Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Η Κυκλώπεια


Του Δημήτρη Λιαντίνη
(από το βιβλίο «Γκέμμα») per la spietata e perfida noverca.
Μέρος 1 ον
Είναι και η ιστορία του Κύκλωπα μια γραμμική γραφή στις πινακίδες της Πύλου. Αν είναι για να την αποκρυπτογραφήσεις, θα αναγκαστείς να βουτήξεις σε βαθιά νερά. Πιo βαθιά απ’ ό,τι βούτηξες στην ιστορία της Κίρκης. Εδώ το φροντιστήριο χρειάζεται να ’ναι διεπιστημονικό.
Πρέπει η αρμάδα σου να ’ναι λαμπρή και τρικάταρτη. Για την επιχείρηση δε δικάνε οι στρατιώτες μόνο και οι λοχαγοί. Τέτοιος πόλεμος είναι πολύ σπουδαία υπόθεση, παρά ώστε να τον εμπιστευθούμε στους στρατηγούς, που έλεγε ένας συνετός πολιτικός.
Και κύρια δεν πρέπει να μας ξεφύγει το ασήμαντο. Γιατί τότε αλλίμονο στη χώρα.
Το ελάχιστο θα σώσει το πλείστο. Σύμφωνα και με το παλιό υποβλητικό σχήμα του πολύπειρου γυρολόγου: Για το καρφί εχάθηκε το πέταλο, για το πέταλο εχάθηκε το άλογο, για το άλογο εχάθηκε ο ιππέας, για τον ιππέα εχάθηκε η μάχη, για τη μάχη εχάθηκε ο πόλεμος, για τον πόλεμο εχάθηκε η αυτοκρατορία.
Ν’ αρχίσουμε, λοιπόν μέτρια, που λέει ο Ερωτόκριτος.

Εκαθότανε μια φορά κοντά στα βούρλα, δίπλα σε μια πηγή, η Μέριμνα. Cura τη γράφει ο Λατίνος μυθοποιός. Κι εμείς οι νεοέλληνες τη νε λέμε Φροντίδα ή Έγνοια.
Η Μέριμνα εσύμπαιζε στα δάχτυλά της τον πηλό.
Και με το χάζι και το παίζοντας έπλασε ένα αγαλματάκι. Εστεκόταν και το θωρούσε.
Περνάει τότε ο Δίας και τη νε βλέπει με το παιχνίδι της.
- Καλώς τα πολεμάς, βασιλαρχόντισσα, τη χαιρετάει.
- Καλό νά ’χεις, κι η αφεντιά σου, τον αντιχαιρετάει.
- Και σαν τί τάχατες καμώματα σκαρώνεις αυτού δα;
- Να! Του λέει η Μέριμνα. Επιάστηκα να κάμω ένα πλασματάκι. Αλλά το καημενούλι μου είναι ξερό και άλαλο. Εσύ, πού ’σαι ο άρχος κι ο ταγός σε ούλα, κάμε να το φυσήξεις. Να ψυχωθεί και να μιλήσει. Για να σε προσκυνάει ύστερα.
- Μετά χαράς, αρχοντοπούλα μου, της απαντάει ο Δίας. Πιάνει, φυσάει τη λάσπη. Κι αμέσως το πλάσμα ζωντάνεψε.
Καθόντανε και οι δύο, και χαίρουνταν το έργο τους.
- Και πώς να το βαφτίσουμε; Ρωτά η Μέριμνα. Λέω να του δώσω τ’ όνομά μου. Εγώ δεν το ’πλασα;
- Όχι, και να σου λείπει η χάρη! της κραίνει ο Δίας. Το δικό μου τ’ όνομα θα δώσουμε. Γιατί εγώ του φύσηξα ζωή.
Έτσι, επιάστηκαν οι δύο θεοί, και τράβαγαν, ο ένας από δω ο άλλος από κει. Δεν έβρισκαν την άκρη. Τότε σηκώνεται από τα χώματα η Γη, η Humus, και με το στόμα του Κρόνου δικάζει, και δίνει τη λύση.
- Ούτε το δικό σου, ούτε το δικό σου. Το δικό μου όνομα θα λάβει, εδίκασε. Εσύ, Μέριμνα, που το ’πλασες, θα το δυναστεύεις και θα το κατέχεις σε όλη του τη ζωή. Εσύ, Δία, που τού ’δωκες ζωή και γνώση, θα το οδηγάς και θα πλουταίνεις το μυαλό του. Για να σε δοξολογά, και να σε σέβεται. Κι όταν θα πεθαίνει, η πνοή του θα γυρίζει σε σένα. Το όνομα όμως θα το λάβει από μένα. Γιατί από δικά μου στοιχεία συντελέστηκε. Εξ ων συνετέθη. Έτσι θα λένε. Και σαν στερέψει ο χρόνος που του ορίστηκε, πάλι σε μένα θα ξαναγυρίζει. Και εις γην απελεύσει. Έτσι θα λένε. Από μένα λοπόν, τη Humus , θα το φωνάξουμε homo. Που πάει να ειπεί άνθρωπος.
Από τις τρεις κατανομές του μύθου εμείς θα κρατήσουμε την πρώτη. Γιατί αυτή έχει το μάμαλο. Όπως συμβαίνει και με τις κατανομές των βουλευτικών εκλογών.
(Οι υπουργοί κι οι βουλευτάδες, που μας κυβερνούν, όλη τους τη φαιά ουσία τη σπαταλάνε στον εκλογικό νόμο. Αυτοί, μάτια μου, δεν είναι για να νοιαστούν τον τόπο. Αυτοί είναι μάγεροι μόνο. Και αρχιμάγεροι και αρχιτρίκλινοι. Το μόνο που τους πονάει είναι ο εκλογικός νόμος, οι τρεις κατανομές, το βουλευτιλίκι τους. Το σαμάρι του γάιδαρου, δηλαδή, με το στρώμα, τη μπροστελίνα, τα κολιτσσάκια, τις σαμαροπαϊδες του. Ο γάιδαρος ας ψοφήσει. Η δική τους Μέριμνα δε φτάνει μακρύτερα από την κοιλιά και τα σκέλια τους).
Το ότι όρισε λοιπόν, η φύση τη ζωή μας να την κατέχει η μέριμνα είναι εύκολο να το καταλάβουμε. Αρκεί να ρίξουμε ένα βλέμμα στους σκοπούς που θα νοήσει ως τη στιγμή που θα τα κλείσει, περνά τη ζωή του μέσα σε στόχους.
Κάθε φορά που θα πετύχουμε το στόχο που έχουμε, αμέσως έχει εμφανισθεί στον ορίζοντα καινούργιος. Η ζωή μας είναι μια παραπομπή σε συνεχώς εμφανιζόμενους στόχους, κατά το ακόλουθο σχήμα.
Πρώτο επίπεδο. Να τελειώσω το λύκειο, να πετύχω στις πανελλήνιες, να λάβω το πτυχίο, να βρω δουλειά, να παντρευτώ, να γεννήσω ένα ή δύο παιδιά, να χτίσω σπίτι, ν’ αγοράσω αυτοκίνητο, να κάνω διακοπές στη Σιθωνία.
Δεύτερο επίπεδο. Να χτίσω και εξοχικό, να βελτιώσω τους τροχούς μου από τη Φάου – Βε στη Μπι – Εμ – Τάμπλιγιου, να κάνω διακοπές στην Καζαμπλάνκα, να γραφτώ και στους μασόνους.
Τρίτο επίπεδο. Ν’ αποχτήσω κοινωνική επιφάνεια, να δημοσιογραφήσω στον κίτρινο τύπο, να ιδούν ο κόσμος τη μουσούδα μου και στο τελεβίζιο, να θαγμάξουν, να διασκεδάσω στο καμπαρέ του Παρισιού «Λατινικός Παράδεισος».
Τέταρτο επίπεδο. Εδώ οι γεύσεις είναι ντελικάτες, οι επιδόσεις ανώτερες, και η τεχνολογία προηγμένη. Να δικτυωθώ σε διασυνδέσεις διεθνείς, να γίνω μέλος της Ακαδημίας των αθάνατων κρανίων, της ζωντανής κοκαλίστρας, αλλιώς, νά ’χω οδηγό στη λιμουζίνα μου, νά ’χω και τη φρουρά μου από γορίλλες και χωροφυλάκους, να δοκιμάσω και τη λεγόμενη «δημιουργική μοιχεία», μέσω ειδικών πολυτελών γραφείων. Τον περίφημο, Schopferischen Ehebruch που λένε οι Γερμανοί.
Μ’ ένα λόγο, οι συνεχώς εμφανιζόμενοι νέοι στόχοι κάνουν τη ζωή μας κάπως όμοια με την Ανάβαση των Μυρίων από τις Σάρδεις στα Κούναξα, και από τα Κούναξα στο «θάλαττα θάλαττα» του Ξενοφώντα. Κάθε στόχος στην πορεία μας είναι κι ένας σταθμός. Και η απόσταση ανάμεσα στους σταθμούς μετριέται με παρασάγγες. Τριάντα στάδια ο καθένας. Ήγουν χιλιόμετρα πέντε κόμμα τέσσερα.
Έρχεται, λοιπόν, μια ωραία πρωϊα στις δυσμές του βίου μας, κι έχουμε θέσει ακόμη ένα σκοπό. Όμως ο σκοπός αυτός βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Γκρεμιζόμαστε απότομα μέσα στον άπατο χάνδακα του θανάτου μας, κι έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας αντίκρα. Τί τύφλωση! Πεθαίνουμε, δηλαδή, χωρίς να καταλάβουμε ότι πεθάναμε. Όπως ακριβώς εζήσαμε, χωρίς να υπάρξουμε (Ζει το ζώο, υπάρχει ο άνθρωπος).
Μ’ ερωτάς πώς έζησα χωρίς να υπάρξω; Μα είναι απλό. Γιατί στην προσπάθεια και στον αγώνα μου να πετύχω όλους τους στόχους που συνεχώς έθετα, ήμουν τόσο απορροφημένος από τη φροντίδα τους, ώστε δεν είχα μάτια για τίποτα βαθύτερο. Και αυτό είναι το νόημα των λόγων που είπε ο Κρόνος στη Μέριμνα: «Κι εσύ, Μέριμνα, θα τον κατέχεις και θα τον δυναστεύεις όσο ζει».
Αλλά εδώ ακριβώς είναι το στίγμα και η στιγμή, που εμφανίζεται το σύμπτωμα του υποστασιακού μας καρκίνου. Κοιτάζει ο στοχαστής γιατρός την ακτινογραφία του πνευματικού μας θώρακα, και με μια μελαγχολική ηρεμία ψιθυρίζει σιγά:
- Μωρέ μπράβο σου! Πού το ’κονόμησες ετούτο το παράσημο; Κι είσαι μόλις 18 χρονώ!
Η παραβολή σημαίνει: Απορροφημένοι από τους στόχους και τη μέριμνα να τους πετύχουμε, λησμονούμε πως η ζωή μας είναι και κάτι άλλο. Κάτι περισσότερο από μια κίνηση μπίλιας σε λεία επιφάνεια. Και μη νομίζεις ότι, αν πας στην Επίδαυρο να ιδείς Αισχύλο, ή αν ακούς τα βράδυα μουσική δωματίου, κυλάς έξω από αυτή τη λεία επιφάνεια.
Η μέριμνα δε μας αφήνει να σκεφθούμε πάνω σε κάποια ερωτήματα ουσίας και βάσης: Ποιοί είμαστε, από πού ερχόμαστε, για πού τραβάμε; Γιατί πεθαίνουμε; Τί θα γίνουμε όταν πεθάνουμε; Ποιός όρισε τέτοια τη φύση και τη μοίρα της ζωής μας; Και τι λογής είναι αυτός που όρισε τέτοια; Γιατί υπάρχει το φυσικό κακό και το ηθικό κακό; Το malum physicum και το malum morale, που λένε; Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε αποτελεσματικά τον άνθρωπο με βάση τη γνώση, και όχι με βάση την ψευτιά και το δόλο; Μήπως η ζωή μας γίνεται να γίνει αλλιώτικη; Και τι πρέπει να κάνουμε για να πετύχουμε αυτό το έργο της ανάγκης;
Αυτά τα βαθύτερα προβλήματα τα βλέπουμε όλοι και τα βρίσκουμε απλά. Όπως βλέπουμε συνηθισμένη την κορυφή του Έβερεστ με μάτι τόσο αυτονόητο. Για δοκίμασε όμως, παλικαρά μου, να την ανεβείς!
Και αυτό είναι το κακό. Η δυσκολία τους μας σπρώχνει να τα προσπερνάμε. Ή να τα λύνουμε με μια μονοκοντυλιά. Εννοώ ότι υιοθετούμε αμέσως και αβασάνιστα τις ακαταμέτρητα γελοίες παραστάσεις που φυτεύουν μέσα μας.
Συμπεράσματα. Η αδιάκοπη μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους που θέτουμε, σκεπάζει τη ζωή μας έτσι, ώστε όλα τα βαθύτερά της να βυθίζουνται στο σκότος. Μπαίνουμε σ’ ένα είδος οντολογικής ομίχλης, που κρύβει το τοπίο της ύπαρξής μας. Και να ζεις μες στη λήθη σημαίνει ότι δε ζεις στην α-λήθεια.
Τι είναι η αλήθεια; Είναι εκείνο που βλέπεις και ζεις, όταν αναδυθείς από τη λήθη. Το α- είναι στερητικό. Η αλήθεια είναι το έξω από τη λήθη, που μέσα της μας βυθίζει συνέχεια η μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους μας.
Ζώντας μέσα στην οντολογική λήθη ζούμε σαν πεθαμένοι. Τούτη τη ζοφερή πραγματικότητα οι ποιητές την ιστόρησαν ανάγλυφα και ζαλιστικά. Θυμηθείτε τον Έλιοτ της Έρημης Χώρας. Κάθεται σ’ ένα γιοφύρι του Τάμεση, παρατητεί όλους αυτούς που τρέχουν στη δουλειά τους με τη φροντίδα της, και βλέπει νεκρούς να περπατάνε. Για την Αθήνα μας, λ.χ., με το ανάλογο μάτι θά ’βλεπες στην οδό Πανεπιστημίου μέρα νύχτα στρατιές από κυλιόμενα φέρετρα.
Ανύπαρκτη πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν τό ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς…
Είναι γνωστό ότι ο Έλιοτ αυτή την εικόνα των νεκρών στο γιοφύρι της Λόντρας τη δανείστηκε από το Δάντη. Ο μεγάλος Φλωρεντίνος φτάνει σε μια κοιλάδα στην Κόλαση, και βλέπει τόσες σκιές πεθαμένων, που παγώνει το αίμα του. Το στόμα του γίνεται παπούτσι με γλώσσα. Όταν τον συνεφέρνει ο Βιργίλιος, καταφέρνει να αρθρώσει: πόσοι νεκροί, θεέ μου! Δεν είχα σκεφτεί ότι ο θάνατος έχει ξεκάνει τόσους πολλούς.
Πάνω σ’ αυτή την άλλη όψη της πραγματικότητας δεν έχουμε εικόνα. Γιατί η μελέτη της ιστορίας κακόμαθε τη σκέψη μας να σταματάει σε πρόσωπα που μετριούνται.
Λέμε, για παράδειγμα. Κάννες ίσον ο ανόητος ύπατος Τερέντιος Ουάρρων. Στάλινγκραντ ίσον ο τραγικός στρατάρχης φον Πάουλους και ο Γκαίρινγκ που τον πήρε στο λαιμό του. Για προσπάθησε όμως να ιδείς έναν – έναν τους πενήντα χιλιάδες Ρωμαίους λεγεωνάριους και ιππείς που έπεσαν στις Κάννες, ή τους ενενήντα χιλιάδες στρατιώτες που πάγωσαν στο Στάλινγκραντ; Και που ο καθένας τους σαν ύπαρξη βαραίνει όσο ο Ουάρρων και ο φον Πάουλους!
Και κατά προέκταση, για προσπάθησε να αντικρύσεις όλους τους ανθρώπους της γης που έχουν πεθάνει από την εποχή των τελευταίων παγετώνων μέχρι σήμερα; Και βέβαια που θα παγώσει το αίμα σου, σαν του Δάντη.
Όταν, λοιπόν, κάτω από την πίεση της μέριμνας ζούμε σ’ αυτή την οντολογική λήθη, είμαστε στην ουσία πεθαμένοι και ανύπαρκτοι. Όπως ουσιαστικά είμαστε ανύπαρκτοι ο κάθε Έλληνας για τους κατοίκους της Γουατεμάλας.
Και για να το ειπώ αντίστροφα. Σε ρωτώ, αναγνώστη μου, ποιόνε ξεύρεις από τα είκοσι εκατομμύρια της Πόλης του Μεξικού; Ποιόνε ξεύρεις απο τη χώρα του Πακιστάν με τα εκατόν δέκα εκατομμύρια της; Κανέναν.
Έξω από τις πέντε δέκα εκατοντάδες ανθρώπους που γνωρίζουμε και μας γνωρίζουν, ο καθένας από μας για τους άλλους κι ο καθένας από τους άλλους για μας είναι ο κανένας. Και ταχιά θα λείψουν κι αυτές οι πέντε δέκα εκατοντάδες.
Λίγο ακόμη και θα τα ξεχάσεις όλα,
Λίγο ακόμη και θα σε ξεχάσουν όλα,
που έλεγε ο Μάρκος Αυρήλιος.

ΠΗΓΗ
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.