριβώς κάτω από τα πιο ακριβά σπίτια της Φιλοθέης!).
Ο Μαξίμ Γκόρκι είχε, κάποιο φεγγάρι, γοητευθεί από την τσιγγάνικη ελευθερία. Στην υπέροχη νουβέλα του «Μάκαρ Τσουντρά», βάζει την πανέμορφη τσιγγάνα ηρωίδα του να απορρίπτει την πρόταση γάμου ενός ερωτοχτυπημένου ουγγαρέζου αριστοκράτη με τα λόγια: «Φεύγω. Έχω να πάω στην άκρη του κόσμου». «Μα, γιατί, γιατί;» απορεί ο απελπισμένος καψούρης. «Για να γυρίσω πίσω!» του εξηγεί η τσιγγάνα. Και τον παρατάει σύξυλο.
Ειδικά αυτή η νουβέλα έγινε ταινία από τον Εμίλ Λοτιάνου. Τα έργα με τσιγγάνους λατρεύονται κυριολεκτικά από το ρωσικό κοινό, όπως και κάθε τι τσιγγάνικο. Η πλάκα είναι ότι αυτό εκνευρίζει μερικούς... έλληνες, ιδίως κριτικούς κινηματογράφου και έτσι.
Οι έλληνες είναι απίθανος λαός. Έχουν το θράσος της ΑΠΟΛΥΤΗΣ άγνοιας («απόλυτη» άγνοια σημαίνει ότι σου είναι βιολογικά αδύνατο να πιστέψεις ότι έχεις άγνοια), που τους σπρώχνει σε καταστάσεις, πολύ διασκεδαστικές για τους ξένους. Πεθαίνουν στα γέλια οι ρώσοι, όταν τους λες ότι οι έλληνες τους προτιμάνε «σοβαρούς» και χωρίς τσιγγάνικη «σάλτσα». Είναι κάτι πολύ πιο γελοίο και ανεδαφικό από το να έρθει ένας λουξεμβούργιος και να πει σε εμάς: «Σας προτιμώ χωρίς Καζαντζίδη».
Πάντως, η απέχθεια προς τους τσιγγάνους φαίνεται ότι είναι πολύ ισχυρό απωθημένο. Είναι γνωστό ότι ο Χίτλερ είχε προγράψει τους τσιγγάνους, όπως ακριβώς και τους εβραίους, ενώ είχε π.χ. αποφασίσει να κρατήσει τους νέγρους σαν «υποζύγια» στην αυτοκρατορία των ονείρων του, την «Γκερμάνια». Δεν ήταν, δηλαδή, το χρώμα των τσιγγάνων που του έφταιγε. Δεν μπορούσε να υποφέρει την τσιγγάνικη φιλοσοφία ζωής, αυτή τους την λατρεία στην τόσο ακριβά πληρωμένη ελευθερία τους.
Αν οι τσιγγάνοι σε καταθλίβουν, ψάξτο λίγο μήπως είσαι κρυφοφασίστας.
Δεν κρύβω ότι είμαι «πρεζάκιας» με την τσιγγάνικη μουσική. Όλων των χωρών. Μια από τις ανεπανάληπτες εμπειρίες της ζωής μου ήταν όταν βρέθηκα με τη γυναίκα μου, σε τσιγγάνικο στη Μόσχα, το 1980, καλεσμένος της οικογένειας Ντεμέτρ. Η οικογένεια αυτή είναι πολύ διάσημη στη Ρωσία για τις μουσικές της επιδόσεις. Ο πατέρας είναι και καθηγητής πανεπιστημίου, που φιλοξενούσε εμένα. Η γνωριμία αυτή έγινε αιτία να ζήσω στιγμές, που δεν επιχειρώ να τις περιγράψω, γιατί οι ικανότητές μου δεν φθάνουν.
Για μένα, η τσιγγάνικη μουσική είναι το ανεκτίμητο δώρο της αρχαίας αυτής φυλής προς το γένος των ανθρώπων. Βέβαια, δεν είναι «εύκολη» μουσική. Η φοβερή της δύναμη, το πάθος της, η άρνηση κάθε φραγμού, τρομάζει τις αδύναμες, ψιλικατζίδικες ή, ανελεύθερες ψυχές. Δεν είναι για όλους. Υπάρχουν ακόμα μέρη, όπου οι μυημένοι μπορούν να ζήσουν τη μυσταγωγία της τσιγγάνικης μουσικής. Από την Ανδαλουσία μέχρι το Ιρκούτσκ, από το Αμβούργο και τη Βουδαπέστη, μέχρι το Αλγκάρβε, η τσιγγάνικη μουσική ζει και θα ζει, όσο υπάρχουν άνθρωποι, που μπορούν και αντέχουν να συμπυκνώσουν τη ζωή μέσα σε λίγα λεπτά έκστασης.
Ακόμα και στην Αθήνα της σάχλας, δεν είναι αδύνατο να ακούσεις τσιγγάνικο ήχο. Βέβαια, τα κουτούκια, όπου κάποτε, τις μικρές ώρες, τελειώναν όλα τα συμβατικά σουξεδάκια και χαμήλωναν τα φώτα κι ερχόταν, μέσα σε κατανυκτική σιγή, η ώρα του γύφτου, όλο και λιγοστεύουν σε όλη την Ευρώπη. Τα περισσότερα χάθηκαν, μετά απ΄εκείνα τα παράξενα, μαγικά και τραγικά μαζί χρόνια του μεσοπολέμου.
Σήμερα, το να ακούσεις ζωντανή τσιγγάνικη μουσική, ειδικά στην Ελλάδα, είναι περιστασιακή και αβέβαια υπόθεση. Ειδικά ο ΔΙΕΘΝΗΣ τσιγγάνικος ήχος, έστω και παραλλαγμένος και με πολλές προσθήκες από άλλες τεχνοτροπίες, εκπροσωπήθηκε τα τελευταία χρόνια κύρια από τον μεγάλο Κώστα Χατζή. Βέβαια, ο Χατζής είναι «ένας αλλά λέοντας». Και συνεχιστής του, τη στιγμή αυτή, δεν υπάρχει.
Όσο για τον Αγγελόπουλο, το θέμα της διαδοχής του είναι λίγο διαφορετικό. Δεν είναι θέμα τεχνοτροπίας, γιατί η τεχνοτροπία του πρόωρα χαμένου «Γύφτου» βρίσκεται πολύ κοντά προς το βασικό αυτό ελληνικό ύφος, που λέμε «βαρύ λαϊκό». Εδώ, το δύσκολο είναι να βρεθεί ΦΩΝΗ και προσωπικότητα, σαν του Αγγελόπουλου. Τα χαρισματικά άτομα, που αιχμαλωτίζουν την λαϊκή ψυχή, δεν γεννιούνται κάθε μέρα. Όμως, η τσιγγάνικη φυλή είναι ανεξάντλητη σε ταλαντούχους ανθρώπους. Θα τον βγάλει τελικά και τον νέο Μανώλη Αγγελόπουλο, αυτό είναι βέβαια. Πάντα οι τσιγγάνοι αναπληρώνουν τους βασιλιάδες που χάνουν.
Δεν μένει, λοιπόν, παρά να μακαρίσουμε τον μεγάλο τσιγγάνο καλλιτέχνη, που έφυγε από κοντά μας. Να τον μακαρίσουμε γιατί έζησε και πέθανε τριγυρισμένος από την αγάπη των ανθρώπων, αγάπη γνήσια και δυνατή, «τσιγγάνικη», και γιατί δεν θα ξεχαστεί ποτέ...
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.