Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Η πραγματική αγάπη…



Αγάπη! Μια λέξη που για τον καθένα μας έχει διαφορετικό νόημα. Ο καθένας μας την κόβει και την ράβει στα μέτρα του. Την κάνει σαν το πανί που κρύβει τη γύμνια του. Σε κάποιους- πολύ λίγους, δυστυχώς- γίνεται ένα πολύ ωραίο ένδυμα, που δεν κρύβει τη γύμνια, αλλά, αντίθετα, στολίζει την ψυχή. Μόνον, που αυτοί είναι σπάνιοι. Αποτελούν, όμως, τα πολύτιμα πετράδια και τα μαργαριτάρια της ανθρωπότητας.

Η αγάπη δεν μολογιέται με λόγια. Εκφράζεται με πράξεις. Δε μετριέται με τα λόγια που θα πεις, αλλά με τις θυσίες που μπορείς να κάνεις. Δεν μπορούν να την εκφράσουν τα χείλη, αλλά τα μάτια. Γιατί τα χείλη μπορούν να εκστομίσουν ψεύτικα λόγια, τα μάτια, όμως, είναι αδύνατο να βγάλουν πλανερή λάμψη! Γι αυτό κι ο σοφός Ανατολίτης Τζελαλεντίν Ρουμί είπε: «Η αγάπη είναι ο εξάντας της αλήθειας».


Η πραγματική αγάπη ξεφεύγει από το «εγώ» και μετατοπίζεται στο «εμείς». Σπάει τα δεσμά του εγωισμού! Παίρνει άλλες διαστάσεις, έχοντας απαγγιστρωθεί από το χωροχρονικό κλουβί του «εαυτούλη». Αντιμετωπίζει τον/την σύντροφο σε έναν πολυδιάστατο κόσμο, όπου υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία. Γνωρίζει πως δεν είναι του «εαυτού», αλλά ένα μέρος του κόσμου! Πως το «εγώ» είναι μια περιοριστική αυταπάτη. Οπότε πολύ εύκολα μπορεί να θυσιάσει το «εγώ», γιατί το «εγώ» και οι «άλλοι» είμαστε ένα! Κι αυτή η θυσία παύει να βιώνεται σαν πόνος, και γίνεται άφατη χαρά. Έτσι δικαιώνεται ο Βίκτωρ Ουγκώ που είπε: «Η αγάπη μεταμορφώνει ακόμα και τη θυσία σε χαρά.»


Η ομορφιά της αγάπης πάντοτε κρύβει μια μικρή ή μια μεγάλη θυσία. Αυτό μας λέι η ακόλουθη ιστορία:


[[ “Τι είναι η ασχήμια;” ρώταγε η άγνοια, την γνώση και εκείνη της έδειξε μια κυρία με ακριβά ρούχα.


Είχε φορέσει μια απ αυτές τις γούνες, που σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιο άγρια αγέρωχο ζωάκι κατάντησε στη ντουλάπα της και πόσες χρωστικές έχει το μπογιάτισμα στο πρόσωπο της.


Η άγνοια δεν ικανοποιήθηκε με την απάντηση και ξαναρώτησε “τι άλλο είναι ασχήμια;”


Της έδειξε τα χρήματα, τις τράπεζες και τα δάκρυα ενός κακοποιημένου παιδιού.
Η άγνοια δυσαρεστήθηκε δεν ήθελε να ακούει άλλο.


Βλέπετε έτσι είναι η άγνοια πολλές φορές ρωτάει πράγματα που δεν αντέχει.
Προτιμάει τα βασικά και ξανακλείνεται στο καβούκι της.


Ο κόσμος μας συνηθίζει να λέει ο,τι είναι σαν τον ήλιο, κάνεις δεν μπορεί να τον κοιτάξει πολλή ώρα κατάματα.


Έτσι η άγνοια θέλοντας να φτιάξει τη διάθεση της ρώτησε αυτή τη φορά “τι είναι ομορφιά;”



H γνώση της έδειξε ένα σωρό αποχωρισμούς.


Ένα ζευγάρι που χώριζε μα αποχαιρετίστηκε με ένα τελευταίο φιλί, μια μάνα που αγκάλιαζε το γιο της πριν πάει φαντάρος, ένας πατέρας που δούλευε όλη μέρα και τρύπωνε σαν ξένος σπίτι του ίσα να κοιμηθεί να φάει και να φιλήσει τα παιδιά του.


“Με κάνεις όλο και πιο θλιμμένη”, είπε θυμωμένα η άγνοια!


“Μα γιατί λυπάσαι; Εγώ, μόνο σου δείχνω την ομορφιά της αγάπης. Δεν μπορώ να σου δείξω τίποτα όμορφο που δε κρύβει μέσα του μια μικρή θυσία. Μα έχεις δίκιο σου χάλασα τη γαλήνη. Έτσι είναι όταν δε ξέρεις, είσαι ήρεμος. Όταν ξέρεις έχει ευθύνη, μα τουλαχιστον είσαι σίγουρος πως περπάτησες ζωντανός επί της γης και όχι φαντασμένος επί των κυμάτων.” ]]


Η ομορφιά της αγάπης κρύβει μέσα της τη θυσία! Η αγάπη δεν είναι κτητική. Είναι θυσιαστική. Όποιος αγαπάει πραγματικά δεν εκμεταλλεύεται την αγάπη για να κερδίσει. Παραχωρεί τα δικαιώματα του κατακτητή και του κτήτορα! Σμίγει με τον/την σύντροφο και γίνονται ένα. 


Ο μεγάλος Κρητικός στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης μας λέει: «Τι είναι η αγάπη; Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη. Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονάει κι αυτός που συμπονάει. Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται. Μα στην αγάπη είναι ένας. Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα. Δεν ξεχωρίζουν. Το εγώ κι εσύ αφανίζονται. Αγαπώ θα πει χάνομαι…!» 

Πραγματικά, όποιος αγαπάει αληθινά παύει να θεωρεί τον εαυτό του σαν μια εγωκεντρική οντότητα και αφήνεται να γίνει μέρος της ολότητας. Δεν είναι το κέντρο του κόσμου, αλλά ένα σημείο του κύκλου του κόσμου.

Για να δείξουμε πώς είναι η πραγματική αγάπη θα χρησιμοποιήσουμε δύο ιστορίες. 


Γιατί οι ιστορίες με λίγα απλά λόγια μπορούν να μας πουν περισσότερα από πολυσέλιδες αναλύσεις και μελέτες. Στην πρώτη ιστορία η αγάπη εκδηλώνεται μονομερώς. Ο νέος αγαπάει πραγματικά, ενώ η κοπέλα εγωιστικά. 

[[ Υπήρχε ένα τυφλό κορίτσι που μισούσε τον εαυτό του ακριβώς επειδή ήταν τυφλή. Μισούσε τους πάντες, εκτός απ’ τον αγαπημένο της φίλο. Αυτός ήταν πάντα εκεί για εκείνη.


Είχε πει ότι αν ποτέ μπορούσε να δει τον κόσμο, θα παντρευόταν το φίλο της.
Μια μέρα, κάποιος της χάρισε ένα ζευγάρι μάτια και τότε εκείνη μπορούσε να δει τα πάντα, μαζί και το αγόρι της. Ο φίλος της τότε τη ρώτησε: «Τώρα που μπορείς να δεις τον κόσμο, θα με παντρευτείς;»


Το κορίτσι σοκαρίστηκε όταν είδε ότι και ο φίλος της ήταν τυφλός και αρνήθηκε να τον παντρευτεί.


Ο φίλος της έφυγε μακρυά δακρυσμένος και αργότερα της έγραψε ένα γράμμα λέγοντάς της:


«Μόνον πρόσεχε τα μάτια μου, σε παρακαλώ…» ]]


Να τονίσουμε εδώ, πως όποιος αγαπάει δεν αφήνει χώρο στο μίσος. Επομένως, η κοπέλα από τη στιγμή που μισούσε τον ίδιο τον εαυτό της για την κατάστασή της, που ήταν τυφλή, δεν ήταν ικανή να αγαπήσει αληθινά. Αγαπούσε τον νεαρό με ιδιοτέλεια, επειδή την συντρόφευε στις σκοτεινές της μέρες και τη βοηθούσε στην ανημπόρια της να κάνει τα περισσότερα πράγματα. Από τη στιγμή που απόκτησε το φως της- με τη θυσιαστική εκδήλωση της αγάπης του νέου- ο εγωισμός την οδήγησε να απαρνηθεί τον φίλο της και να ξεχάσει την υπόσχεση πως θα παντρευτούν μόλις ‘δει. 


Αντίθετα ο φίλος της, για να την κάνει ευτυχισμένη, της χάρισε ό,τι πολυτιμότερο είχε. Τα μάτια του! Έτσι εκδήλωσε την μεγάλη κι ανιδιοτελή αγάπη του. Με αυτή τη μεγάλη θυσία! Για να εισπράξει την απάρνηση, την περιφρόνηση, την απόρριψη. Αυτό ήταν το τίμημα της μεγάλης θυσίας του στο βωμό της αγάπης!

Ο νεαρός πρόσφερε τα μάτια του, γνωρίζοντας ότι βυθίζεται στο φυσικό σκοτάδι, που το αντιστάθμιζε, όμως, το ψυχικό φως της θυσιαστικής του πράξης.

 Ίσως όταν πήρε την απόφασή του σιγοτραγουδούσε τους στίχους από το τραγούδι της μεγάλης ερμηνεύτριας Τζένης Βάνου: 

«Αγάπη σημαίνει θυσία
κι εσύ δεν το ξέρεις αυτό.
Αγάπη σημαίνει να δίνεις
κι αυτό θα σ’ το μάθω εγώ.»


Μεγάλα μαθήματα μας δίνουν τα διαχρονικά παραδείγματα όλων αυτών των μεγάλων ψυχών που θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους στο βωμό της αγάπης. 


Είναι οι ψυχές που από έρπουσες κάμπιες έβγαλαν φτερά κι έγιναν πεταλούδες! 

Η δεύτερη ιστορία μας είναι ένα δείγμα αμοιβαίας θυσιαστικής αγάπης. Εδώ δεν υπάρχει ιδιοτέλεια. Και το παλικάρι και η κοπέλα θυσιάζουν ό,τι ακριβό και πολύτιμο έχουν για να κάνουν ευτυχισμένο το πρόσωπο της αγάπης τους. 


Την αναφέρει ο αμερικάνος συγγραφέας Ο’ Χένρι και την πήρε από ένα ελβετικό παραμύθι:

[[ Κάποτε ήταν ένα ωραίο νεαρό ζευγάρι σ’ ένα χωριουδάκι ξυλοκόπων κοντά σ’ ένα βουνό, που αρραβωνιάστηκαν όταν εκείνη ήταν δεκατριών κι εκείνος δεκαοχτώ. Εκείνος, καθώς είχε μάθει να κόβει ξύλα από μικρό παιδί, ήταν ψηλός, σβέλτος και μυώδης, κι εκείνη ήταν ξανθιά, με πολύ μακριά μαλλιά ως τη μέση της και υπέροχα γαλανά μάτια.


Οι δύο νέοι έφτασαν στον αρραβώνα με τις ευλογίες όλου του χωριού. Ώσπου μια μέρα, όταν εκείνη έγινε δεκαοχτώ κι εκείνος είκοσι τριών, το χωριό ολόκληρο συμφώνησε να βοηθήσει τους δύο νέους να παντρευτούν.


Τους έκαναν δώρο μια ξύλινη καλύβα κι ένα μικρό κομμάτι γης με δέντρα για να μπορεί εκείνος να δουλέψει ως ξυλοκόπος. Παντρεύονται λοιπόν τα παιδιά και μετά το γάμο πάνε να ζήσουν εκεί, προς μεγάλη χαρά όλων, των ίδιων, των οικογενειών τους και του χωριού, που είχε βοηθήσει τόσο αυτή τη σχέση.
Ζουν εκεί όλες τις μέρες του χειμώνα, του καλοκαιριού, της άνοιξης και του Φθινοπώρου και χαίρονται πολύ που είναι μαζί. Πλησιάζει η πρώτη επέτειος του γάμου τους κι εκείνη νιώθει την ανάγκη να κάνει κάτι, για να του δείξει τη μεγάλη της αγάπη. Σκέφτεται να του κάνει ένα δώρο που θα έχει νόημα.
Αν του χαρίσει ένα καινούργιο τσεκούρι, αυτό θα έχει να κάνει με τη δουλειά του… Ένα πουλόβερ πλεγμένο από την ίδια δεν την ικανοποιεί, γιατί του έχει ήδη πλέξει διάφορα ρούχα, με άλλες ευκαιρίες, κι ένα ωραίο φαγητό πάλι, δεν της φαίνεται αρκετά μεγαλοπρεπές…


Αποφασίζει να πάει στο χωριό για να δει μήπως βρει εκεί κάτι κι αρχίζει να τριγυρνάει στους δρόμους. Βέβαια, όσο κι αν ψάχνει, δε βρίσκει και τίποτα σπουδαίο που να μπορεί ν’ αγοράσει με τα λιγοστά που βάζει στην άκρη από τα ρέστα. 


Περνώντας έξω από ένα κοσμηματοπωλείο, το μοναδικό του χωριού, βλέπει στη βιτρίνα μια ωραία, χρυσή αλυσίδα. Αυτομάτως θυμάται πως υπάρχει ένα μόνο υλικό πράγμα που εκείνος λατρεύει και θεωρεί στ’ αλήθεια πολύτιμο: ένα χρυσό ρολόι που του είχε χαρίσει ο παππούς του πριν πεθάνει. Απ’ όταν ήταν παιδάκι, αυτό το ρολόι το φύλαγε σε μια παλιά θήκη που έχει πάντα δίπλα στο κρεβάτι, και κάθε βράδυ άνοιγε το συρτάρι του κομοδίνου, έβγαζε το ρολόι απ’ τη θήκη του, το σκούπιζε, το κούρδιζε λιγάκι, το άκουγε μέχρι να σταματήσει, το ξανασκούπιζε, το χάιδευε για λίγο και το έβαζε πάλι στη θήκη του.


Εκείνη σκέφτεται: «Τί θαυμάσιο δώρο θα ήταν αυτή η χρυσή αλυσίδα για κείνο το ρολόι…» Μπαίνει στο μαγαζί να ρωτήσει πόσο κάνει και μένει άναυδη ακούγοντας την απάντηση. Κάνει πολύ παραπάνω απ’ όσο είχε φανταστεί κι απ’ όσα είχε ήδη μαζέψει. Θα έπρεπε να περιμένει τρείς επετείους για να μπορέσει να την αγοράσει, αυτή όμως δεν μπορεί να περιμένει τόσο πολύ.


Φεύγει από το χωριό αρκετά λυπημένη, και σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει, για να βρει τα λεφτά για την αλυσίδα. Καθώς δεν είχε μάθει να κάνει κάποια εργασία, στύβει το μυαλό της για να βρει μια λύση, ώσπου, περνώντας έξω από το κομμωτήριο του χωριού, βλέπει μια επιγραφή που λέει: «Αγοράζουμε φυσικά μαλλιά».


Καθώς εκείνη έχει τα ξανθά μαλλιά της ακόμα από την ηλικία των δέκα, μπαίνει αμέσως μέσα να ρωτήσει. Τα λεφτά που προσφέρουν φτάνουν, για ν’ αγοράσει τη χρυσή αλυσίδα και περισσεύουν, για να πάρει κι ένα κουτί όπου θα φυλάνε την αλυσίδα μαζί με το ρολόι. Χωρίς δισταγμό, λέει στην κομμώτρια:


«Αν έρθω σε τρείς μέρες για να σας πουλήσω τα μαλλιά μου, θα τ’ αγοράσετε;»

«Βέβαια» είναι η απάντηση.

«Τότε σε τρείς μέρες θα είμαι εδώ».


Επιστρέφει στο κοσμηματοπωλείο, λέει να της κρατήσουν την αλυσίδα και γυρίζει σπίτι της χωρίς να πει τίποτα.


Την ημέρα της επετείου, το ζευγάρι αγκαλιάζεται λίγο πιο σφιχτά απ’ ότι συνήθως, εκείνος φεύγει για τη δουλειά κι εκείνη κατεβαίνει στο χωριό.


Στο κομμωτήριο, της κόβουν κοντά τα μαλλιά, παίρνει τα λεφτά και πάει στο κοσμηματοπωλείο. Αγοράζει τη χρυσή αλυσίδα και το ξύλινο κουτί, επιστρέφει σπίτι, μαγειρεύει και περιμένει να έρθει το βράδυ και να γυρίσει εκείνος από τη δουλειά.


Αντίθετα από άλλες φορές που άναβε όλα τα φώτα για να τον περιμένει, απόψε ανάβει μόνο δύο κεριά και φοράει ένα μαντίλι στο κεφάλι, γιατί του αρέσουν τα μαλλιά της και δεν θέλει να καταλάβει πως τα έχει κόψει. Μετά, θα βρει χρόνο να του εξηγήσει…


Κι έρχεται εκείνος. Αγκαλιάζονται σφιχτά και λένε ο ένας στον άλλον πόσο πολύ αγαπιούνται. Τότε, παίρνει αυτή κάτω από το τραπέζι το ξύλινο κουτί που περιέχει τη χρυσή αλυσίδα για το ρολόι. Πάει κι εκείνος στο ντουλάπι και βγάζει ένα μεγάλο κουτί που το είχε φέρει στο σπίτι την ώρα που εκείνη έλειπε στο χωριό. Μέσα στο κουτί βρίσκονται δύο τεράστια διακοσμητικά χτενάκια για τα μαλλιά της. Για να τα αγοράσει, είχε πουλήσει το χρυσό ρολόι του παππού… ]]

Πόση συγκίνηση και πόσο μεγαλείο κρύβει αυτή η απλή ιστορία! Αλλά και πόσο μεγάλο μάθημα μπορεί να μας προσφέρει. Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να γράψω ούτε μια λέξη, γιατί θα της αφαιρούσα όλη τη μαγεία της απλότητας! Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη κάποια ανάλυση για να κρούσει τις χορδές των ευαίσθητων καρδιών...

Χρησιμοποιώντας την παραπάνω ιστορία ο συγγραφέας Χόρχε Μπουκάι, κάνει το ακόλουθο σχόλιο: 


«Αν πιστεύεις ότι η θυσία είναι το μέτρο της αγάπης, σε παρακαλώ να μην ξεχάσεις αυτήν την ιστορία. Η αγάπη δε μετριέται μόνο με το πόσο πολύ γινόμαστε θυσία για τον άλλον αλλά επίσης και πάνω απ’ όλα, με το πόσο μεγάλη χαρά μας δίνει η ύπαρξή του.


Αν σ’ αγαπάω, τότε πασχίζω να καλλιεργήσω τις συνθήκες, για να συνυπάρξουμε μέσα στην πιο μεγάλη χαρά: τη συνάντηση…


Μια συνάντηση όπου εσύ θα ξέρεις ότι είμαι δίπλα σου γιατί μ’ αγαπάω και με ευνοώ, κι εγώ θα ξέρω ότι είσαι μαζί μου γιατί, κάνοντας χρήση των καλύτερων εγωισμών σου, με διαλέγεις για να είμαι μαζί σου...»


Κάποτε η αγάπη μπορεί να φτάσει μέχρι τον θάνατο. Θυσιάζομαι γι’ αυτούς που αγαπάω: τους δικούς μου, την πατρίδα, την ανθρωπότητα. 


Αυτήν την θυσιαστική αγάπη μας δίνει ο Γάννης Ρίτσος με τους στίχους:

« Κι αλήθεια, ξέχασα να σας πω το κ υ ρ ι ό τ ε ρ ο
-που μόλις τ ώ ρ α... τό μαθα -
δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος. Το αντίθετο μάλιστα.
Και σας βεβαιώνω τ ώ ρ α με το αίμα μου:
Ποτέ... δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός
Όσο την ώρα.. που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο,
χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα... τον ουρανό και την θυσία του,
ποτέ... ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο γαλήνια
κι ολόφωτα τον κόσμο... όσο την ώρα που..
το ράμφος του όρνεου... βρήκε τα μάτια του ξέροντας,
τότε μόνο... πως είχε αξιωθεί να δώσει...
το Φως... και την Φωτιά... στον άνθρωπο,
Κι ακόμα, ναι... ποτέ τόσο όμορφος δεν ήταν ο μικρός
Γρηγόρης Αυξεντίου, 29 χρονών.»


Η μυθολογία μας αναφέρει την θυσία της Άλκηστης για να ζήσει ο αγαπημένος της σύζυγος Άδμητος. Περιληπτικά έχουμε:


[[ Ο Πελίας, βασιλιάς της Ιωλκού και θείος του Άδμητου είχε μια πανέμορφη θυγατέρα, την Άλκηστη, που αγαπούσε ο Άδμητος. Διακήρυξε ο Πελίας πως όποιος τη θυγατέρα του ήθελε για γυναίκα, για να δείξει την αξιοσύνη του έπρεπε να πάει να του ζητήσει πάνω σε άρμα, όπου θα είχε ζεμένο ένα λιοντάρι κι ένα κάπρο. Ο Απόλλωνας για να δείξει την ευγνωμοσύνη του στον Άδμητο, που τον φιλοξένησε στο παλάτι του όταν ο πατέρας του Δίας τον είχε τιμωρήσει γιατί του σκότωσε τους Κύκλωπες, του έζεψε τα άγρια θηρία, που ’σερναν το άρμα καλύτερα κι από άτια ήμερα. Μόλις ο Πελίας είδε το θέαμα, θαύμασε τον ανιψιό και με χαρά του έδωσε την Άλκηστη για γυναίκα.


Όταν γεννήθηκε ο Άδμητος, οι Μοίρες τον μοίραναν να πεθάνει νέος. Ο Απόλλωνας, που αγαπούσε τον βασιλιά αφέντη του, κι εκεί θέλησε να παρέμβει. Βρήκε, λοιπόν τις υφάντρες του πεπρωμένου, κι αφού τις μέθυσε, τις έπεισε ν’ αλλάξουν το πεπρωμένο και ν’ αναβάλλουν τον θάνατο του Άδμητου, ώστε να τον πάρει ο Θάνατος στα βαθιά του γηρατειά, αρκεί να δεχόταν κάποιος άλλος να πεθάνει στη θέση του. 


Ξέροντας τι του έμελλε ο νεαρός βασιλιάς, μετά του γάμου τη χαρά, ζήτησε να βρει αντικαταστάτη. Μάταιος ο κόπος του, γιατί κανένας γνωστός του δε δεχόταν, ακόμη και οι γερογονιοί του, να πάνε στου Άδη τα σκοτάδια πριν να έρθει η ώρα τους. Και σαν πλησίαζε η μέρα, που έπρεπε ν’ αφήσει του ήλιου το φως, για να κατέβει στου Πλούτωνα το ζοφερό βασίλειο, τον κυρίευε περισσότερο η μαύρη απελπισιά. Μόνο η αγαπημένη του, η Άλκηστη, αν και είχε πολύ μικρά τα δυο τους τα παιδιά, κι ήταν ακόμα πολύ νέα, δέχτηκε να πάρει τη θέση του, από την πολύ αγάπη της γι’ αυτόν.


Έτσι, η Άλκηστη, πρόσφερε τη ζωή της , για να μην πεθάνει ο αγαπημένος της. Όμως, για καλή τους τύχη, τις μέρες αυτές περνούσε απ’ εκεί ο γιος της Αλκμήνης, ο Διογενής Ηρακλής, έχοντας πάρει το δρόμο για τη Θράκη. Ο Ευρυσθέας του είχε αναθέσει να του φέρει τα άλογα του Διομήδη, που είχαν σαν τροφή ανθρώπινες σάρκες. Πέρασε από τον φίλο του τον Άδμητο για να ξαποστάσει από τη κούραση της πορείας. Το παλάτι των Φερών ήταν βυθισμένο στο πένθος. Ο βασιλιάς δεν φανέρωσε στον Θηβαίο ήρωα το θάνατο της αγαπημένης του, ώστε να προσφέρει την πατροπαράδοτη φιλοξενία στο διαβάτη φίλο. 


O Ηρακλής έμαθε από κάποιο δούλο την αιτία της θλίψης στο παλάτι. Τότε έτρεξε στον τάφο, όπου πριν από λίγο είχαν βάλλει το κορμί της Άλκηστης, και όταν εμφανίστηκε ο Θάνατος για να την κατεβάσει στου Άδη τα παλάτια, χύθηκε καταπάνω του με τη γνωστή του ορμή, που τον έκανε ξακουστό, και την απόσπασε από τα χέρια του. Έτσι με μεγάλη χαρά, την επανέφερε στον αξιαγάπητο φίλο του, γεμίζοντας χαρά το παλάτι του Άδμητου. ]]


Η Άλκηστη, λοιπόν, δεν διστάζει να πεθάνει στη θέση του άντρα της: « εγώ σε πρεσβεύουσα καντί της εμής ψυχής καταστήσασα φως τόδ’ εισοράν, θνήσκω, παρόν μοι μη θανείν, υπέρ σέθεν ». Η ηρωίδα λέει: « δεί γαρ θανείν με ». Θεωρεί χρέος της να πάει στον Άδη, για να μη χαθεί ο Άδμητος, τον οποίο υπεραγαπά. Πιστεύουμε ότι αυτή είναι η υπέρτερη θυσιατική πράξη στο βωμό της αγάπης!


Κι όμως, αυτές είναι οι εκδηλώσεις που φανερώνουν πως ο άνθρωπος έχει και θεϊκή φύση. Γιατί από αγάπη ο Θεός εγκατέλειψε την κατάσταση ηρεμίας Του και ήρθε σε κατάσταση εκδήλωσης! Δημιούργησε τον Κόσμο! Από αγάπη ο Θεός μας έστειλε τον μονογενή Του Υιό. Κι Αυτός από αγάπη θυσιάστηκε για να επισπεύσει τον απεγκλωβισμό μας από την ύλη και την επάνοδό μας στην Βασιλεία του Ουρανού, την πνευματοποίησή μας…


Τάκης Μαρκου

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα