Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

«Για το Λενάκι μου»

«Κι ας μην είμαι εκεί, μαζί σου… να ξέρεις πως θα σε συντροφεύω το βράδυ που θα τσουγκρίζεις  ένα ποτήρι με ρετσίνα και θα τρως τον αγαπημένο μου μεζέ. Αχινοσαλάτα με μπόλικο λεμονάκι… Εκεί, στο ταβερνάκι πάνω στα βότσαλα. Στην Αστυπάλαια. Πιες για μένα. Να’χω καλά ταξίδια και γαληνεμένες θάλασσες. Βαρέθηκα τις φουρτούνες και τα κύματα. Θέλω ν’ αράξω σ’ ένα απάνεμο λιμανάκι που θα στραφταλίζουν στα νερά του, χιλιάδες χρυσά καθρεφτάκια…»

Το Λενάκι μας ήταν αντράκι. Το γιατρό που δεν τόλμησε να της πει την αλήθεια, τον έλουσε με κοσμητικά του λιμανιού. Πήρε πάνω της την ευθύνη της αρρώστιας, ανέβηκε με αξιοπρέπεια τον Γολγοθά με τις χημειοθεραπείες, την άλλη μέρα ήταν στο πόστο της στη δουλειά και έκανε καλαμπούρι με όλους μας. Τα τσιρότα και τις γάζες στο λαιμό της, τα διακωμωδούσε με σαρκασμό «Κόπηκα στο ξύρισμα ρε παιδιά!!!.. Είπα να τα πάρω κόντρα σήμερα και ιδού τα ολέθρια αποτελέσματα!».


Κρατήθηκε παλικαρίσια για δυο χρόνια. Να περάσει η μικρή της στη σχολή που ονειρευόταν. Να της εξασφαλίσει το ποσόν που χρειαζόταν για να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Για να έχει ένα στόχο κι ένα πείσμα,  που θα τη συντρόφευαν τις δύσκολες ώρες του πόνου. Μια μέρα με κάλεσε σπίτι της. Είχα να τη δω καιρό γιατί είχε υποτροπιάσει κι είχε πάρει άδεια επ’ αόριστον. «Θα’ρθεις; Να δεις και τη νέα μου κόμμωση!». Ζορίστηκα. Δεν ήμουν έτοιμη γι αυτή τη συνάντηση. Την ήθελα αλλά τη φοβόμουν. Επιστράτευσα τα λιγοστά απομεινάρια χιούμορ που μου είχαν απομείνει και της έστειλα ένα μήνυμα. «Αν η συνάντηση θα περιλαμβάνει επίσημο γεύμα, με γαλλικά κρουασάν βουτύρου, πουγκάκια με τέσσερα τυριά, φουά γκρα  χήνας (που ανάθεμα αν είχα ιδέα τι ήταν!) και γαλλική σαμπάνια, θα δεχτώ την πρόσκληση!».


Με τη δύναμη που της έδινε το αστείρευτο χιούμορ της και το πάθος της για ανατροπές και εκπλήξεις, μου ετοίμασε ένα τραπέζι, όπως ακριβώς της το είχα παραγγείλει. Ήταν ήδη στο τελευταίο στάδιο και τα πόδια της δεν την κρατούσαν για πολλή ώρα όρθια. Είχε φροντίσει να παραγγείλει όλα τα υλικά απ’ το σούπερ μάρκετ, μαγείρεψε,  έβαλε τα καλά της, στόλισε το τραπέζι και με υποδέχτηκε μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο. «Είσαι θεότρελη!!!», της είπα σαστισμένη. «Σκάσε και τρώγε! Θα τα φας όλα! Είναι η παραγγελιά σου!», μου είπε θυμωμένη. Δεν μιλήσαμε καθόλου για τον απρόσκλητο επισκέπτη στη ζωή της.  Φάγαμε, γελάσαμε, θυμηθήκαμε αστείες στιγμές στο γραφείο, κουτσομπολέψαμε, μιλήσαμε για διακοπές, για το ταξίδι στην Αστυπάλαια, που της είχα γανώσει το κέρατο να πάμε παρέα. «Φιλενάς, αρχές Ιουνίου, πρώτα ο Θεός, σουλατσάρουμε στην παραλία της Μαλτεζάνας και μαζεύουμε αχινούς και χταπόδια! Υπόσχεση!». Το είπε δυνατά, σα να έστελνε τελεσίγραφο  σε μια αόρατη δύναμη που αφουγκραζόταν τη συζήτησή μας.


Πέταξε σα γλάρος ψηλά ύστερα από  μερικούς μήνες. Μου έγραψε ένα μήνυμα, γιατί δεν είχε πια φωνή να μιλήσει. Παρακαταθήκη τα λόγια της. Μεγαλείο η δύναμη της. Άφησε παραγγελιές σε όλους μας. Για την κόρη της, το σπίτι της, μέχρι και για τις εκκρεμότητες στο γραφείο. Ευχαρίστησε όλους όσους της στάθηκαν στο μοναχικό της αγώνα κι έσβησε ένα κρύο ξημέρωμα του  Μάρτη.


Αν έχω μια μικρή περιουσία  να πορεύομαι στη ζωή μου και να αντλώ δύναμη και αισιοδοξία, είναι οι προσωπικοί μου ήρωες, που ο Θεός με αξίωσε να γνωρίσω στη ζωή μου. Αν υπάρχει ορισμός της παλικαριάς, τότε ανήκει επάξια σ’ όσους ζουν τη ζωή τους στο έπακρον και κάνουν άγρια παζάρια με το θάνατο, φεύγοντας  με το κεφάλι ψηλά. «Ευλογία να μη χαμηλώνεις το βλέμμα και να μην υποτάσσεις την ψυχή σου. Σε κανέναν κερατά!...», μου είχε πει κάποτε. Το τήρησε η θεότρελη! Στην εντέλεια!


Στο τσούγκρισμα που έκανα νοερά μαζί της εκείνο το καλοκαίρι, ένας γλάρος άραξε πάνω στην πλώρη μιας ψαρόβαρκας. Η ανάγκη μου να τη δω για λίγο;  Ίσως…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.