Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ΧΡΙΣΤΟΣ: ΟΙ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ «ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΟΛΟΣ Ο ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΚΡΕΜΟΝΤΑΙ» – ΟΛΟΣ ΟΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Φωτογραφία του χρήστη Φίλοι του Παραμαχάνσα Γιογκανάντα SRF διαλογισμός Κρίγια Γιόγκα, η Αφύπνιση.

Και ένας απ’ αυτούς, νομικός, ρώτησε προκαλώντας τον, και λέγοντας: «Δάσκαλε, ποια εντολή είναι μεγάλη στον νόμο?».

Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν: «Θα αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, και με όλη την ψυχή σου, και με όλο τον νου σου. Αυτή είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Και η δεύτερη, όμοια μ’ αυτήν, θα αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Απ’ αυτές τις δύο εντολές όλος ο νόμος και οι προφήτες κρέμονται. Αυτό κάνε και θα ζήσεις» (κατά Ματθαίο ΚΒ:35-40 και κατά Λουκά).

ΕΞΗΓΗΣΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ: 

«Οφείλεις να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου με όλη σου την καρδιά, και η καρδιά σημαίνει να ποθείς εξ ολοκλήρου Αυτόν. Και με όλη σου την ψυχή, αυτό σημαίνει ολόκληρη η θέλησή σου να είναι σ’ Αυτόν παραδομένη. Και με ολόκληρο τον νου σου, αυτό σημαίνει πάντα Αυτόν να σκέφτεσαι». Δεν εξηγεί τι σημαίνει «όλος ο νόμος και οι προφήτες κρέμονται απ’ αυτές τις δύο εντολές».

ΕΞΗΓΗΣΗ ΠΑΡΑΜΑΧΑΝΣΑ ΓΙΟΓΚΑΝΑΝΤΑ:

Ολόκληρος ο σκοπός της θρησκείας –στην πραγματικότητα της ίδιας της ζωής– περικλείεται στις δύο ύψιστες εντολές που παραθέτονται από τον Ιησού σ’ αυτά τα εδάφια. Μέσα σε αυτές βρίσκεται η ουσία της αιώνιας αλήθειας που διακρίνει όλα τα αυθεντικά πνευματικά μονοπάτια, το μη επιδεχόμενο μείωσης επιβεβλημένο το οποίο ο άνθρωπος πρέπει να ενστερνιστεί ως μια εξατομικευμένη ψυχή που είναι διαχωρισμένη από τον Θεό, για να ανακτήσει τη συνειδητοποίηση της ενότητας με τον Δημιουργό του.

«Αυτό κάνε, και θα ζήσεις», είπε ο Ιησούς στον νομικό που τον είχε ρωτήσει πώς να κερδίσει την αιώνια ζωή. Δηλαδή: «Αν μπορείς να αγαπάς τον Θεό ολοκληρωτικά σε πραγματική κοινωνία σε καθημερινό διαλογισμό, και δείξεις με τις πράξεις σου ότι αγαπάς τον πλησίον (τον θεϊκό αδελφό σου) όπως αγαπάς τον εαυτό σου, θα εγερθείς πάνω από τη θνητή συνειδητότητα αυτού του απατηλού πεδίου της ζωής και του θανάτου και θα συνειδητοποιήσεις το αιώνιο, αμετάβλητο Πνεύμα που υπάρχει μέσα σου και ότι Αυτό υπάρχει παντού».

«Απ’ αυτές τις δύο εντολές όλος ο νόμος και οι προφήτες κρέμονται», διακήρυξε ο Ιησούς στον νομικό που αναφέρεται στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο.

Και στον γραμματέα στο κατά Μάρκο Ευαγγέλιο που ρώτησε ποια θεϊκή εντολή ήταν η ανώτερη όλων, ο Ιησούς απάντησε: «Ο Συμπαντικός Ηγεμόνας και Προστάτης μας, ο ένας και μοναδικός Θεός μας, είναι ο αποκλειστικός Κύριος και Αφέντης ολόκληρης της δημιουργίας. Σε δημιούργησε ως ένα από τα παιδιά Του, κατ’ εικόνα Του και έχοντας την εντεταλμένη απ’ Αυτόν θεϊκή σχέση. Επιβάλλεται να αγαπάς αυθόρμητα τον Δημιουργό σου με την αγάπη που ενστάλαξε σ’ εσένα – με όλη τη θεϊκή αγάπη της καρδιάς σου, με όλη τη διαισθητική αντίληψη της ψυχής σου, με όλη την προσοχή του νου σου, και με όλη τη δύναμη της νοητικής σου αποφασιστικότητας και της υλικής ενέργειάς σου».

Αυτός, διακήρυξε ο Ιησούς, είναι ο πιο σημαντικός απ’ όλους τους συμπαντικούς νόμους που εντέλλονται από το Πνεύμα για την εξύψωση της ψυχής και τη λύτρωση, διότι μέσα από την πύλη της αγάπης του ανθρώπου ο Θεός έρχεται σε ενότητα μ’ αυτόν, μια ένωση που τον ελευθερώνει από τα δεσμά της αυταπάτης. Με το να αγαπά κάποιος τον Θεό στον υπέρτατο βαθμό λαμβάνει απ’ Αυτόν αιώνια ικανοποίηση και ολοκλήρωση, με ελευθερία απ’ όλες τις ανθρώπινες επιθυμίες που προκαλούν συνεχείς γεννήσεις και θανάτους μαζί με τις απρόβλεπτες συμφορές τους.

Ο Ιησούς επαίνεσε την κατανόηση που επέδειξε ο γραμματέας, και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν κοντά στην επίτευξη ενός υψηλού βαθμού πνευματικής συνειδητότητας, επειδή αυτός ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι το να αγαπά τον Θεό ως κυρίαρχο και με την εγγενή οικειότητά Του μέσα σε όλα τα όντα είναι «είναι περισσότερο απ’ όλα τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες». Με το να προσκυνά κάποιος τον Δημιουργό μέσω εξωτερικών θρησκευτικών τυπικοτήτων διατηρεί έναν διαχωρισμό μεταξύ του προσκυνητή και του Αυτού τον Οποίο προσκυνά. Με το να Τον αγαπά γίνεται ο φίλος Του, ο γιος Του, και ένα μ’ Αυτόν.

Το να προστάζει ο Θεός τον άνθρωπο να Τον αγαπά πάνω από οτιδήποτε άλλο μπορεί να φαίνεται ανάρμοστο για ένα Παντοδύναμο Ον. Όλοι όμως οι αβατάρ (οι ενωμένοι με τον Θεό) και οι άγιοι έχουν καταλάβει μέσα στην καρδιά τους ότι αυτό δεν αφορά την ικανοποίηση μιας παρορμητικής ιδιοτροπίας του Θεού, αλλά αντίθετα αποτελεί μια αναγκαιότητα μέσω της οποίας η εξατομικευμένη ψυχή μπορεί να αποκτήσει μια συνειδητή σύνδεση με την Πηγή της. Ο Θεός μπορεί να ζήσει χωρίς την αγάπη του ανθρώπου. Όπως όμως το κύμα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον ωκεανό, έτσι και ο άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς την αγάπη του Θεού. Η δίψα για αγάπη σε κάθε ανθρώπινη καρδιά οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα της αγάπης του Θεού. Οπότε οι αβατάρ και οι άγιοι προτρέπουν την ανθρωπότητα να αγαπά τον Θεό, όχι λόγω εξαναγκασμού ή εντολών, αλλά επειδή ο ωκεανός της αγάπης Του ξεχύνεται πίσω από το μικρό κύμα αγάπης μέσα σε κάθε καρδιά.

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟ ΦΕΡΝΕΙ ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΑΓΑΠΗ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ
Αν και ο άνθρωπος πρέπει να αγαπά τον Θεό προκειμένου να Τον γνωρίσει, είναι εξίσου αληθές και το ότι ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει τον Θεό για Τον αγαπήσει. Κανείς δεν μπορεί να αγαπά τίποτα για το οποίο είναι εντελώς αδαής. Κανείς δεν μπορεί να αγαπά κάποιον που του είναι απόλυτα άγνωστος. Εκείνοι όμως που διαλογίζονται βαθιά πράγματι «γνωρίζουν», γιατί βρίσκουν απόδειξη της ύπαρξης του Θεού με τη μορφή της πάντα ανανεούμενης Χαράς που αισθάνονται στον διαλογισμό, ή του Συμπαντικού Ήχου του Ομ (του Αμήν) που ακούγεται στη βαθιά σιωπή, ή της Συμπαντικής Αγάπης που βιώνεται ενόσω ο πιστός επικεντρώνει την αφοσίωσή του στην καρδιά, ή της Συμπαντικής Σοφίας που χαράζει ως εσωτερική φώτιση, ή του Συμπαντικού Φωτός που προκαλεί οράματα της Αιωνιότητας, ή της Συμπαντικής Ζωής που γίνεται αισθητή κατά τη διάρκεια του διαλογισμού όταν η μικρή ζωή ενώνεται με τη μεγαλύτερη Ζωή που βρίσκεται μέσα στα πάντα.

Κάθε πιστός που έστω και για μια φορά έχει αισθανθεί τον Θεό με οποιαδήποτε από τις απτές εκδηλώσεις Του στον διαλογισμό, δεν μπορεί παρά να Τον αγαπά, όταν έχει έτσι συνεπαρθεί από τις συγκλονιστικές Του ιδιότητες. Οι περισσότεροι άνθρωποι ποτέ δεν αγαπούν τον Θεό πραγματικά, επειδή γνωρίζουν ελάχιστα πόσο αξιολάτρευτος είναι ο Κύριος όταν επισκέπτεται την καρδιά τού διαλογιζόμενου πιστού. Αυτή η αληθινή επαφή με την υπερβατική παρουσία του Θεού είναι δυνατή για τους αποφασισμένους πιστούς που εμμένουν στον διαλογισμό και στις συνεχείς, ολόψυχες προσευχές.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΙΟΓΚΑ, ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΠΑΡΕΧΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΝΑ ΕΚΠΛΗΡΩΘΕΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΝΤΟΛΗ

Ο μέσος θρησκευόμενος εκλογικεύει την εκπλήρωση της πνευματικής του υποχρέωσης μέσα από αφηρημένες προσευχές ή τελετουργίες με μηχανικό τρόπο, ή μέσα από κυκλικές περιπλανήσεις στο δάσος της θεολογίας και του δόγματος.

Μπορεί να προσπαθεί να αισθανθεί αγάπη και αφοσίωση για τον Θεό στην καρδιά του, και να στρέφει τον νου του στον Θεό όσο πιο πολύ μπορεί κατά τη διάρκεια των προσευχών του. Και μπορεί να προσπαθεί να αγαπά τον Θεό «με όλη τη δύναμή του» με μεγαλόφωνα τραγούδια και έντονους χορούς, ή ακόμη και κυλιόμενος στο έδαφος όπως κάνουν κάποιες αιρέσεις. Όταν όμως φτάσει στην εντολή να αγαπά τον Θεό με όλη την ψυχή του, τότε περιέρχεται σε πλήρη αμηχανία, καθώς δεν γνωρίζει καν τι είναι η ψυχή. Η μόνη στιγμή που γνωρίζει κάτι για την ψυχή του (και τότε μόνο με ασυνείδητο τρόπο) είναι όταν κοιμάται βαθιά, χωρίς όνειρα. Σ’ αυτήν την κατάσταση, η «δύναμη» ή ζωική ενέργεια διακόπτεται από τις πέντε αισθήσεις και αποσύρεται προς τα μέσα. Η συνειδητότητα ότι είναι ένα υλικό ον χάνεται. Τη νύχτα τα ανθρώπινα όντα έχουν μια φευγαλέα εικόνα του πραγματικού Εαυτού τους, της ψυχής. Κάθε πρωί, μόλις ξυπνούν, στην πλειοψηφία τους ταυτίζονται πάλι με τη λανθασμένη ιδέα για τον εαυτό τους, ότι είναι θνητοί άνθρωποι.

Οι εξωτερικές απόπειρες να γίνει πράξη η διδασκαλία του Ιησού συνήθως αποφέρουν μια μηδαμινή μόνο εξωτερική ικανοποίηση, αλλά όχι συνειδητοποίηση του Θεού. Υπάρχει όμως ένα εσωτερικό νόημα στην παραίνεση να αγαπά κάποιος τον Θεό με όλη την καρδιά του, τον νου του, την ψυχή του και τη δύναμή του. Ο Ιησούς χρησιμοποίησε αυτούς τους απλούς όρους των Γραφών, αλλά προέβαλε την κατανόησή του ότι μέσα σ’ αυτές βρίσκεται ολόκληρη η επιστήμη της γιόγκα, η υπερβατική μέθοδος της θεϊκής ένωσης μέσω διαλογισμού.

Το «να αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου με όλο τον νου σου» σημαίνει να αγαπά κάποιος τον Θεό με εστιασμένη αυτοσυγκέντρωση. Αν ο νους ενός ανθρώπου, ενόσω αυτός προσεύχεται με ευλάβεια, πετά συνεχώς σε σκέψεις που αφορούν την δουλειά ή το φαγητό ή τις σωματικές αισθήσεις ή άλλους περισπασμούς, αυτό δεν είναι αγάπη για τον Θεό με όλο τον νου. Η Βίβλος διδάσκει: «Να προσεύχεστε αδιάλειπτα» (προς Θεσσαλονικείς Α’ Ε:17). Η ινδική επιστήμη της γιόγκα παρέχει την πραγματική μεθοδολογία να προσκυνά κάποιος τον Θεό μ’ αυτόν τον απόλυτα συγκεντρωμένου νου.

Το να «αγαπάς τον Κύριο τον Θεό σου με όλη την ψυχή σου» σημαίνει να εισέρχεται κάποιος στην κατάσταση της υπερσυνείδητης έκστασης, της άμεσης αντίληψης της ψυχής και της ενότητάς της με τον Θεό. Όταν καμία σκέψη δεν εισέρχεται στον νου, αλλά υπάρχει μια συνειδητή παντογνωσία, όταν κάποιος γνωρίζει μέσω διαισθητικής συνειδητοποίησης ότι μπορεί να κάνει οτιδήποτε απλώς προστάζοντάς το να γίνει, τότε βρίσκεται στη διευρυμένη κατάσταση του υπερσυνειδήτου. Είναι η συνειδητοποίηση της ψυχής ότι είναι η αντανάκλαση του Θεού, η σύνδεση της ψυχής με τη συνειδητότητα του Θεού. Είναι μια κατάσταση ανείπωτης χαράς: η κρυστάλλινη ψυχική αντίληψη του πανταχού παρόντος Πνεύματος που ανακλάται ως η χαρά του διαλογισμού.

Το να αγαπά κάποιος τον Θεό με όλη την ψυχή του απαιτεί την απόλυτη ακινησία της υπερβατικής εσωτερίκευσης. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί αν κάποιος προσεύχεται μεγαλόφωνα, κουνά τα χέρια εδώ κι εκεί, τραγουδά ή ψάλλει, ή κάνει οτιδήποτε άλλο που ενεργοποιεί τον αισθητήριο-μυϊκό μηχανισμό του σώματος. Όπως στον βαθύ ύπνο το σώμα και οι αισθήσεις γίνονται αδρανείς, αυτή η εσωτερική απόσυρση είναι επίσης χαρακτηριστικό της υπερσυνείδητης έκστασης – μόνο που η έκσταση είναι πολύ βαθύτερη από τον ύπνο. Η εμπειρία δέκα εκατομμυρίων ύπνων δεν μπορεί να περιγράψει τη χαρά της. Αυτή είναι η κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει την ψυχή, και μ’ αυτόν τον αληθινό Εαυτό να λατρέψει ολοκληρωτικά τον Θεό που είναι η ίδια η Αγάπη.

ΜΕ ΟΛΗ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΣΟΥ: Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΡΑΝΑΓΙΑΜΑ

Η γιόγκα διδάσκει αυτή την επιστήμη. Όταν κάποιος κοιμάται, ο συνειδητός νους είναι αδρανής. Η δύναμη αποσύρεται από τον κιναισθητικό μηχανισμό του εγκεφάλου και από τους μυς και τα νεύρα και επικεντρώνεται στις δυνατότητες του υποσυνείδητου νου. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να εισέλθει στην κατάσταση του ύπνου του υποσυνείδητου, συνήθως παθητικά, παρά μόνο όταν η ζωική δύναμη διακοπεί από το συνειδητό κιναισθητικό νευρικό σύστημα. Και ο άνθρωπος δεν μπορεί να εισέλθει στην υπερσυνείδητη κατάσταση, υπερβαίνοντας το υποσυνείδητο, χωρίς πρώτα να διακόψει συνειδητά τη ζωική ενέργεια από τις αισθήσεις και τους μυς.

Ο απόλυτος έλεγχος της ζωικής ενέργειας που καθιστά κάποιον ικανό να αγαπά τον Θεό με όλη τη δύναμή του αρχίζει με τη στάση του σώματος (άσανα) και με τις αναπνευστικές ασκήσεις για τον έλεγχο της ζωικής δύναμης (πραναγιάμα, τεχνικές για να ησυχάσει η αναπνοή και η καρδιά). Με μια τέτοια εξάσκηση, η καρδιά γίνεται ήσυχη, και αποκόπτει αποτελεσματικά την ενέργεια από τις αισθήσεις και ακινητοποιεί την αδιάκοπη αναπνοή που κρατά τον άνθρωπο δεμένο με τη σωματική συνειδητότητα. Ο γιόγκι είναι ικανός να επικεντρώνεται στον Θεό χωρίς να υφίσταται την ενοχλητική έλξη της σάρκας. Ο νους, αποκομμένος από τις αισθήσεις, γίνεται υπερβατικά εσωτερικευμένος (πρατγιαχάρα). Ο πιστός τότε μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτόν τον ελεύθερο νου σε μια κοινωνία αγάπης για τον Θεό. Όταν ο πιστός μπορεί να αγαπά τον Θεό μ’ έναν νου αυτοσυγκεντρωμένο εσωτερικά, αρχίζει να αισθάνεται αυτήν την αγάπη για τον Θεό στην καρδιά του να διαποτίζει θεσπέσια με την παρουσία του Θεού κάθε χροιά των συναισθημάτων του. Η κατακλυσμένη από τον Θεό καρδιά τότε αισθάνεται τον Λατρεμένο Κύριο στις εσώτατες εσοχές της ψυχής, εκεί όπου η μικρή αγάπη συναντά και αγκαλιάζεται από τη Μεγάλη Αγάπη. Η συναίσθηση του Θεού στην ψυχή διευρύνεται και γίνεται συνειδητοποίηση του Θεού στην πανταχού παρούσα υπόστασή Του (η σάμγιαμα της γιόγκα: νταράνα, ντυάνα, σαμάντι).

Ο Ιησούς προχώρησε πολύ βαθιά σε διδασκαλίες που επιφανειακά φαίνονται απλές – πολύ βαθύτερες από όσο μπορούν να καταλάβουν οι περισσότεροι άνθρωποι. Το ότι δίδαξε ολόκληρο το σύστημα της γιόγκα, την επιστημονική μέθοδο της ένωσης με τον Θεό, καταδεικνύεται στο Βιβλίο της Αποκάλυψης, στο μυστήριο των επτά αστέρων και των επτά εκκλησιών με τους επτά αγγέλους τους και τους επτά χρυσούς λυχνοστάτες. Η συνειδητοποίηση του Θεού επιτυγχάνεται με το άνοιγμα των «επτά σφραγίδων» αυτών των κέντρων της πνευματικής αντίληψης, και επιτυγχάνεται η κυριαρχία πάνω σε όλες τις αστρικές δυνάμεις της ζωής και του θανάτου μέσω των οποίων η ψυχή ανέρχεται στην απελευθέρωσή της.

Ο Ιησούς τόνισε ότι η λύτρωση αρχίζει με τις μεθόδους που καθιστούν ικανό τον πιστό να αγαπά τον Θεό αληθινά με τις υπέρτατες προσφορές της καρδιάς, του νου, της ψυχής και της δύναμής του. Στο ανώτατη Γραφή της γιόγκα της Ινδίας, την Μπάγκαβαντ Γκίτα, ο Κύριος μιλά με λόγια που αντιστοιχούν στη βιβλική εντολή που παραθέτει ο Ιησούς: «Άκου πάλι τα υπέρτατα λόγια Μου, τα πιο μυστικά απ’ όλα. Επειδή σ’ αγαπώ πάρα πολύ, θα αφηγηθώ τι είναι ευεργετικό για σένα. Απορρόφησε τον νου σου σ’ Εμένα. Γίνε πιστός Μου. Παράδωσε όλα τα πράγματα σ’ Εμένα. Να υποκλίνεσαι σ’ Εμένα. Μου είσαι αγαπητός, γι’ αυτό στ’ αλήθεια σου υπόσχομαι: Θα Με φτάσεις!».

Η Πρώτη Εντολή οδηγεί τον πιστό στην τήρηση του δεύτερου μεγάλου πνευματικού νόμου, της εντολής της «όμοιας» με την πρώτη. Καθώς ο άνθρωπος πασχίζει να αισθανθεί τον Θεό μέσα του, έχει επίσης το καθήκον να μοιραστεί την εμπειρία του Θεού μέσα του με τους πλησίον του: «Θα αγαπάς τον πλησίον σου (όλες τις φυλές και τα πλάσματα οπουδήποτε, με τα οποία κάποιος έρχεται σε επαφή) όπως τον εαυτό σου (όπως αγαπάς τη δική σου ψυχή) – γιατί επειδή βλέπεις τον Θεό μέσα σε όλους». Ο πλησίον του ανθρώπου είναι η εκδήλωση του ανώτερου Εαυτού του ή Θεού.

Εμψυχωμένος από την αγάπη του για τον Θεό στον διαλογισμό, ο άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να αποκτά «πλησίον» με την ψυχή του με το να βοηθά ανθρώπους που δεν συγκαταλέγονται στην δική του οικογένεια, είναι όμως πιο κοντά σ’ αυτόν απ’ όσο ο κόσμος στην ολότητά του. Οι άνθρωποι ενστικτωδώς προτιμούν να προσφέρουν στην οικογένειά τους παρά σε ξένους. Και η ιδέα του «κόσμου» καθ’ εαυτόν είναι μια έννοια πολύ απόμακρη και αφηρημένη. Όταν όμως ο άνθρωπος ζει μόνο για τον εαυτό του και για λίγους μόνο που επιλέγει να ευνοεί ως δικούς του, καταστέλλει τη διεύρυνση της ζωής του, και από πνευματικής πλευράς δεν ζει καθόλου. Αντίθετα, όταν κάποιος εκτείνει τη συμπόνια και τη φροντίδα του από τη συνειδητότητα «εμείς οι τρεις κι άλλος κανείς» στους πλησίον του και στον κόσμο γενικά, η μικρή ζωή του ρέει μέσα στη μεγαλύτερη ζωή του Θεού και γίνεται η Αιώνια Ζωή – το δεύτερο προαπαιτούμενο στην απάντηση της ερώτησης που τέθηκε από τον νομικό στον Χριστό: «Τι να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή?».

Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν μέσα σε στενούς τοίχους ιδιοτέλειας, χωρίς ποτέ να αισθάνονται τον παλμό της οικουμενικής ζωής του Θεού. Όποιος ζει αγνοώντας ότι η ζωή του προέρχεται από την αιώνια ζωή, που ζει μια αποκλειστικά υλιστική ζωή, πεθαίνει και μετενσαρκώνεται χωρίς να θυμάται τίποτα από τις προηγούμενες ζωές, δεν έχει ζήσει πραγματικά. Η θνητή συνειδητότητά του περιπλανήθηκε μέσα σε απατηλές ονειρικές εμπειρίες, αλλά ο αληθινός Εαυτός του, η ψυχή, ποτέ δεν ξύπνησε ώστε να εκδηλώσει τη θεϊκή φύση και την αθανασία του. Σε αντίθεση, όποιος πιστός συνειδητοποιεί με διαλογισμό την αιώνια ζωή πίσω από τη θνητή ζωή του ζει για πάντα, χωρίς ποτέ να χάνει τη συνειδητή ύπαρξή του την ώρα του θανάτου, ή από τη μία ενσάρκωση στην άλλη, ή στην αιωνιότητα της ελευθερίας της ψυχής στον Θεό.

Οι άγιοι και οι σοφοί που εκπληρώνουν τις δύο υπέρτατες εντολές παύουν να υπόκεινται πλέον στην πειθαρχία των υπόλοιπων εντολών, διότι αγαπώντας τον Θεό στον υπερβατικό διαλογισμό και ως εκδηλωμένου στους άλλους, αυτόματα τηρείται η δικαιοσύνη όλων των συμπαντικών νόμων.

Η ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ, ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Είτε κάποιος ήταν στη ζωή του ενάρετος είτε αξιοκατάκριτος, η αγάπη για τον Θεό είναι η σωτηρία του. Κάθε ψυχή θα πρέπει να διεκδικεί δικαιωματικά τη στοργική βοήθεια του Θεού: «Κύριε, κακός ή καλός, είμαι παιδί Σου. Με δημιούργησες κατ’ εικόνα Σου. Μπορεί να ήμουν κακός, αλλά τότε είναι που το παιδί Σου Σε χρειάζεται ακόμα περισσότερο». Αυτός που απομακρύνεται από τον Θεό είναι ο μεγαλύτερος αμαρτωλός. Ο μεγαλύτερος αμαρτωλός είναι αυτός που λέει: «Δεν μπορεί κάποιος να αλλάξει και από αχρείος να γίνει ενάρετος». Αυτός όμως που λέει μέσα από την ειλικρίνεια της καρδιάς του: «Θεέ, Σ’ αγαπώ», γρήγορα γίνεται ένας ενάρετος άνθρωπος ακόμα κι αν κουβαλά επάνω του όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Είναι ασφαλής.

Κανείς δεν μπορεί να βρει τον Θεό χωρίς αγάπη, γιατί η ελεύθερα προσφερόμενη αγάπη από την καρδιά των παιδιών Του είναι το μόνο πράγμα που αναζητά ο Δημιουργός του ανθρώπου. Έχει όλα τα άλλα. Οι πόνοι της αγάπης που δεν βρήκε ανταπόκριση, και αυτοί του αποχωρισμού από τους αγαπημένους κάποιου στον θάνατο δεν είναι για να βασανίζεται ο άνθρωπος, αλλά για να αναζητήσει επιτέλους Αυτόν που πράγματι τον Αγαπά και τον περιμένει – έναν που Αγαπά ο Οποίος δεν είναι ούτε άντρας ούτε γυναίκα, αλλά ο μεγαλειώδης Θεός που έχει μεταμφιεστεί μπροστά του ως πατέρας, μητέρα, φίλος, σε μια σωρεία ενσαρκώσεων με ανθρώπους που τον αγάπησαν. Αυτός είναι που σας καλεί, Αυτός που δεν πρόκειται να σας εγκαταλείψει ποτέ.

Στον πιστό που επιθυμεί τον Θεό επαρκώς ένθερμα, Αυτός θα έρθει. Θα ελευθερώσει αυτόν τον αναζητητή απ’ όλες τις ψευδείς αντιλήψεις του ονειρικού κόσμου που δημιούργησε. Γνωρίζει ότι η αυταπάτη με τους πειρασμούς της κάποιες φορές είναι τρομερή για τα παιδιά Του που δεν είναι φωτισμένα. Είναι η δοκιμασία του Θεού, αλλά ποτέ δεν θέτει δοκιμασίες που να υπερβαίνουν την αντοχή και την ικανότητα του νικηφόρου πνεύματος του πιστού Του. Ακόμα κι όταν ο πιστός νομίζει ότι δεν αντέχει άλλο, ο Κύριος είναι πάντα στο πλευρό του όπως ήταν με τον Άγιο Αντώνιο, ενδυναμώνοντας και στηρίζοντας σιωπηλά κάθε προσπάθεια του πιστού.

Όταν η καρδιά γίνει διάπυρη από πόθο για τον Θεό, έναν πόθο που γεννιέται από τη θλίψη του αποχωρισμού για ατέλειωτες ενσαρκώσεις, ο Κύριος θα αποκαλυφθεί. Και η μακαριότητα που περιβάλλει την ψυχή σ’ αυτή τη συνάντηση, καμιά ανθρώπινη γλώσσα δεν είναι ικανή να την περιγράψει. Η καρδιά ραγίζει χίλιες φορές – ένα εκατομμύριο φορές.

Το ανθρώπινο ειδύλλιο είναι μια εφήμερη φαντασία. Το ειδύλλιο με τον Θεό είναι μια αληθινή και αιώνια χαρά της Ζωής κάθε ζωής, η Αγάπη κάθε αγάπης. Ο Θεός έχει τόσο πολλή αγάπη να δώσει στον πιστό Του που θα υπερχειλίσει όλα τα όρια της καρδιάς του.

Όταν αυτή η αγάπη του Θεού γεμίζει την ύπαρξη κάποιου, αγκαλιάζει τους πάντες σε μια οικουμενική συνειδητότητα αγάπης, υπηρεσίας και συμπόνιας. Όπως έγραψε ο μεγάλος μαθητής του Ιησού, Ιωάννης: «Αγαπητοί, ας αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Διότι η αγάπη είναι από τον Θεό. Και κάθε ένας που αγαπά, από τον Θεό γεννήθηκε, και γνωρίζει τον Θεό. Όποιος δεν αγαπά, δεν γνώρισε τον Θεό. Διότι ο Θεός είναι αγάπη» (Επιστολή Ιωάννη Α’, Δ:7-8). 

– Παραμαχάνσα Γιογκανάντα


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα