Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Μεγάλες πυρκαγιές στην Ιστορία

Στην ιστορία των ανθρώπων πάντοτε η πυρκαγιά ήταν σημειό αναφοράς.
Φωτιές σε δάση , πολιτείες ,κοινοβούλια καταγράφονται από τους ιστορικούς και μια τέτοια ερασιτεχνική προσπάθεια θα προσπαθήσω να κάνω και εγώ με πηγές διάφορες δημοσιεύσεις στο ιντερνετ και σκόρπιες σημειώσεις .

Φονικές πυρκαγιές σε δάση. 



















- Η φονικότερη καταγεγραμένη δασική πυρκαγιά φαίνεται πως ήταν εκείνη που σημειώθηκε στις 8 Οκτώβριο του 1871 στο Πεστάιγκο (Ουισκόνσιν, ΗΠΑ) και η οποία στοίχισε τη ζωή σε 1.125-1.200 ανθρώπους, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις.
Η πυρκαγιά, η οποία είχε εκδηλωθεί σε δάσος πολλές ημέρες νωρίτερα και ήταν οι θυελλώδεις άνεμοι που οδήγησαν τις φλόγες στην πόλη γύρω στις 8.30 το βράδυ εκείνης της Κυριακής. Χρειάστηκε μόλις μιάμιση ώρα για να γίνει ολόκληρο το Πεστάιγκο στάχτες. Το καταστροφικό έργο της πυρκαγιάς δεν σταμάτησε εκεί. Οι φλόγες ερήμωσαν άλλα 16 χωριά, διασκορπισμένα σε μια έκταση 5 εκατομμυρίων στρεμμάτων.

- Εβδομήντα οκτώ χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1949, 82 διασώστες έχασαν τη ζωή τους σε μεγάλη πυρκαγιά στο διαμέρισμα Λαντ της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Πυροσβέστες, εθελοντές και 23 στρατιωτικοί του 33ου Συντάγματος Πυροβολικού του Σατελρό παγιδεύτηκαν σε ένα τεράστιο «πύρινο σύννεφο», που προκάλεσε η αιφνίδια αλλαγή της κατεύθυνσης αλλά και της έντασης των ανέμων.

- Τον Μάιο του 1987, στην Κίνα η μεγάλη φωτιά του Μαύρου Δράκου σκότωσε, σύμφωνα με διαφορετικούς απολογισμούς, 119-220 ανθρώπους. Αφησε ακόμη πίσω της 102 τραυματίες, 51.000 αστέγους κι εκατομμύρια στρέμματα καμένου δάσους.

-Δυστυχώς η τέταρτη φονικότερη φωτιά σε δάσος ήταν η δικιά μας το προηγούμενο καλοκαίρι.


Η μεγάλη φωτιά της Ρώμης



















Οι φωτιές στη Ρώμη δεν ήταν, κάτι το ασυνήθιστο. Ηταν συχνότατες και για ψύλλου πήδημα λόγω της κατασκευής των κτιρίων και της πυκνής δόμησης της πόλης. Μάλιστα ο Κράσσος, γνωστός από τη συνωμοσία του Κατιλίνα, έτσι είχε χτίσει μεγάλο μέρος από την περιουσία του, ακολουθώντας τη φωτιά.

Το σχέδιο ήταν απλό και μεγαλοφυές - είχε ανθρώπους που τον ενημέρωναν για τις φωτιές στην πόλη, όποια ώρα της ημέρας και αν ήταν. Εμφανιζόταν λοιπόν εμπρός στους ιδιοκτήτες του καιόμενου σπιτιού με ζεστό χρήμα στα χέρια και παζάρευε την αγορά της γής τους. Όσο περνούσε η ώρα η τιμή έπεφτε και εκείνοι το ήξεραν. Το ίδιο και οι γείτονες, που έβλεπαν ότι σύντομα η φωτιά θα έπαιρνε φαλάγγι και τη δική τους περιουσία. Όλοι ενέδιδαν γρήγορα. Τότε αναλάμβανε το ιδιωτικό σώμα πυροσβεστών του Κράσσου, που αποτελούσαν οι στρατιές των πελατών του, να σώσει τα διπλανά και να κατεδαφίσει τα καμένα, προσφέροντας ένα ακόμη φτηνό κομμάτι γης στον προστάτη τους.

Αλλά άς γυρίσουμε στην φωτιά της Ρώμης επι Νέρωνα.




Τη νύχτα της 18ης προς 19η Ιουλίου του 64 μ.Χ., σε καταστήματα στην καρδιά της Ρώμης, στο Circus Maximus, ξέσπασε μια φωτιά. Η εστία ξεκίνησε στην πύλη Καπίνη προς το μέρος του μεγάλου Αμφιθεάτρου που αποτελούσε συνέχεια με τον Παλατίνο λόφο και το Καίλιον. Η συνοικία αυτή είχε πολλά καταστήματα γεμάτα από εύφλεκτες ύλες, που, σε συνδυασμό με το δυνατό άνεμο, είχαν ως αποτέλεσμα να μεταδοθεί η φωτιά με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Οι φλόγες, αφού έκαναν το γύρο του Παλατίνου, κατέστρεψαν το Ναό του Ηρακλή, την Αγορά, τις Καρίνες, ανέβηκαν στους λόφους και προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στο Παλατίνο και σε έναν ναό του Δία.
Σταμάτησε προσωρινά μπροστά σ’ ένα όγκο από σπίτια στις υπώρειες των Ησκυλίνων λόφων αλλά ξανάρχισε και συνέχισε ακόμα τρεις μέρες. Ο αριθμός των νεκρών ήταν μεγάλος. Απ’ τα δεκατέσσερα διαμερίσματα που αποτελούνταν η πόλη, τα τρία καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, άλλα επτά μεταβλήθηκαν σε μαυρισμένους τοίχους…

Ο αριθμός των νεκρών έμεινε ανεξακρίβωτα μεγάλος, ενώ 4.000 απλές κατοικίες και 132 αρχοντικά μέγαρα καταστράφηκαν ολοσχερώς.


Ο Νέρωνας, άλλοτε λατρεμένος του λαού, στο 64 μχ, ήταν πια ο πιο μισητός των αυτοκρατόρων, αυτός στου οποίου την ανατροπή ήλπιζε ο ρωμαϊκός λαός.


Η φωτιά έγινε η ευκαιρία που η λαϊκή φαντασία αποζητούσε για να απεικονίσει τον αποτρόπαιο χαρακτήρα του Νέρωνα, μέσα από το μύθο του ποιητή αυτοκράτορα που καίει την πόλη για να γράψει στίχους καλύτερους από τον Ποιητή, για να περιγράψει καλύτερα την καταστροφή της Ρώμης απ' ότι ο Όμηρος εκείνη του Ιλίου.

Έτσι, χάρη στην φαντασία του Ρωμαϊκού λαού και την διασωζόμενη χριστιανική παράδοση, η αδιαμφισβήτητα διασημότερη φωτιά της ιστορίας είναι αυτή που ξέσπασε στη Ρώμη του Νέρωνα, το 64,και όσο και αν σήμερα οι περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν τον Νέρωνα αθώο του αίματος όλοι μας μάθαμε στο σχολείο ότι αυτός έφταιξε.

Τη βραδιά της καταστροφής ο Νέρωνας βρισκόταν,, στο Άντιο, πολύ μακριά από τη Ρώμη και δεν έμεινε ατάραχος, όταν έμαθε το κακό. Μόλις του μετέφεραν το μέγεθος της καταστροφής, άφησε τα πάντα, επέστρεψε στην πρωτεύουσά του.

Στο σημείο αυτό οι γνώμες για την συμμετοχή του διαφέρουν

Αλλοι λένε ότι έκανε ότι μπορούσε για να ανακουφίσει τους πληγέντες και να σβήσει η φωτιά 'αλλοι πάλι τονίζουν το γεγονός της αναζωπύρωσης και το αποδίδουν σε δική του παρέμβαση

Η άληθεια είναι ότι καταστροφή της πόλης απελευθέρωσε κεντρικά εδάφη και επέτρεψε στο Νέρωνα να αρχίσει να χτίζει το παλάτι των ονείρων του - τον Χρυσό του Οίκο, Domus Aurea - αλλά και να ξαναχτίσει τα δημόσια και θρησκευτικά κτίρια πάνω στα ελληνικά πρότυπα που τόσο αγαπούσε. Η κατασκευή του παλατιού μεταφράστηκε από το λαό ως μία ακόμη απόδειξη της ενοχής του: τον θεωρησαν ικανό να κάψει την πόλη για να χτίσει ένα ακόμη δαπανηρό έργο, αδειάζοντας ακόμη περισσότερο τα ταμεία της χρεωκοπημένης πόλης. .

Η αντίδραση του αυτοκράτορα να κατηγορήσει τους χριστιανούς,μπορεί να ήταν ευφυής και να τον διέσωσε προσωρινά αλλά τον καταδίκασε ιστορικά.


Φωτιές σε πολιτείες 




















- Η φωτιά στο Τοκιο

Το 1657, τρίτο έτος της αυτοκρατορικής περιόδου Μεϊρεκι, η πρωτεύουσα της Ιαπωνίας Έντο, το σημερινό Τόκυο, έγινε παρανάλωμα φωτιάς και πάνω από 100.000 από τους κατοίκους του χάσανε τη ζωή τους.

Οι ισχυροί άνεμοι οδήγησαν τη φωτιά γρηγορότερα καταπάνω στα σπίτια της πόλης, φτιαγμένα από ξύλο και χαρτί κατά την παράδοση της χώρας ενώ το σώμα των πυροσβεστών της εποχής δεν αρκούσε για να αντιμετωπιστεί ένας τόσο ισχυρός αντίπαλος. Η ζημιά ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η ανοικοδόμηση χρειάστηκε περισσότερα από δύο χρόνια.

- Η φωτιά στο Λονδίνο
Το 1666 η φωτιά κατέστρεψε το Λονδίνο. Έκαιγε επί τρεις ημέρες, από τις 2 ως τις 5 Σεπτεμβρίου, και κατέστρεψε την παλιά πόλη, αφαιρώντας άγνωστο αριθμό ζωών και αφήνοντας άστεγους τους 70.000 από τους 80.000 κατοίκους της πόλης. Η πυρκαγιά είχε ξεκινήσει από το φούρνο του Τόμας Φάρινερ και ένας από τους λόγους της γρήγορης εξάπλωσής της ήταν οι ισχυροί άνεμοι.



- Ο Thomas Farrinor ήταν ο αρτοποιός του Βασιλιά. Η γυναίκα του ήταν το πρώτο θύμα της φωτιάς.
- Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές ήταν πολύ μικρό όμως τα 4/5 της πόλης καταστράφηκαν.
- 10.000 σπίτια τυλίχτηκαν στις φλόγες. Τα σύννεφα καπνού απλώνονταν στον ουρανό σε ακτίνα 50 μιλίων.
- Οι κραυγές και τα κλάματα των ανθρώπων στους δρόμους ήταν ενδεικτικά του πανικού και του τρόμου που είχε προκαλέσει η φωτιά. Κανείς δεν προσπαθούσε να σώσει τα υπάρχοντα του, μόνο να σωθεί.
- Οι φλόγες είχαν μετατρέψει τη νύχτα σε μέρα και φώτιζαν σε μια ακτίνα 10 μιλίων.
- Η φωτιά ξέσπασε τον Σεπτέμβριο, μια πολύ ξηρή εποχή του χρόνου και σε συνεργασία με έναν πολύ δυνατό ανατολικό άνεμο έσπειρε τον όλεθρο.


- Η φωτιά στο Σικάγο
Την Κυριακή 8 Οκτωβρίου 1871, σε ένα σταύλο κοντά στη δεξαμενή νερού του Σικάγου, η αγελάδα του Πάτρικ Ο'Λίρι, κλώτσησε κατά λάθος το φανάρι που είχε αφήσει στο πάτωμα ο ιδιοκτήτης της, και γινόμενη η αιτία να ξεσπάσει η μεγάλη πυρκαγιά του Σικάγου, μία από τις μεγαλύτερες πυρκαγιές στην σύγχρονη ιστορία των αστικών κέντρων. Τουλάχιστον έτσι θέλει ο μύθος να πήρε η πόλη φωτιά . Η πραγματική αιτία δεν έγινε ποτέ γνωστή.

Οι λόγοι που η φωτιά εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα ήταν εμφανείς όμως: ξύλινα κτίρια, ισχυροί άνεμοι και προηγηθείσα περίοδος ανομβρίας. Όταν, τρεις μέρες αργότερα, οι φλόγες καταλάγιασαν, οι ζημιές ξεπερνούσαν κάθε φαντασία: το ένα τρίτο της πόλης είχε γίνει καπνός, το ένα τρίτο των κατοίκων -κοντά 100.000 άνθρωποι - είχαν μείνει άστεγοι. Οι νεκροί, λιγότεροι από 300, ήταν ο μόνος αριθμός που δεν ταίριαζε με το μέγεθος της καταστροφής - όλοι περίμεναν πολύ περισσότερους.

- Η φωτιά στο Σαν Φρανσίσκο
Ο σεισμός που έπληξε το Σαν Φρανσίσκο τον Απρίλιο του 1906 θεωρείται από τους πιο καταστροφικούς στην ιστορία, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι περισσότερες ζημιές δεν ήταν αποτέλεσμα του σεισμού αυτού καθ΄αυτού, αλλά των πυρκαγιών που ξέσπασαν εξαιτίας του στην πόλη και συνέχισαν να καίνε επί τετραήμερο. Περισσότεροι από 3.000 νεκροί, περίπου 300.000 άστεγοι σε σύνολο 400.000 κατοίκων, τεράστιες υλικές ζημιές ήταν ο συνολικός απολογισμός και οι ειδικοί θεωρούν ότι το 90% των θυμάτων και των ζημιών οφείλεται στις φωτιές που άναψαν λόγω του σεισμού.


-Ο εμπρησμός της Σμύρνης 















Εκεί στην χρόνια του 1922 ο πληθυσμός της πόλης υπολογιζόταν σε 240.000 κατοίκους. Οι Έλληνες ήταν 100.000, οι Τούρκοι 60.000, Εβραίοι 20.000, Αρμένιοι 15.000 και 15-20.000 διαφόρων εθνοτήτων.

Οι Ελληνες κατοικούσαν κοντά στο λιμάνι και στο εμπορικό κέντρο, τον Φραγκομαχαλά, εδώ που από τον 16ο αιώνα διέμεναν και οι Ευρωπαίοι, κυρίως Άγγλοι, Γάλλοι, Ολλανδοί, Βενετοί, Γενουάτες.

Οι πρώτες φλόγες που κατέφαγαν τη Σμύρνη κι έσβησαν την ελληνικότητά της άρχισαν να ξεπηδούν τη νύχτα της 30ής Αυγούστου κυρίως από την Αρμένικη συνοικία πού συνόρευε με το Παζάρι της Σμύρνης, τις Μεγάλες Ταβέρνες και τη συνοικία του Αγίου Γεωργίου «και δι' αυτής», με την Μητρόπολη της "Αγ. Φωτεινής. Όσο οι ώρες περνούσαν τόσο οι φλόγες υψώνονταν . Πυροβολισμοί κι εκρήξεις συνόδευαν τον εμπρησμό της άλλοτε χαρούμενης πολιτείας της πανάρχαιας πρωτεύουσας της πιο ελληνικής κι από την Ελλάδα Ιωνίας. Στο μεταξύ στην διάρκεια της νύχτας προβοκάτορες και εμπρηστές περιέτρεχαν τις σκοτεινές συνοικίες αδειάζοντας κουβάδες τη βενζίνη και το πετρέλαιο.

Ο Αμερικανός πρόξενος Τζορτζ Χόρτον προσπαθούσε να απομακρύνει από τη Σμύρνη τους Αμερικανούς υπηκόους, ένας δάσκαλος ονόματι Κρικόρ Μπαγκτζιάν- ο οποίος κρυβόταν στην ταράτσα της Αρμενικής Λέσχης στην οδό Rechidie- παρακολουθούσε κάτι πολύ ανησυχητικό. Στην άκρη του δρόμου μια ομάδα στρατιωτών ξεφόρτωνε μεγάλα βαρέλια.
«Δεν είδα το περιεχόμενό τους», έγραψε, «αλλά κρίνοντας από το χρώμα και το σχήμα τους, ήταν ίδια με τα βαρέλια που χρησιμοποιούσε η Ρetroleum Company της Σμύρνης. Κάθε βαρέλι το φυλούσαν 2-3 Τούρκοι στρατιώτες και το μετέφεραν στην άλλη πλευρά του δρόμου προς την αρμενική εκκλησία. Αισθάνθηκα ένα ρίγος στην πλάτη μου καθώς συνειδητοποίησα τον σκοπό όλων αυτών των προετοιμασιών».
Ο Μπαγκτζιάν και οι φίλοι του παρακολουθούσαν από την κρυψώνα τους να ξεφορτώνονται όλο και περισσότερα βαρέλια στην αρμενική συνοικία. «Τα τοποθετούσαν σε απόσταση 200 μέτρων το ένα από το άλλο και όταν τελείωσαν... άκουσα κάτι που μπορώ να περιγράψω ως "ήχους βροχής που πέφτει στη σκεπή"». Οι Τούρκοι στρατιώτες ψέκαζαν τα κτίρια με πετρέλαιο. «Αισθανόμασταν τις σταγόνες να πέφτουν πάνω μας», έγραψε ο Κρικόρ, «καθώς οι στρατιώτες από τον δρόμο έριχναν με κουβάδες πάνω στους τοίχους ένα υγρό. Μόλις το μύρισα στα ρούχα μου, δεν είχα καμία αμφιβολία ότι ήταν πετρέλαιο». Ακολούθησαν φωτιές.

Από τους πρώτους που τις πρόσεξαν ήταν η Μίνι Μιλς, διευθύντρια του Αμερικανικού Κολεγίου Θηλέων. Μόλις είχε τελειώσει το γεύμα της όταν αντελήφθη ότι ένα από τα γειτονικά κτίρια καιγόταν. Σηκώθηκε όρθια για να παρατηρήσει καλύτερα και εξεπλάγη από το θέαμα: «Είδα με τα μάτια μου έναν Τούρκο αξιωματικό να μπαίνει σ΄ ένα σπίτι κρατώντας τενεκέδες με πετρέλαιο ή βενζίνη και σε λίγα λεπτά το σπίτι είχε παραδοθεί στις φλόγες». Δεν ήταν η μόνη στο Κολέγιο που είδε το ξέσπασμα της φωτιάς. «Οι καθηγητές μας αλλά και μαθήτριες είδαν Τούρκους με στρατιωτικές στολές, φαντάρους και αξιωματικούς, να χρησιμοποιούν μακριά στειλιάρια με κουρέλια στην άκρη, τα οποία είχαν εμποτιστεί σε ένα δοχείο με υγρό. Έμπαιναν με αυτά σε σπίτια τα οποία σε λίγο καίγονταν». Λίγα λεπτά αργότερα η Κινγκ Μπιρτζ, σύζυγος Αμερικανού ιεραποστόλου, παρατήρησε μια κολόνα καπνού να υψώνεται πάνω από την αρμενική συνοικία. «Ανέβηκα στον πύργο του Αμερικανικού Κολεγίου και με ένα ζευγάρια κιάλια μπορούσα να ξεχωρίσω τις φιγούρες Τούρκων στρατιωτών που έβαζαν φωτιά σε σπίτια».

.... και μια άλλη μαρτυρία
«Σε όλα τα σπίτια που μπήκα, έβλεπα πτώματα. Σε ένα σπίτι, ακολούθησα τη γραμμή του αίματος που έφθανε σ΄ ένα ντουλάπι. Το άνοιξα και πάγωσα. Μέσα βρισκόταν το νεκρό κορμί μιας κοπέλας με τα στήθη της κομμένα...». «Παντού κυκλοφορούσαν ένοπλοι στρατιώτες. Κάποιος από αυτούς μπήκε σ΄ ένα σπίτι όπου κρυβόταν μια αρμένικη οικογένεια και τους έσφαξε. Όταν βγήκε έξω, το μαχαίρι του έσταζε αίμα. Το σκούπισε στις μπότες του». (...)


Η προκυμαία της Σμύρνης έγινε το σκηνικό της ανθρώπινης εξαθλίωσης
Χιλιάδες άνθρωποι που προσπαθούσαν να γλιτώσουν από τις φλόγες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να στραφούν προς την προκυμαία.
Όπως έγραψε ο Αμερικανός πρόξενος Τζορτζ Χόρτον, «καθώς η πυρκαγιά εξαπλωνόταν προς την παραλία, το κύμα των ανθρώπων που κατευθύνονταν στην προκυμαία όλο και μεγάλωνε: ηλικιωμένοι, νέοι, γυναίκες, παιδιά, άρρωστοι. Όσοι δεν μπορούσαν να περπατήσουν μεταφέρονταν σε φορεία ή στους ώμους των συγγενών τους». «Ήταν μια σκηνή τρόμου και ανθρώπινων δεινών χωρίς προηγούμενο», έγραψε ο Χόρτον. «Όλοι αυτοί οι χιλιάδες άνθρωποι ήταν στριμωγμένοι σε έναν στενό δρόμο ανάμεσα στην πόλη που καιγόταν και στα βαθιά νερά του κόλπου». (...) Η προκυμαία της Σμύρνης έγινε το σκηνικό της ανθρώπινης εξαθλίωσης. Μήκους περίπου 3 χιλιομέτρων και πολύ φαρδιά, ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να φιλοξενήσει εκατοντάδες χιλιάδες άστεγους. Η μετατροπή της σε αυτοσχέδιο προσφυγικό καταυλισμό ήταν γρήγορη και δραματική. Λίγες ημέρες νωρίτερα, η προκυμαία ήταν τόπος χαράς. Τώρα, την ευθυμία είχε αντικαταστήσει η εξαθλίωση. Την ώρα που έπεφτε το σκοτάδι εκείνη την τρομερή Τετάρτη, στην προκυμαία της Σμύρνης βρίσκονταν περίπου μισό εκατομμύριο πρόσφυγες. Κινδύνευαν να καούν ζωντανοί, καθώς οι φλόγες πλέον είχαν πλησιάσει τη θάλασσα. Επικρατούσε μια φοβερή ζέστη που μεταδιδόταν από κτίριο σε κτίριο. Η ζέστη ήταν τόσο έντονη, ώστε οι κάβοι που έδεναν τα πλοία στην αποβάθρα είχαν αρχίσει να καίγονται. Όλα τα σκάφη απομακρύνθηκαν περίπου 250 μέτρα από την προκυμαία. «Οι φλόγες θέριευαν συνεχώς», έγραψε ο Οράν Ράμπερ, τουρίστας που είχε φθάσει στη Σμύρνη λίγες ημέρες νωρίτερα. «Οι κραυγές του απεγνωσμένου πλήθους στην αποβάθρα ακούγονταν ένα μίλι μακριά. Είχαν να επιλέξουν μεταξύ τριών ειδών θανάτου: τη φωτιά πίσω τους, τους Τούρκους που παραμόνευαν στα σοκάκια και τον ωκεανό μπροστά τους....Δεν υπάρχει πιθανώς κάτι που να μπορεί να συγκριθεί με εκείνη τη νύχτα της 13ης Σεπτεμβρίου στη Σμύρνη».


-Η πυρκαγιά στην Θεσσαλονίκη 
























Η πυρκαγιά, όπως προέκυψε από την ανάκριση που διεξήγαγαν οι δικαστικές αρχές της Θεσσαλονίκης, ξεκίνησε το Σάββατο 5/18 Αυγούστου 1917 περίπου στις 3 το μεσημέρι, από ένα φτωχικό σπίτι προσφύγων στην διεύθυνση Ολυμπιάδος 3, στην συνοικία Μεβλανέ μεταξύ του κέντρου και της Άνω Πόλης.
Προκλήθηκε από σπίθα της φωτιάς μιας κουζίνας, που έπεσε σε παρακείμενη αποθήκη με άχυρο. Η έλλειψη νερού και η αδιαφορία των γειτόνων, δεν έκανε δυνατή την κατάσβεση της αρχικής πυρκαγιάς, και σε σύντομο διάστημα και χάρη στον έντονο άνεμο η πυρκαγιά μεταδόθηκε στα γειτονικά σπίτια και άρχισε να εξαπλώνεται σε όλη την Θεσσαλονίκη.

Αρχικά η πυρκαγιά ακολούθησε δύο κατευθύνσεις, προς το Διοικητήριο μέσω της οδού Αγίου Δημητρίου και προς την αγορά μέσω της Λέοντος Σοφού.
Το Διοικητήριο σώθηκε χάρη στις προσπάθειες των υπαλλήλων του που έσπευσαν να βοηθήσουν. Ο άνεμος δυνάμωσε και η πυρκαγιά ακόμη πιο γρήγορα κατέβηκε στο κέντρο της πόλης. Τα ξημερώματα της επόμενη μέρας (6/19 Αυγούστου) ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση και τα δύο μέτωπα της πυρκαγιάς κατέστρεψαν όλο το εμπορικό κέντρο. Στις 12:00 πέρασε γύρω από τον περίβολο του ναού της Αγίας Σοφίας χωρίς να τον πειράξει, και συνέχισε ανατολικά μέχρι την οδό Εθνικής Αμύνης (πρώην Χαμιντιέ) όπου σταμάτησε.
Το βράδυ της 6/19 Αυγούστου σταμάτησε η εξάπλωσή της.
Δεν υπήρχαν ικανές ποσότητες νερού για την κατάσβεση, αφού σημαντικό μέρος του δεσμευόταν από τις συμμαχικές δυνάμεις για την τροφοδοσία των στρατοπέδων στα προάστια της πόλης. Στην πόλη δεν υπήρχε οργανωμένη πυροσβεστική υπηρεσία, αλλά λίγες ιδιόκτητες πυροσβεστικές ομάδες ασφαλιστικών εταιρειών, τις περισσότερες φορές ανεκπαίδευτες και με πολύ παλιό ή καθόλου εξοπλισμό.
Η μόνη ελπίδα για την Θεσσαλονίκη ήταν η επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων. Το απόγευμα της πρώτης ημέρας της πυρκαγιάς, ένα γαλλικό τμήμα ανατίναξε με δυναμίτιδα τρία σπίτια δίπλα από το διοικητήριο με σκοπό να δημιουργήσει μια ζώνη ασφάλειας περιορίζοντας το ύψος και την ποσότητα της καύσιμης ύλης, αλλά δεν συνέχισε και αποχώρησε, αφήνοντας την φωτιά να συνεχίσει τον δρόμο της.
Το επόμενο πρωί δύο βρετανικές πυροσβεστικές αντλίες σταμάτησαν την πυρκαγιά κοντά στην Λευκό Πύργο. Το κτίριο του Τελωνείου σώθηκε από Γάλλους στρατιώτες.


Παρ’ όλα αυτά οι συμμαχικές δυνάμεις αρνήθηκαν να διακόψουν την υδροδότηση των στρατοπέδων και των νοσοκομείων τους ώστε να εξοικονομηθεί νερό για την πυρόσβεση. Ο στρατηγός Σαράιγ που ήταν επικεφαλής των δυνάμεων της Αντάντ στην Θεσσαλονίκη, επισκέφθηκε για λίγη ώρα την περιοχή του Διοικητηρίου το απόγευμα της πρώτης ημέρας αλλά δεν επέστρεψε στον τόπο της πυρκαγιάς μέχρι την κατάσβεσή της. Ιδιαίτερα μάλιστα αναφέρεται από πολλές πηγές ότι η διαγωγή των Γάλλων στρατιωτών δεν ήταν η αναμενόμενη. Αντί να βοηθήσουν στην πυρόσβεση και την περίθαλψη των πυροπαθών, πολλοί προέβησαν σε λεηλασίες καταστημάτων και οικιών, πολλές φορές εμποδίζοντας τους ιδιοκτήτες να περισώσουν την περιουσία τους ώστε να μπορούν οι ίδιοι να την λεηλατήσουν.
Τις επόμενες ημέρες ο στρατηγός Σαράιγ διέταξε τον τουφεκισμό δύο στρατιωτών του που συνελήφθησαν να πουλούν κλεμμένα κοσμήματα.

Οι πληγέντες από την πυρκαγιά υπολογίστηκαν σε περίπου 72.500. Η αναφορά προς την κυβέρνηση του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Θυμάτων Πυρκαϊάς Αλεξάνδρου Πάλλη, αναφέρει ξεχωριστά τους πυροπαθείς των τριών κοινοτήτων της Θεσσαλονίκης: 50.000 Εβραίοι, 12.500 Ορθόδοξοι και 10.000 μουσουλμάνοι.
Η περίθαλψη των πυροπαθών αμέσως από τις πρώτες ημέρες μετά την πυρκαγιά. Οι ελληνικές αρχές δημιούργησαν 100 παραπήγματα για την στέγαση 800 οικογενειών. Οι βρετανικές αρχές τρεις καταυλισμούς με 1300 σκηνές όπου στέγασαν 7.000 άστεγους. Οι γαλλικές αρχές έστησαν καταυλισμό για 300 οικογένειες, και η Ένωση Γαλλίδων Κυριών μικρότερη κατασκήνωση 100 οικογενειών. 5000 άτομα μεταφέρθηκαν δωρεάν με τρένο και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, τον Βόλο και την Λάρισα. Οι ελληνικές αρχές έστησαν κέντρα διανομής που μοίραζαν δωρεάν ψωμί σε 30.000 άτομα ενώ Αμερικανικός, ο Γαλλικός και ο Αγγλικός Ερυθρός Σταυρός διένειμαν τρόφιμα.
Πολλοί Εβραίοι έχοντας χάσει τα πάντα, έφυγαν για τις δυτικές χώρες και κυρίως την Γαλλία, ενώ ένας αριθμός τους ακολουθώντας το σιωνιστικό κίνημα εγκαταστάθηκε στην Παλαιστίνη.
Η πυρκαγιά κατέστρεψε το 32% της συνολικής έκτασης της Θεσσαλονίκης, δηλαδή 1.000.000 τετρ. μέτρα ή 120 εκτάρια. Η περιοχή που κάηκε ήταν μεταξύ των οδών Αγίου Δημητρίου, Λέοντος Σοφού, Νίκης, Εθνικής Αμύνης, Αλεξάνδρου Σβώλου, Εγνατία (από Αγίας Σοφίας), Αγίου Δημητρίου. Αυτή η περιοχή στα επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως «πυρίκαυστος ζώνη» και στις λαϊκές διηγήσεις τα «καμένα». Το ύψος των υλικών ζημιών υπολογίστηκε σε 8.000.000 χρυσές λίρες.
Μεταξύ των κτιρίων που κάηκαν ήταν το Ταχυδρομείο, το Τηλεγραφείο, το Δημαρχείο, οι εταιρείες Ύδρευσης και Φωταερίου, η Οθωμανική Τράπεζα, η Εθνική Τράπεζα, οι αποθήκες της Τράπεζας Αθηνών, ο ναός του Αγίου Δημητρίου και άλλοι δύο ορθόδοξοι ναοί, το Σαατλή Τζαμί και άλλα έντεκα τεμένη, η Αρχιραββινεία με όλο το αρχείο της και 16 από τις 33 συναγωγές. Τα τυπογραφεία των περισσότερων εφημερίδων (η Θεσσαλονίκη είχε το μεγαλύτερο αριθμό εκδιδόμενων εφημερίδων στην Ελλάδα) οι περισσότερες από τις οποίες δεν κατάφεραν να επανεκδοθούν. Επίσης καταστράφηκαν 4.096 από τα 7.695 καταστήματα αφήνοντας άνεργους το 70% των εργαζομένων.






Φωτιές στα κοινοβούλια 

- Ο εμπρησμός της Ράϊχσταγκ


Το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου του 1933 ώρα 9 μ.μ., εκδηλώνεται πυρκαγιά στο Ράιχσταγκ και καίγεται όλο το κτίριο.

Eκείνο το βράδυ ο επιθεωρητής του κτιρίου, μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, αφήνει όλους τους υπαλλήλους, που είχαν υπηρεσία, να φύγουν νωρίτερα.
Και «κατά σύμπτωση» ακριβώς εκείνη την ημέρα , ο Χίτλερ, ο Γκαίμπελς και ο Γκέρινγκ έμειναν στο Βερολίνο, αν και ο εκλογικός αγώνας βρισκόταν στο αποκορύφωμά του.

Ένας Ολλανδός πρώην αριστεριστής, ψυχικά "πειραγμένος" και μισότυφλος ο Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε παρουσιάστηκε ως φυσικός αυτουργός του εμπρησμού (καταδικάστηκε σε θάνατο κι εκτελέστηκε την επόμενη χρονιά),

Το Ναζιστικό κόμμα έσπευσε παρ' αυτα ν' αποδώσει τον εμπρησμό σε οργανωμένη κομμουνιστική συνωμοσία.

Ηταν ένα καλοστημένο σχέδιο που στήθηκε από την ίδια τη νεοσχηματισμένη ναζιστική Κυβέρνηση για να στρέψει την κοινή γνώμη ενάντια στους αντιπάλους της και να περιβληθεί με έκτακτες εξουσίες... Ο Γκέμπελς, Υπουργός Προπαγάνδας του Χίτλερ, φέρεται ο εγκέφαλος του σχεδίου, σύμφωνα με το οποίο δέκα πράκτορες του NSDAP με επικεφαλής τον Καρλ Ερνστ μπήκαν στο Ράιχσταγκ από μια υπόγεια σήραγγα, η οποία συνέδεε το Ράιχσταγκ με την επίσημη κατοικία του Γκέρινγκ και βάλανε μπουρλότο
.
Ο Ερνστ που δολοφονήθηκε το 1934, κατά την εκκαθάριση των SA. στη διαθήκη του ομολογεί την ενοχή του για τον εμπρησμό, που είχε γίνει με διαταγή του Χίτλερ.

Με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ δίνεται η ευκαιρία στον Χίτλερ να πείσει τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να εκδώσει αναγκαστικό διάταγμα βάσει του άρθρου 48 του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Με αυτό ο Χίντενμπουργκ, εξουσιοδοτεί, στην ουσία, τον Χίτλερ να καταργήσει τα κυριότερα πολιτικά δικαιώματα των Γερμανών για ένα διάστημα (? που τελείωσε 12 χρονια αργότερα με την καταστροφ'η της Γερμανίας) , και να αρχίσει διωγμούς και συλλήψεις κομμουνιστών και αριστερών

Ολα αυτά με τυπικώς δημοκρατικές διαδικασίες.


- Φωτιές και σε άλλα κοινοβούλια
Η φωτιά στο Ράιχστανγκ είναι η γνωστότερη φωτιά σε κοινοβούλιο, εκείνη με τον μεγαλύτερο ιστορικό αντίκτυπο, δημιουργός ενός από τα μεγαλύτερα πολιτικά αινίγματα, αλλά δεν είναι η μόνη. Αναμεσα στις υπόλοιπες ξεχωρίζει η περίπτωση του κοινοβουλίου του Καναδά, το οποίο έχει καεί δύο φορές.

- Η πρώτη φορά ήταν το 1849. Το καναδικό κοινοβούλιο, τότε στο Μόντρεαλ, παραδόθηκε στις φλόγες. Η φωτιά δεν ήταν τυχαία ούτε οφειλόταν σε κάποιον αναρχικό της εποχής ή σε κάποιον απελπισμένο, αφού η χώρα βρισκόταν σε καθεστώς οικονομικής ύφεσης. Πίσω της κρύβονταν οι συντηρητικοί, οι Τόρις του Καναδά και ο λόγος μιας τόσο βίαιης κίνησης ήταν ένας από τους λόγους που ακόμη διχάζουν την καναδική κοινωνία: οι διαφορές αγγλοφώνων και γαλλοφώνων.

Μετά την καταστροφή το κοινοβούλιο μεταφέρθηκε στην Οτάβα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, κάηκε και πάλι. Το Φεβρουάριο του 1916 παραδόθηκε στις φλόγες. Στην πυρκαγιά έχασαν τη ζωή τους επτά άνθρωποι, ενώ ο χρόνος κατά τον οποίο συνέβη έδωσε λαβή σε θεωρίες περί δολιοφθοράς και δράσης γερμανών πρακτόρων. Η βασιλική επιτροπή διενήργησε επισταμένη έρευνα, αλλά δεν προέκυψαν στοιχεία που να θεμελιώνουν τις υποψίες για σαμποτάζ.

Σήμερα η κυρίαρχη άποψη κάνει λόγο για φωτιά που ξεκίνησε από το αναγνωστήριο του κοινοβουλίου, εξαπλώθηκε γρήγορα λόγω των εύφλεκτων υλικών που υπάρχουν σε έναν τέτοιο χώρο και πιθανώς οφείλονταν σε αμέλεια κάποιου καπνιστή. Η φωτιά του 1849 είχε οδηγήσει στο σχεδιασμό ειδικών κατασκευών ώστε αν κάτι ανάλογο συνέβαινε και πάλι, να μη χαθούν τα αρχεία και τα ιστορικά κειμήλια του κοινοβουλίου. Έτσι, η βιβλιοθήκη της καναδικής Βουλής είχε εξοπλιστεί με εξαιρετικά ανθεκτικές σιδερένιες πόρτες ασφαλείας, οι οποίες έκλεισαν αυτόματα με την ανίχνευση καπνού.

Το κοινοβούλιο της Νέας Ζηλανδίας - μια σειρά ξύλινα κτίρια, εκείνη την εποχή - είχε ανάλογη μοίρα το 1907, πριν ακριβώς εκατό χρόνια. Ξημερώματα της 11ης Δεκεμβρίου, ο νυχτοφύλακας άκουσε τριξίματα στο χώρο των μεταφραστών, που βρισκόταν μεταξύ των κτιρίων που στέγαζαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τις εργασίες του Νομοθετικού συμβουλίου. Σήμανε συναγερμό, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Ο καλοκαιρινός και στεγνός καιρός της περιόδου στους αντίποδες έδωσε τη δυνατότητα στη φωτιά να "καταπιεί" μες σε λίγες ώρες όλα τα κτίρια, παρά τις γενναίες προσπάθειες των πυροσβεστών.

Ωστόσο, η έγκαιρη ειδοποίηση εκ μέρους του φύλακα βοήθησε ώστε να διασωθούν τα κοινοβουλευτικά αρχεία και αρκετά κειμήλια, τα οποία μετέφεραν από τους χώρους του κεντρικού κτιρίου και από το -ευτυχώς τούβλινο και πιο ανθεκτικό- κτίριο της βιβλιοθήκης της Βουλής, δυνάμεις της πυροσβεστικής, πριν η φωτιά απλωθεί και εκεί. Αιτία της πυρκαγιάς ήταν βραχυκύκλωμα σε καλώδια που βρίσκονταν στη στέγη του χώρου των μεταφραστών.


Τα κτίρια της Βουλής που ανεγέρθηκαν μετά από αυτή τη φωτιά, ήταν πολύ πιο ανθεκτικά και δεν απειλήθηκαν από φωτιά, ως το 1992, οπότε και ξεκίνησε η γενική ανακαίνιση του νεοζηλανδικού κοινοβουλίου, τα κτίρια απειλήθηκαν από φωτιά τρεις φορές, εκ των οποίων η μία ήταν σοβαρή και κατέστρεψε μέρος της στέγης και την ιστορική κεντρική σκάλα.

- Στις Φιλιππίνες, το κοινοβούλιο γλίτωσε αλλά η φωτιά έπληξε το κτίριο της Εκλογικής Επιτροπής. Το Μάρτιο του 2007, δύο μήνες πριν τις εκλογές, μια μεγάλη φωτιά κατέστρεψε το κτίριο στο οποίο στεγάζονταν η Εκλογική Επιτροπή της χώρας, Κομελέκ, δίνοντας λαβή για σενάρια και θεωρίες συνωμοσίας.

Η φωτιά ξεκίνησε από το δεύτερο και τελευταίο όροφο του κτιρίου, και ενώ ακριβώς απέναντι βρίσκεται υποσταθμός της πυροσβεστικής, οι πυροσβέστες δεν επενέβησαν εγκαίρως.

Συμπολίτευση και αντιπολίτευση άρχισαν να αλληλοκατηγορούνται, βλέποντας προσπάθεια για αναβολή των εκλογών πίσω από τη φωτιά ή και απόπειρα αποσιώπησης κάποιων πολιτικών σκανδάλων, σχετιζόμενων με έγγραφα και στοιχεία, ενστάσεις και καταγγελίες κατά υποψηφίων, τα οποία φυλάσσονταν στο κτίριο που κάηκε.


iansta

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα