Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ


Άρθρο: Κωνσταντίνος Αλσινός Αμπατζίδης

Πολύ πρωί, πλατεία Ομονοίας,  από τα νότια της πόλης ανεβαίνει ένα θαλασσινό υγρό αεράκι, τα σκουπίδια τρέχουν στην πλατεία, τα ταξί περιμένουν ήδη, μυρίζει καβουρντισμένος καφέ από τα κοντινά καφεκοπτεία, ο άντρας πλησιάζει στο περίπτερο…)
Καλώς τον φίλο μου! Που χάθηκες; Ήρθες πάλι για τσιγάρα;
 Έχεις καιρό να φανείς…
Πολλοί περνάνε κάθε μέρα από εδώ, αλλά λίγους μπορώ να θυμάμαι κι ακόμα λιγότερους πια μπορώ να λέω φίλους,
Έχει αλλάξει ο κόσμος αδελφέ, δεν είναι ίδιοι πια οι άνθρωποι, άκου κι εμένα που τους βλέπω εδώ να περνούν μιλιούνια κάθε μέρα,
το πρωί όταν πάνε στις δουλειές τους, το μεσημέρι όταν γυρνούν, τους άεργους διαβάτες που απλά τριγυρίζουν, τους άνεργους νέους, τους γέρους, τις νεαρές, τις μεσόκοπες, άλλους περίεργους κι άλλους αδιάφορους που κι αυτοί τριγυρνούν,
– γενικά πολύς κόσμος τριγυρνά τελευταία, κι ίσως αυτό να είναι και το κακό, κανείς δεν σταματά να κοιτάξει, να σκεφτεί, να φωνάξει-
   Τους βλέπω καλά εγώ, τους ξέρω,
 τους  άνδρες, τις γυναίκες, τα παιδιά
-αλλά άλλη ιστορία τα παιδιά, δεν μπορείς να τα κατηγορήσεις ακόμη για τίποτα, δεν είναι καν κύριοι του εαυτού τους, απλώς ανησυχείς βλέποντας τους γονείς τους και τον κόσμο που μεγαλώνουν, λες,
που στα κομμάτια πάει πια αυτός ο τόπος,
 σε τι θα μπορούσε πλέον να ελπίζει κανείς-
Κόσμος και κοσμάκης, μιλιούνια σου λέω,
Μα όλοι μαζί τι;
Τίποτα, τίποτα σου λέω, τίποτα…
Θα πάρεις τσιγάρα; Πόσα πακέτα;
   Κάποτε που λες ένοιωθα πολύ ασφαλής εδώ, το περίπτερο αυτό ήταν σαν το βασίλειό μου κι αυτή η καρέκλα ο θρόνος μου,
Περνούσαν άνθρωποι και με χαιρετούσαν ανάμεσα στις τσίχλες μου, τα τσιγάρα μου, τα περιοδικά μου, τα παστέλια, τα κρουασάν, τα χαρτομάντηλα, τα πατατάκια, τα προφυλακτικά, τους αναπτήρες
Ένας ολόκληρος κόσμος, πράγματα που μόνο ένας περιπτεράς θα μπορούσε να συγκεντρώσει και να τα βάλει δίπλα-δίπλα, μια περιουσία, όλοι με χρειάζονταν και με σέβονταν, είχα τη λύση για όλα, πολλοί με ήξεραν με τ’ όνομά μου,
άλλοι καιροί τότε, οι άνθρωποι σου χαμογελούσαν, σου λέγαν καλημέρα, πολλοί σου έπιαναν και τη κουβέντα, ελάχιστοι βιάζονταν,
Τώρα όλοι περνούν γρήγορα, δεν λεν τίποτα, δεν σε κοιτούν καν, ζητούν αυτό που θέλουν και το θέλουν γρήγορα, να το πάρουν να φύγουν, να χρειαστούν κάτι άλλο μετά, να το χαρούν κι αυτό γρήγορα,
Ο χρόνος πια είναι τόσο κακοποιημένος, σαν να τον κλείσαμε φυλακή και να τον χτυπούμε κάθε μέρα, να τον βασανίζουμε, σαν να τον πιέζουμε να μαρτυρήσει κάποιο μυστικό
που απλώς έχουμε ξεχάσει,
Όλοι τρέχουν, τρέχουν, χτυπούν, σκοντάφτουν, σηκώνονται, ξανατρέχουν,
    μια τρέλλα.

Παλιότερα εδώ μέσα ένοιωθα πολύ στέρεος,
το ξύλινο κουτί αυτό ήταν ο πύργος μου,
σαν να κατείχα ένα υπόγειο κάστρο κι αυτό το παραθυράκι εδώ να ήταν το υπερυψωμένο παρατήριό μου,
 -έχω και σημαίες άμα δεις-,
Καθόμουν και κοίταζα έξω τον κόσμο,
κακιά συνήθεια, πολύ κακιά,
γυρνούσαν όλοι γύρω μου, πιο ευδιάθετοι, ανέμελοι,
Τον είδα ν’ αλλάζει μαζί με τους ανθρώπους του,
 πως αλλάζει ο άνεμος καμμιά φορά τα κύματα,
 αλλάξαμε φίλε, αλλάξαμε,
νικηθήκαμε…
 Εγώ στέκομαι ακόμη εδώ, κι αυτό το παραθυράκι που με πλαισιώνει με κάνει να φαίνομαι σαν κάποιο κάδρο ξεχασμένο στο πουθενά
ή αν το δεις ανάποδα,
σαν όλα γύρω μου να είναι μια ζωγραφιά κι εγώ να είμαι μια τρύπα που δείχνει στο από πίσω δωμάτιο, σαν τη συνείδηση που τρυπώνει ενίοτε στα πιο απίθανα μέρη,
ή ακόμα πιο ευφάνταστα, σαν όλοι αυτοί γύρω μου να γυρίζουν σαν τυφώνας κι εγώ να είμαι στο μάτι του,
Ωστόσο είμαι εδώ, και θα είμαι απ’ ότι δείχνει, ακόμα κι αν απαγορέψουν κάποτε και τα περίπτερα, γιατί πλέον όλα είναι πιθανά,
Θα στέκομαι να σας παρατηρώ μέσα απ’ το καβούκι μου,
δεν είμαι δα κι ο μόνος, όλοι το έχουμε κάνει,
μπορείς πάλι να με φανταστείς σαν κι εκείνους τους πέτρινους αγγέλους που στεφανώνουν κάποια κτίρια και εκκλησίες της δύσης,
Δεν ξέρω αν τους έχεις δει ποτέ,
Που στέκονται έτσι απερίσπαστοι και τηρούν το ρόλο τους,
Ενώ από κάτω τους μπορεί να γίνονται τα χειρότερα εγκλήματα,
 σαν αυτοί οι ίδιοι να επισκοπούν και να βασιλεύουν στα εγκλήματα,
Σαν το ανθρώπινο αδιόρθωτο να τους στρίμωξε εκεί στις πέτρινες μορφές τους ως ένδειξη δύναμης, ή κάποια τιμωρία,
Γιατί κανένας βέβαια
 δεν πρέπει να κρίνει και να βρίσκεται πάνω απ’ τους ανθρώπους,
είτε υπάρχει ως θεός, είτε υπάρχει ως άγγελος,
Θα τον στριμώξουν κάπου, θα του δώσουν μορφή και θα τον καταλάβουν, θα τον φέρουν εντέλει στα μέτρα τους,
   θα τον νικήσουν.
Έτσι νοιώθω κι εγώ εδώ μέσα κάποιες φορές, σαν ένας ανήμπορος πετρωμένος άγγελος, δίπλα σ’ ένα μεγάλο ρολόι
που σημαίνει κάθε τόσο τα χρόνια της φυλακής του,
τα χρόνια της ανημποριάς του.
Κι είναι τόσο περίεργο να βλέπεις τον χρόνο να κυλά δίπλα σ’ έναν άγγελο που στέκει εκεί μαρμαρωμένος,
Σαν οι άνθρωποι να ομολογούμε τελικά πόσο αιώνια μόνοι είμαστε,
Σαν η μοναξιά να είναι το μόνο θεϊκό μας στοιχείο,
Ειδικά σε αυτήν την χώρα που οι δαίμονες ευδαιμονούν…
Καμμιά φορά που λες, έρχεται κι ο θεός στα μέτρα του ανθρώπου,
Δες στα νεκροταφεία, με τί τιμές θάβουν και κηδεύουν τους ανθρώπους, και χτίζουν από επάνω τους περίτεχνους μαρμαρένιους τάφους,
Και καταφέρνουν να κλείνουν φιλοδοξίες που δεν χωρούσαν σ’ ολόκληρο τον κόσμο σε μόλις δύο μέτρα γης,
Κι όλα αυτά γιατί;
Σε τρία-τέσσερα χρόνια τους ξεθάβουν, σαν να μην έγινε τίποτα, πετάν τα οστά τους σε ένα λάκκο μαζί με εκατοντάδες άλλα,
Να που καταλήγουμε εμείς οι έξυπνοι, οι  πολιτισμένοι και οι θεοσεβούμενοι,
Εκεί μας οδήγησαν τόσα χρόνια διαλόγου με το θεό,
Άλλοι πληρώνουν για να φυλαχτούν τα οστά σε ένα σεντούκι,
Τι παράνοια κι αυτή, τι παράνοια,
Απ’ το θεό μπορεί και να ξεφύγεις,
Από τους ανθρώπους του όμως ποτέ, ούτε καν πεθαμένος,
Τυχαίνει μάλιστα καμμιά φορά τα μάρμαρα που ανοίγουν να χρησιμοποιούνται αλλού, όλα είναι πλέον λογικά κι αναμενόμενα
Παλιότερα είχαν καλύψει μέχρι και την πλατεία Συντάγματος με ταφόπλακες,
Ναι, όσο κι αν σου φαίνεται τρελλό,
Εγώ το είδα τότε σαν φόρο τιμής, για όσους χαθήκαν μάταια εκεί,
Θυσιαζόμενοι για ξεπεσμένα τώρα  όνειρα κι ιδανικά…
Βέβαια μετά, πατούσαν επάνω τους τόσοι ανιστόρητοι κι αγνώμονες πατριώτες, τόσοι πατριδοκάπηλοι,
Νικητές κι αυτοί μα ανήκεστα νικημένοι,
Μην τα συζητάς, μην ψάχνεις,
Πάω ακόμη στην πλατεία και σκέφτομαι βλέποντας τα πλήθη να περνούν,
Εκεί είδα τις προάλλες ένα περιστέρι κουτσό, ναι κουτσό, τώρα πού έχασε το πόδι του ψάξε βρες, μπορεί και να του το κόψανε σε κάποιον καυγά για κάποιο ψίχουλο, άκου τώρα λόγο να χάνει κανείς το πόδι του, να μου πεις, εδώ χάνονται άλλα κι άλλα,
καθόταν ώρα και με κοιτούσε,
-ξέρεις πως κάνουν, που σιμώνουν λίγο
αλλά σε απόσταση ασφαλείας, να είναι έτοιμα να ξεφύγουν αν χρειαστεί,
είχε κάτι στο βλέμμα του, με αυτή τη σοφία που κρύβεται καμμιά φορά στα πιο απλά πράγματα,
κουνούσε έτσι σπασμωδικά το κεφάλι του, σε σταθερό τέμπο, έντονα, ανήσυχα, σαν κάποιος άνθρωπος μουγγός που πνίγεται κ θέλει να μας πει κάτι ή
κάποιος φιμωμένος που παλεύει να σωθεί,
με κοίταζε και τα μάτια του ήταν σαν να μου φώναζαν
« εσύ τί κάνεις για όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω;»
Και κάθε τέντωμα του λαιμού του μου έμοιαζε σα να επαναλαμβανόταν αυτό το «τί»
«Τί; τί; τί;»
 σαν να καρφωνόταν ένα-ένα στο μυαλό μου,
Κι είδα μετά όλα τα περιστέρια της πλατείας, τα ένοιωθα να με κοιτούν, συντονίστηκαν , ήταν σαν όλα μαζί να με ρωτούσαν «τί; τί; τι;», χιλιάδες, εκατομμύρια «τί;»
Με ακινητοποίησαν, ακινητούσα χωρίς αναπνοή, μέχρι που τελικά,
Έδωσα μιαν υπόσχεση σ’ εκείνην την ομήγυρη, σε αυτή την «κοινωνία των πουλιών»,
ξέρεις, αυτήν την ιδεατή,
 που περιφρονούσε και περιφρονείτο ανέκαθεν από τον ανθρώπινο
    «πολιτισμό»
Είπα,
Θα κάνω κάτι , ό,τι μπορώ, κάτι,
Θα πεις πάλι, τι να μπορεί να κάνει μονάχα μια φωνή,
 κι απαντώ, μόνη της τίποτα,
Δίπλα σε κάποια άλλη πολλά,
μαζί με άλλες πολλά περισσότερα,
Γιατί ξέρεις,
 μόνο και μόνο να τολμήσεις να ονειρευτείς το παραμικρό,
πάει να πει
πως μάλλον είσαι ήδη ελεύθερος
Να δοκιμάσεις όμως κι αυτή τη μάρκα, είναι πιο ελαφριά, τούτα εδώ.
Κουράστηκα που λες,
Κουράστηκα να βλέπω ανθρώπους να περνούν, να προσπερνούν, να μη μιλούν, να φεύγουν.
Κάθομαι εδώ και κοιτάζω πάντα έξω,
Από αυτό το περιορισμένο κάδρο, σαράντα επί σαράντα,
Δεν ξέρω αν θα άντεχα μεγαλύτερο οπτικό πεδίο,
παρακολουθώ τις συναλλαγές των ανθρώπων που νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν κάτι στα κρυφά, τους βλέπω, κάνω τον χαζό πως δεν τους είδα, κάνουν κι αυτοί τους χαζούς πως δεν τους είδα, κάνουμε εντέλει όλοι μαζί τους χαζούς,
μπορεί και να μας ταιριάζει,
Κάθομαι και παρατηρώ τον πολιτισμένο μας κόσμο,
τον πολιτισμένο άνθρωπο,
 δεν φαντάζεσαι πόσο χόρτασα, πόσο μπούχτισα απ’ τον «πολιτισμό», στάσου κι εσύ εδώ δέκα λεπτά και θα με καταλάβεις,
    Όλοι τρέχουν, οι κυρίες καθρεφτίζονται βιαστικά στις βιτρίνες, ο άλλος βιάζεται να πάει στη δουλειά και πηδάει καθώς τρέχει πάνω από κάποιον που έχει πέσει στο δρόμο, μπορεί και νεκρό,  παιδάκια πεθαίνουν στις γωνιές από ασιτία, γεροντάκια πάνε και μαζεύουν τα πεσμένα φρούτα στις λαϊκές πριν τα καθαρίσει ο δήμος, κόσμος πεθαίνει γύρω κι όλοι περπατούν κοιτώντας ένα κινητό τηλέφωνο φτιάχνοντας συνάμα τα μαλλιά τους, η χώρα γκρεμίζεται κι εμείς κοιτάμε τα μπούτια της καθεμιάς στις τηλεοράσεις
-Τι; Σε ενοχλούν οι λέξεις μου; Μήπως κι αυτά τα περιοδικά εδώ με τις γυμνές; Ντρέπεσαι;
Έλα τώρα, αυτές είναι φίλες μου, μη σε φοβίζουν καθόλου, βλέπουμε μαζί τον κόσμο, κι είναι κι οι μόνες που ξέρω τελικά που δεν ντρέπονται να μας δείξουν τη γύμνια τους-
να σου πω εγώ γιατί πρέπει να ντρεπόμαστε όμως,
έχουμε λεφτά να πετάμε ακόμη γαρύφαλλα στις πίστες και δεν έχουμε να αγοράσουμε ένα γάλα σε ένα μωρό, οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας που δούλευαν μια ζωή τώρα χτυπιούνται από αστυνομικούς σε πλατείες κι έξω από υπουργεία, τα παιδιά μας φεύγουν μετανάστες όχι με πόνο, αλλά μουτζώνοντας πίσω,
έχουμε όλα τα μέσα και τις ευκολίες να συντονιστούμε και να κάνουμε κάτι, κι αντ’ αυτού διαλέγουμε να παρακολουθούμε το βαθύ κάθισμα της τάδε τραγουδίστριας και το βαθμό μαυρίσματος της άλλης παρουσιάστριας,
νικηθήκαμε σου λέω, νικηθήκαμε βαθειά,
αυτό είναι το αποτέλεσμα τόσων αιώνων πολιτισμού…
και μιας που είπαμε και για τη γύμνια,
κοίτα τους όλοι πως περνούν, συναντιούνται, γελάνε, αληθινά ή με το ζόρι, συζητούν, κλειδωμένοι στα κοστούμια η στα επιτηδευμένα πρόχειρα ρούχα τους, άλλο σύμπλεγμα κι αυτό,  όλοι ίδιοι, όλοι ίδιοι,
αυτό είμαστε οι άνθρωποι,
παρά τα φανταχτερά μας συνολάκια, τα λαμπερά αυτοκίνητα, τα βραβεία, τις ακριβές κομμώσεις, τη φήμη, τον περίγυρο, τη δόξα, την ιστορία που μας ακολουθεί κι ακολουθούμε,
όλοι γυμνοί,
ολόγυμνοι στον έρωτα κι άπειρα βρέφη στο κάθε χάδι,
όλα ξεχνιούνται μόλις νοιώσουμε ένα ξένο χέρι στο λαιμό ή στο στήθος μας, γυμνοί.
Κι αν το θέλεις,
αυτό είναι που με κρατά ακόμη εδώ, το ότι ψάχνω κάπου τον έρωτα.
Ως αντίδοτο.
Όχι τον δικό μου, γενικά, τον έρωτα.
Εχθές να φανταστείς, ανάμεσα σε όλα αυτά τα τρελλά που βλέπω κάθε μέρα, πίσω από τα παρδαλά ρούχα, σκισμένα, πολύχρωμα, λερωμένα, τα ανάκατα μαλλιά, τα αντιαισθητικά σκουλαρίκια σε μέρη που δεν θα περίμενες ποτέ να δεις, ήταν δυο ερωτευμένα παιδιά,
Που απέναντι στο φόβο και την κουταμάρα της κοινωνίας, είχαν αντιτάξει τον έρωτά τους,
Ο νεαρός είχε μεγάλα ενωμένα φρύδια, σαν μια μεγάλη μαύρη γραμμή πάνω απ’ τα μάτια του, η νεαρά που του κρατούσε το χέρι, φορούσε γυαλιά με παρόμοιο σκελετό, παχύ στο επάνω μέρος για να του μοιάζει, σαν να ήθελε να φωνάξει σε όλους που εύκολα θα σχολιάζανε
«είστε ηλίθιοι».
Κοιτούσα τους δυο ερωτευμένους πως διασταυρώνονταν τα βλέμματά τους, πως πιανόταν το ένα στου άλλου και μπερδεύονταν,
Σαν δυο φίδια που ζευγαρώνουν –τα έχεις δει ποτέ σου;-
Πως τυλίγονται και δένονται σφιχτά; Έτσι και αυτοί ενώναν τις ματιές τους τόσο σφιχτά, σαν να μην υπήρχε τίποτα γύρω ή όλος ο κόσμος να κινούταν γύρω από αυτό το σύμπλεγμα.
Με κάτι τέτοιες στιγμές αναθαρρώ, γελάω χαρούμενος για λίγο, γιατί κατά τ’ άλλα να ξέρεις κλαίω, ναι, κλαίω συχνά, γιατί βλέπω πολλά από εδώ και δεν τα αντέχω.
Εχθές φερειπείν,
 σ’ εκείνη τη γωνιά στεκόταν μια γυναίκα και κοίταζε, κάποια στιγμή πήρε μόνη της να κλαίει, είμαι σίγουρος
Ότι θυμήθηκε εκεί κάποιον πεθαμένο, είτε να τη φιλά, είτε να τη χαιρετά χαμογελώντας, είτε να της δίνει ένα τριαντάφυλλο, είτε να της κουνά ένα μαντήλι
 Μετά από λίγο έμαθα πέθανε κι αυτή η κυρά, κάποιος άλλος στάθηκε στην ίδια γωνιά μετά από καιρό και έχασκε κι αυτός,
Θα θυμόταν μάλλον την κυρά, ή κάποιαν άλλη κυρά,
Όπως γίνεται σε πολλές γωνιές αυτής της πόλης,
 άνθρωποι περνούν, ζουν,  χαμογελούν, κι εμποτίζουν το δρόμο, τα πεζοδρόμια, τους τοίχους, τις αφίσες
 με κάτι που πάντα μένει πίσω,
Χωρίς βέβαια να μένει κάτι αλήθεια πίσω,
   Όμως να,
Μπορεί τελικά αυτή η πόλη να χτίστηκε έτσι με τόσες γωνιές για να σταματούν οι άνθρωποι και να θυμούνται τους πεθαμένους, κι ύστερα άλλοι να θυμούνται αυτούς και πάει λέγοντας,
Σαν η ίδια η Μνημοσύνη να ήταν η αρχική ρυμοτόμος, και να έκανε έτσι τα τετράγωνα και τις διασταυρώσεις,
δεν ξέρω αν θυμάσαι πώς παίζαμε παιδιά, που τραβούσε ένας ένας μια γραμμή μέχρι να γίνουν τετραγωνάκια και να γράψουμε μέσα το όνομά μας, όποιος είχε τα περισσότερα νικούσε,
βέβαια εδώ το πράγμα αλλάζει,
πόσα τετραγωνάκια να γεμίζει κανείς με αναμνήσεις και σε τι ωφελεί εντέλει, και ποιος μένει νικητής,
 ό,τι έχουμε κάποτε θα μας λείψει,
κι εμείς θα λείψουμε αβάσταχτα σε κάποιους.
Εγώ δεν ξέρω βέβαια σε ποιους μπορεί να λείψω, πολλοί περνάνε από εδώ, μα όλοι θυμούνται απλώς αυτό το πρόσωπο πάνω από τσίχλες και τσιγάρα, σαν να ήμουν διαφήμιση,
αν με δουν να περνώ δίπλα τους στο δρόμο μπορεί και να μη με γνωρίσουν καν, είμαι απλά ο άνθρωπος που τους έδωσε κάποτε κάτι για λίγα λεφτά…
Αλλά  είμαι εντάξει με αυτό, είμαι μια χαρά,
καμμιά φορά μόνο με ενοχλεί αυτός ο εγκλεισμός μου, θα πεις εσύ το διάλεξες, αλλά ποιος μπορεί να με κατηγορήσει,
 πόσοι εγκλωβίζονται αυτοβούλως χωρίς να το καταλάβουν,
και πείθουν τελικά τον εαυτό τους ότι είναι μάλιστα κι ευτυχισμένοι,
Είναι κάτι μέρες τόσο όμορφες που θα ήθελα να είμαι εκεί έξω,
πολύ όμορφες,
τόσο που η σκιά σου θα σ’ εγκατέλειπε για να χαρεί το φως αν δεν την πατούσες και τη δέσμευες με το άκαρδο πόδι σου,
Γιατί ξέρεις,
Είναι ακόμη ωραίος ο τόπος μας κι έχει ακόμη ωραίους ανθρώπους,
Και θα είναι πάντοτε ωραίος ακόμη και με λιγοστούς ωραίους ανθρώπους
Ας είμαστε τώρα εδώ, σε αυτή τη σκοτεινή πτυχή της ιστορίας,
Μέσα και γύρω από τόσο κακό,
Δεν γλιτώνουμε και να θέλουμε,
 φτάνει ν’ ακούσεις τα πουλιά,
αυτά που συνέχεια πετούν από επάνω μας δρασκελώντας πέτρες, μονοπάτια, θάλασσες, δρόμους ,ταράτσες κι απλωμένες μπουγάδες,
Με την αιχμηρή τους σκιά έτοιμη να μαχαιρώσει και να σκίσει ανά πάσα στιγμή τ’ οτιδήποτε,
Αυτά γνωρίζουν κι αυτά φωνάζουν,
Σα ν’ αφήνουν με την κραυγή τους να πέσει κάτι κάτω να το βρούμε και να το ψηλαφίσουμε, να συνομιλήσουμε,
Αλλά πάει καιρός που το έκαναν αυτό οι άνθρωποι, τώρα είμαστε, όπως σου είπα, πολιτισμένοι,
Να ήξερες μόνο πόσο πολιτισμό έχω δει από εδώ μέσα τόσα χρόνια,
Στο λέω φίλε μου, έχουμε ήδη ξεχαστεί, είμαστε ήδη ξεγραμμένοι από τα κιτάπια του μέλλοντος,
 σκέψου για λίγο καλά,
 τι αξίζει να θυμάσαι από αυτό το φρικτό τώρα;
Έχεις δίκιο, δεν θες να αλλάξεις τη μάρκα σου, πάρε αυτά, αν και ακρίβυναν τελευταία, όπως όλα, όλα ανεβαίνουν εκτός από τους μισθούς και την αξιοπρέπειά μας, αλλά τι τα θες;
Αν θες και γυαλιά ηλίου έχω, ο καιρός θα αρχίσει να φτιάχνει όπου να ναι, θα αρχίσουμε όλοι να κρύβουμε τα μάτια μας από το φως που μας ξεχώριζε πάντα, θα μοστράρουμε τους φανταχτερούς φακούς μας, θα στριμώχνουμε εύκολα το θλιμμένο βλέμμα μας πίσω απ’ τα μαύρα μας γυαλιά φορώντας ένα ψεύτικο χαμόγελο… να , κοίτα τούτα εδώ, έχω κι εγώ τα ίδια, με έσωσαν πολλές φορές, φόρα τα και κοιτάξου εκεί στον καθρέφτη.
Τα πρωινά που λες, τον έχω πάντα εκεί, να καθρεφτίζεται ο κόσμος καθώς περνά, να τους τραβά την προσοχή, παλιά εμπορικά κόλπα,
Τα βράδια όμως, πριν κλείσω, ρίχνω τον καθρέφτη κάτω και περπατώ επάνω του,
-όχι, δεν φοβάμαι μη σπάσει, άλλωστε το βήμα μου τότε γίνεται τόσο ελαφρύ, σχεδόν ανύπαρκτο-
Κοιτάζω κάτω κι είναι σαν να πατώ πάνω στον ίδιο μου τον εαυτό, να τον καταπατώ,
Με βλέπω σαν να είμαι ήδη στην άλλη μεριά, μου χρειάζεται για να μη ξεχνιέμαι, ή απλώς
Επειδή πολλές φορές περνάμε τους εαυτούς μας για μεγάλους, μπορεί και να πρέπει να μας κοιτάμε πότε πότε κι από πιο χαμηλά,
Για σκέψου,
Να διπλασιάζεται το ίδιο σου το βλέμμα, κι έπειτα, ν’ αλλάζουν όλα,
Το ύψος να γίνεται βάθος, ο ουρανός άβυσσος, τα ψηλά σπίτια βαθειά πηγάδια, κι όλοι οι επί της γης θεοί υποχθόνιοι
Μπορεί και να μας χρειάζεται για ν’ αντιληφθούμε επακριβώς που πατάμε…
Όχι δεν είμαι τρελλός, κι ας με κοιτούν σαν τέτοιον όλοι οι ταξιτζήδες όταν καθρεφτίζομαι κάτωθεν, το κάνω πολύ συνειδητά, άλλωστε, σε αυτόν τον κόσμο πια, ποιος θα μπορούσε να κατηγορήσει κάποιον άλλον για την όποια του τρέλλα;
Αν θες τρελλούς, εδώ πιο κάτω είναι ένας αληθινός, περπατά πάντοτε με ένα κέρμα στο στόμα, το βγάζει μόνο για να χαμογελάσει και να φωνάξει «αγαπάτε, αγαπάτε»,
Μετά το ξαναβάζει και το σφίγγει με δύναμη ανάμεσα στα δόντια του, κάποτε μου είχε πει ότι θα χρειαστεί για τον βαρκάρη, γι’ αυτό το φυλά,
Να είναι έτοιμος,
«Θυμήσου τη Σαμάρα, θυμήσου τη Σαμάρα» μου έλεγε,
βάλε τώρα τι εννοούσε, μάλλον αυτόν τον άλλο το μύθο,
 όχι δικό μας, όχι απ’ τον τόπο μας , απ’ αλλού,
δεν ξέρω αν τον έμαθες ποτέ,
 με το έμπορο που πίστεψε ότι θα ξεγελάσει το θάνατο
μα τελικά
ο θάνατος μας βρίσκει όλους, κι εκείνος ο τρελλός το ήξερε καλά κι ας πίστευε σε ένα σωρό παράξενους μύθους,
και τι δεν είναι μύθος τελικά, όλοι τις ιστορίες μας περιφέρουμε,
και τα παραμυθέυματά μας
   εχθές το βράδυ, κυνηγούσε ένα χαρτί που παρέσυρε ο αέρας στο δρόμο, το έπιασε για να κρύψει μέσα του δυο λέξεις κι ύστερα το φύλαξε στο πέτο του,
Ευτυχώς είπε,
Τι όπλα κι αυτά, σκέψου να έπεφταν σε λάθος χέρια…
Παραπροχθές πάλι, στεκόταν και κοιτούσε ένα ανδριάντα που ο δήμος είχε καλύψει με ένα διάφανο νάιλον πλαστικό, για συντήρηση, σαν να είχε πέσει απάνω του η λήθη απλωμένο σεντόνι, μα εκεί στο λαιμό του,
 τον είχαν δέσει με ένα σκοινί, πάλευε να ανασάνει,
όπως όλοι γύρω,
 ασφυκτιούσε, κοντά στο στόμα του το νάιλον είχε θαμπώσει, σαν να είχε επιλέξει έτσι να αυτοκτονήσει, ή να ακινητούσε βλέποντας πια τα πράγματα θολά, γιατί τόσο καθαρή βρωμιά τον είχε κουράσει,
«τί καιροί θε μου», είπε ο τρελλός,
«να πρέπει πια να φιμώνουμε και τ’ αγάλματα»…
αλλά ποιος να τον κατηγορήσει τώρα κι εκείνον, δεν πειράζει και κανέναν, περπατά μονάχα ονειροπολώντας, που και που πάλι, φωνάζει «αγαπάτε» και «ξυπνήστε, χανόμαστε»,
μα τι τα θες, αυτός είναι ο κόσμος μας πια, τρελλοί είναι όσοι τολμούν να σταματούν, να σκεφτούν, να φωνάξουν
ενώ όλοι οι άλλοι είναι γνωστικοί, «πολιτισμένοι»
γι’ αυτό κι εγώ τελευταία, δεν θέλω να πολυκοιτάζω τον κόσμο,
με φοβίζει, με τρομάζει, με αηδιάζει,
βάζω τούτον τον καθρέφτη απέναντί μου γερμένο και κοιτώ τον ουρανό να αντικατοπτρίζεται,
 σαν ν’ ανοίγω ένα δικό μου παράθυρο ουρανού μέσα στον κόσμο,
του δικού μου, του γαλάζιου ουρανού,
που είναι πάντα αμερόληπτος κι αδιάφορος σαν το θεό
 και θα έλεγε κανείς, αγέραστος,
Αλλά κι αυτός ακόμη, δες πως τον χαρακώνουν καμμιά φορά αυτά τα αεροπλάνα που περνούν κι αφήνουν πίσω τους κείνες τις φανταχτερές γραμμές, τις λαμπερές ρυτίδες,
Γερνάει ο κόσμος με τα ίδια ακριβώς λάθη και πάθη, σαν να είναι αυτά το καύσιμό του, το οξυγόνο του,
Σαν το οι άνθρωποι να μην κατάλαβαν ποτέ όσα τους ιστόρησε η ιστορία
Ειδικά εδώ, ναι,
 ειδικά εδώ
Νικηθήκαμε φίλε μου,
 να ξέρεις από εμάς τους ίδιους,
 από αυτό που μας έκαναν να είμαστε,
παραδοθήκαμε πριν καν μας ζητηθεί,
Και πλέον είμαστε και περήφανοι μέσα στην πλάνη μας,
Κρύβοντας καλά μέσα μας τη σκοτεινιά και την απελπισία,
 κανείς μας δεν διεκδικεί κάτι,
κανένας δε μιλά
Αυτό που σου είπα στην αρχή
Κανείς δεν σταματά πια πουθενά να σκεφτεί, να φωνάξει,
Είμαστε πλέον ένα με τη γη
Ακόμα και οι νεκροί μας βλέπουν περισσότερο τον ουρανό
Και ψάχνουν για μια μάνα που  σιγοκλαίει πίσω από κάποιο σύννεφο,
Θαμμένοι έτσι να κοιτούν προς τα επάνω, στρυμωγμένοι,
Μέσα στις κάσες που τους φυλάξαμε σαν κοσμήματα που βάζουμε σε κάποιο μπαουλάκι,
Ή σαν αυτούς τους παλιούς του μπουφέδες που κλείδωναν, κρύβοντας μέσα τους πολλά μυστικά,
Είναι κι αυτοί μέρη της οικοσκευής μας όπως και να τα πάρει κανείς,
Τους περιφέρουμε μαζί με τα άλλα έπιπλα, από σπίτι σε σπίτι,
Από γειτονιά σε γειτονιά, κι αυτοί ούτε μιλούν , ούτε άχνα για την τόση ταλαιπωρία, κι αυτοί στους καιρούς τους μάλλον τα ίδια έκαναν,
Δε μιλούν, μα έχουν μια κάποια δικαιολογία,
Εμείς;
Νικηθήκαμε που έλεγα φίλε, δυστυχώς,
 φυλάξου,
είμαστε πλέον λίγοι,
όσοι έχουμε λίγη ντροπή
και στεκόμαστε τις νύχτες σαν εκείνες τις βρεγμένες πένθιμες σημαίες
 που κρέμονται θλιμμένα μετά από μια παρέλαση υπό βροχήν,
πάνω από παγκάκια νοτισμένα που περιμένουνε μονάχα τους γλάρους να κρώξουν
για να μαχαιρωθεί ανεπανόρθωτα η σιωπή,
και δεν φταίει η όποια νύχτα
φταίει η σιωπή
ίσως ακόμη μέσα στον ύπνο τους οι άνθρωποι
να κρύβουνε τη στάλα δάκρυ που το φεγγάρι δώρισε στη γέννα
για να κοιμούνται πάντα
αθώοι κι ενδεείς,
είμαστε λίγοι
πρέπει να βρούμε ο ένας τον άλλον και να γίνουμε πολλοί,
γιατί οι άνθρωποι να ξέρεις,
μοιάζουνε με τις λέξεις,
Σαν ενωθούν,
φτιάχνουν μια ακατανίκητη δύναμη,
Το θέμα είναι,
σαν ενωθούν,
να μοιάζουνε με ποίημα…


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα