Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Άραγε το κυνήγι της ευτυχίας οδηγεί στην ευτυχία; Μέρος Ι



Η απόλαυση γίνεται σχεδόν ηθική μου υποχρέωση και νιώθω ένοχος όταν δεν απολαμβάνω.
Από τη Μάρω Μπέλλου, Ψυχολόγο – Ψυχοθεραπεύτρια, Msc στην Ιατρική Ψυχολογία
Παρακάτω παρουσιάζεται ένας οδηγός ναυτιλωμένων προς την δυστυχία. Πρόκειται για ένα εγχειρίδιο με τεχνικές ώστε ο καθένας μας να μπορεί να δημιουργεί την δυστυχία του μόνος του ή και παρέα με άλλους. Γιατί για να είσαι δυστυχής χρειάζεται προσπάθεια. Δεν είναι απλά το πεπρωμένο.
Οι οδηγίες που ακολουθούν μας δείχνουν τον δρόμο προς την μεθοδική αναζήτηση της δυστυχίας. Έτσι, αν γνωρίζουμε τον δρόμο μπορούμε πάντα να τον επιλέγουμε. Και πώς γίνεται αυτό; Θα αντιστρέψουμε τους όρους σε μία φράση του Λέον Τολστόι, ο οποίος είπε: «αν θες να είσαι ευτυχισμένος, απλά γίνε!». Εμείς θα εστιάσουμε στο εκ διαμέτρου αντίθετο: «αν θές να είσαι δυστυχισμένος, απλά γίνε!». Στο χέρι σου είναι.
Να σε κάψω Γιάννη μ’, να σ’ αλείψω λάδι.
Ο δρόμος της δυστυχίας δεν χρειάζεται να είναι μοναχικός. Όλοι μπορούμε να βρούμε συμμάχους που θα μας βοηθήσουν σε αυτό το έργο. Αρκεί να επιλέξουμε τους κατάλληλους.
Ο Bateson χρησιμοποίησε έναν σαφή διαχωρισμό που μπορεί να είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στην σύγκρουσή μας με οποιονδήποτε παρτενέρ. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι στην επικοινωνία υπάρχουν δύο διαφορετικά επίπεδα: το επίπεδο του αντικειμένου και το επίπεδο της σχέσης. Ας πάρουμε το παράδειγμα με το σκόρδο: την στιγμή που πλησιάζω το σύντροφό μου, ώστε να του αποσπάσω ένα παθιασμένο φιλί, μία δυσάρεστη οσμή αναδύεται από την αναπνοή του. Σε επίπεδο αντικειμένου, «η μυρωδιά μού είναι δυσάρεστη». Σε επίπεδο σχέσης, «θέλω να σε φιλήσω». Ο σύντροφός μου που θέλει άνευ όρων αποδοχή, θα αντιδράσει: «αν με αγαπούσες πραγματικά, θα το άντεχες. Η δυσφορία σου είναι τρανή απόδειξη ότι δεν με αποδέχεσαι για αυτό που είμαι». Φτάνει, δηλαδή, να μπλέξουμε αυτά τα δύο επίπεδα μεταξύ τους και η παρεξήγηση δεν είναι μόνο ένα διακαής πόθος, αλλά πραγματικότητα.

Μία άλλη πολύ χρήσιμη τεχνική είναι η «μέθοδος να τρελάνεις τον άλλον». Η εφαρμογή της είναι απλούστατη: παρουσιάζουμε στον παρτενέρ μας ένα δίλημμα και τον προτρέπουμε να επιλέξει με την «ψευδαίσθηση της εναλλακτικής λύσης». Με άλλα απλά λογια, «να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι». Το ακόλουθο παράδειγμα είναι πολύ διαφωτιστικό προς αυτή την κατεύθυνση. Ας σκεφτούμε την καθημερινή κατάσταση στην οποία ο παρτενέρ μου θέλει να τα βρούμε. Μου λέει στην ουσία: «σε παρακαλώ, το ξέρεις ότι σε αγαπώ πραγματικά. Αν τα βρούμε τώρα θα σου είμαι απολύτως αφοσιωμένος. Όμως, αν σου περάσει από το μυαλό να με απορρίψεις, μπορεί να χάσω τον έλεγχο και να σου κάνω την ζωή μαρτύριο!». Η παγίδα εδώ είναι ότι δεν έχω να κάνω με μία καθαρή επιλογή.  Το πρώτο σκέλος του μηνύματος περί αληθινής αγάπης, αναιρείται από το δεύτερο. Γιατί πως γίνεται κάποιος να με αγαπάει και παράλληλα να θέλει να με βλάψει, αν του πω όχι;
Όταν η απόλαυση γίνεται καθήκον
Μία γυναίκα λέει στον σύζυγό της: «αγάπη μου πολύ σφιχτή έχει γίνει η συμπεριφορά σου τώρα τελευταία. Μα επιτέλους, γίνε αυθόρμητος!». Εδώ υπάρχει μία παγίδα, γιατί πώς μπορώ να γίνω «αυθόρμητος» κατόπιν παραγγελιάς; Πώς μπορεί μία συμπεριφορά να είναι αυθόρμητη όταν εμφανίζεται έπειτα από μία προστακτική («γίνε αυθόρμητος!»);
Αν ξεπεράσει κανείς την παραδοξολογία του παραπάνω παραδείγματος, μπορεί στην συνέχεια να διαπιστώσει ότι όλοι λίγο -πολύ βρισκόμαστε υπό το κράτος αυτού του κελεύσματος: «Απολαύστε!». Τώρα πλέον έχουμε χειραφετηθεί από τις απαγορεύσεις του παρελθόντος. Αντί αυτών υπάρχει ένα πλέγμα προτροπών, όπου το ζητούμενο είναι πώς θα πολλαπλασιάσει κανείς τις εμπειρίες της απόλαυσης. Υπάρχει ένας καταναλωτισμός της απόλαυσης που τελικά η ίδια περιορίζεται περισσότερο από ποτέ.
Σε μία εποχή όπου όλα επιτρέπονται πώς γίνεται εγώ να μην απολαμβάνω; Η απόλαυση έτσι γίνεται σχεδόν ηθική μου υποχρέωση και νιώθω ένοχος όταν δεν απολαμβάνω. Δεν νιώθω πια ένοχος επειδή παραβιάζω ηθικές απαγορεύσεις επιδιδόμενος σε παράνομες απολαύσεις, αλλά επειδή μου είναι αδύνατον να απολαύσω.
Ποια είναι λοιπόν η θέση του αυθορμητισμού, όταν η απόλαυση γίνεται σχεδόν μία καταναγκαστική πράξη; Γιατί αν το σκεφτούμε λογικά, όπου υπάρχει αυθορμητισμός δεν υπάρχει καταναγκασμός και τ’ ανάπαλιν, καθώς πρόκειται για δύο έννοιες ολοσδιόλου ασυμβίβαστες. Πώς μπορώ να απολαμβάνω αυθόρμητα, όταν οφείλω στον εαυτό μου να είμαι ευτυχισμένος; Κι αν μία μέρα η διάθεσή μου τυχαίνει να είναι μελαγχολική, αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να το επιτρέψω στον εαυτό μου. Αν επιθυμία μου είναι να μην λοξοδρομήσω από το μονοπάτι στης δυστυχίας, χρειάζομαι επιπλέον ενοχές και πίεση που δεν νιώθω καλά. Η συνταγή είναι πολύ απλή: αρκεί να κάνω την απόλαυση καταναγκασμό και όταν δεν απολαμβάνω να νιώθω ενοχές για αυτό.
Ανατομία της επιθυμίας
Ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να περιπλέξω την  σχέση μου με τους άλλους είναι μέσα από την τεχνική: «διυλίζω τον κώνωπα και καταπίνω την κάμηλον». Η αγάπη που τρέφει ο παρτενέρ για μένα είναι ένα μυστήριο, «δεν μπορεί, κάποιο λάκκο έχει η φάβα». Και επειδή χρειάζομαι διαβεβαιώσεις, το ψάχνω λίγο παραπάνω και τον ρωτάω: «Λες ότι με αγαπάς. Όμως, τι είναι σε μένα αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι έτσι; Τι βλέπεις σε μένα που σε κάνει να με επιθυμείς κατ’ αυτόν τον τρόπο;». Με άλλα λόγια, βάζω στο μικροσκόπιο τα αισθήματά σου για μένα, μήπως καταφέρω να τα συλλάβω κι εγώ ο ίδιος.
Γιατί πώς γίνεται να με αγαπάς, έναν άνθρωπο ανάξιο αγάπης; Για να σου συμβαίνει αυτό, κάτι πάει στραβά με σένα. Το να μ’ αγαπάς, σε μένα δείχνει ότι δεν αξίζεις την αγάπη μου. Μία «αλά Δον Ζουάν» συμπεριφορά συμπυκνώνεται στην εξής φράση: «Αν γίνετε δική μου, τότε χάνω με την κατάκτησή σας αυτήν που λατρεύω». Κι εκεί είναι που ανοίγω τα πανιά μου στην αναζήτησή ενός άλλου αντικείμενου προς κατάκτηση. Μέχρι που θα το κατακτήσω και αυτό και θα αναγκαστώ στην συνέχεια να το αφήσω κ.ο.κ.  Πρόκειται για μία διαδρομή παρόμοια με αυτή του γάιδαρου που προσπαθεί να δαγκώσει το καρότο. Και η διαδρομή συνεχίζεται…
Στις σχέσεις συμβαίνει πολύ συχνά το πρωταρχικό ερώτημα της επιθυμίας να μην είναι ευθύ. Δεν αναρωτιέμαι, λοιπόν,  «τι θέλω;», αλλά, «τι θέλει ο άλλος από μένα;», «τι είμαι εγώ για αυτόν τον άλλον;» και «μα τι επιτέλους βλέπει σε μένα;». Εδώ, κατά τον Λακάν, βρίσκεται το αδιέξοδο της ανθρώπινης επιθυμίας: «Η επιθυμία είναι επιθυμία του άλλου». Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι δυσκολεύομαι να διακρίνω ανάμεσα σε αυτό που είμαι  και αυτό που επιθυμεί ο άλλος από μένα. Τα δικά μου θέλω μπερδεύονται με τις προσδοκίες του παρτενέρ μου. Αυτό που επιθυμώ είναι ο άλλος να με επιθυμήσει.
Όπως άλλωστε λέει και μία ελληνική παροιμία «καλύτερα να είσαι η αγάπη ενός γέρου παρά η σκλάβα ενός νέου». Με αγαπούν, άρα υπάρχω. Επομένως μία δοκιμασμένη τεχνική για την επίτευξη της δυστυχίας στις σχέσεις μας με του άλλους είναι να αντιστρέψουμε τους όρους που χρησιμοποίησε ο Έριχ Φρομ για την ώριμη αγάπη. Αντί να «σε χρειάζομαι επειδή σ’ αγαπώ», θα «σ’ αγαπώ επειδή σε χρειάζομαι».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.