Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

μάθημα αρχαίων ελληνικών: ο φονēF (φονεύς), του φονῆFος (φονέως)

Αποτέλεσμα εικόνας για μάθημα αρχαίων ελληνικών

φίλες και φίλοι
ΣΗΜΕΡΑ θα ασχοληθούμε με την κλίση των ουσιαστικών που λήγουν σε-εύς στην ονομαστική, σε -έως της γενική. Ο φονεύς, του φονέως· ο τομεύς, του τομέως· ο βασιλεύς, του βασιλέως. Είναι πάρα πολλά και είναι αρχαιότατα, αφού τα διαβάζουμε πολύ συχνά και στα κρατικά αρχεία των μυκηναϊκών διοικητικών κέντρων, γραμμένα πάνω στις πήλινες πινακίδες (Γραμμική Γραφή Β΄), τις οποίες έψησε η φωτιά που έκαψε τα ανάκτορα, και έτσι σώθηκαν, γύρω στα 1200 π.Χ.
ΠΡΙΝ όμως ασχοληθούμε με την κλίση αυτών των ουσιαστικών, θα ήταν πολύ κατατοπιστικό να πούμε μερικά πράγματα για την κλίση γενικά. Τα αρχαία ελληνικά ήταν μια κλιτική γλώσσα, όπως είναι και τα νέα ελληνικά. Όταν λέμε κλίση εννοούμε ότι μια λέξη σχηματίζει κάποιους τύπους, ο κάθε ένας από τους οποίους έχει μια διαφορετική σημασία. Ο φονεύς δηλώνει τον ένα φονιά, οι φονείς, ονομαστική πληθυντικού, δηλώνει τους πολλούς φονιάδες. Δεν έχει όμως μόνο μια σημασία ο κάθε τύπος αλλά δηλώνει και μια συντακτική θέση. Ο φονεύς ή οι φονεῖς, ονομαστική, δεν μπορεί παρά να είναι το υποκείμενο ενός ρήματος αλλά η λέξη τον φονέα, αιτιατική ενικού, δεν μπορεί παρά να είναι ή αντικείμενο ρήματος (ή απαρεμφάτου) ή υποκείμενο απαρεμφάτου, όταν δεν είναι το ίδιο υποκείμενο με αυτό  ρήματος. Ο φονεύς είδε. Είδον τον φονέα. Είδον τον φονέα εις φυγήν τραπέσθαι, Τον φονέα, υποκείμενο στο απαρέμφατο τραπέσθαι, είδον εγώ.

ΟΙ λέξεις που κλίνονται είναι τα ονόματα και τα ρήματα. Τα ονόματα διακρίνονται σε ουσιαστικά και επίθετα. Έχουμε και τα αριθμητικά και τις αντωνυμίες αλλά αυτά κλίνονται κυρίως ως επίθετα. Έχουμε λοιπόν την ονοματική κλίση και την ρηματική κλίση. Η κλίση προήλθε από την συνένωση, από τη σύνδεση αυτόνομων λέξεων που έχασαν την αυτονομία τους. Το ρήμα φημί προήλθε από τη φράση *φη  *μι , λέω, υποστηρίζω, διατείνομαι (φη [φήμη!]) – εγώ (μι). Το ρήμα λοιπόν ήταν φράση που ενώθηκε σε μία λέξη, και το φη και το μι έχασαν την αυτονομία τους. Το ίδιο έγινε και με τα ονόματα, τα οποία κι αυτά ήταν φράσεις, ονοματικές φράσεις. Η λέξη ρήτωρ προήλθε από τη σύνδεση των αυτόνομων λέξεων, μορφημάτων *ρη και τορ (στην ονομαστική έγινε τωρ, και μια άλλη μέρα θα δούμε γιατί), όπου το ρη σημαίνει ομιλία, ομιλώ (ρήση, ρητός!) και το τορ αυτόν που ενεργεί αλλά όχι συχνά. Εάν θέλουμε να δηλώσουμε κάποιον που μιλάει συχνά δημοσίως τότε θα πούμε ρητήρ ( παρομοίως και σώτωρ και σωτήρ – ο σώτωρ είναι αυτός που μας έσωσε μια φορά, ο σωτήρ είναι αυτός που μας σώζει συχνά) Η λέξη ρήτορες προήλθε από τη φράση *ρη *τορ *ες, όπου το ες δηλώνει πλήθος έμψυχων όντων.  Να θυμόμαστε ότι η κλίση, οι κλιτικοί τύποι προήλθαν από την συνένωση είτε ρηματικής είτε ονοματικής φράσης, που έγινε λέξη, ιδιαίτερος τύπος.
ΤΑ ουσιαστικά ονόματα διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες:σε αυτά που δηλώνουν το ενεργούν πρόσωπο, τον δράστη μιας ενέργειας, μιας πράξης, σε αυτά που δηλώνουν το αποτέλεσμα μιας ενέργειας. (Υπάρχει και μια τρίτη, τα αφηρημένα ουσιαστικά, αλλά αυτά εμφανίστηκαν αργότερα· μόλις που διαβάζουμε μερικά στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια). Η λέξη πλάστης δηλώνει το ενεργούν πρόσωπο, δηλώνει το πρόσωπο που πλάθει,  αλλά η λέξη πλάσμα το αποτέλεσμα της ενέργειας που δηλώνει το ρήμα πλάθω: πλάθ-της > πλάστης, πλάθ-μα > πλάσμα.
ΤΟ πρόσωπο που ενεργεί και τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί το δηλώνουμε μια κάποια επιθήματα, όπως κάκιστα τα λέμε, τα οποία αρχικά ήταν ανεξάρτητες λέξεις. Το τορ και το τηρ δηλώνουν πρόσωπο που ενεργεί με κάποιον τρόπο. Υπάρχει και το τα, το οποίο διαβάζουμε στη λέξη ο ιππότα (>ιππότης) ή ο πολίτα (>πολίτης) και σε πολλά άλλα. Αυτό το τα δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί αλλά και το πρόσωπο που κατέχει ή κάνει χρήση: ο ιππότα είναι αυτός που έχει ίππον και τον χρησιμοποιεί στον πόλεμο· ο πολίτα είναι αυτός που έχει πόλιν, δηλαδή κάστρο, οχυρό, ακρόπολη, και ζει εκεί και το χρησιμοποιεί για την άμυνα του ή στην διεξαγωγή του πολέμου.
ΥΠΑΡΧΕΙ και ένα άλλο επίθημα, που ήταν κι αυτό αυτόνομη λέξη αλλά κατά τη διαδικασία γένεσης της κλίσης έχασε την αυτοτέλειά της: πρόκειται για το μόρφημα εF (ηF), όπου το ε εδώ είναι ένα ε μακρό που το αναπαριστάνουμε με το η και το F είναι ένας φθόγγος, το δίγαμμα, το οποίο σιγήθηκε στις περισσότερες διαλέκτους κατά τον δέκατο με όγδοο προ Χριστού αιώνα αλλά διατηρήθηκε στην δωρική και την αρκαδική και μετά τον πέμπτο και τέταρτο αιώνα π.Χ – έχουμε πολλές επιγραφικές μαρτυρίες του δίγαμμα.  Το δίγαμμα (F) ήταν ημίφωνο, προφέρονταν δηλαδή άλλοτε ως φωνήεν κι άλλοτε ως σύμφωνο, τις περισσότερες φορές, ανάλογα με τους φθόγγους που προηγούνταν ή έπονταν.  Μεταξύ φωνηέντων προφέρονταν ως σύμφωνο αλλά δεν γνωρίζουμε πως ακριβώς, πιθανώς ως τριβόμενο β: νέFoς > νέος (novus, στα λατινικά!), έλαιFον >έλαιον· στην αρχή λέξης πριν από φωνήεν, επίσης ως σύμφωνο: Fάστυ >άστυ, Fοίκος >οίκος και άλλα πολλά. Μεταξύ φωνήεντος και συμφώνου προφέρονταν ως φωνήεν: δεFρο >δεύρο (πέρα, μακριά), ταλα-Fρινος (ταλαύρινος) – τάλα: γερός, ανθεκτικός· Fρινός: δέρμα). Στις περιπτώσεις αυτές προφερόταν ως κλειστό ου (u), όπως όταν προφέρουμε το αγγλικό we ή το γαλλικό oui, η προφορά του δηλαδή έμοιαζε πολύ με αυτήν του υ, που ήταν ένα κλειστό ου (u). Αργότερα το F που προφερόταν ως υ απόκτησε συμφωνηεντική αξία, αφού το κλειστό υ πριν από σύμφωνο ή και φωνήεν  προφέρεται άλλοτε ως φ και άλλοτε ως β: ευτυχής, ευάρεστος.
ΚΑΙ μετά από όλα αυτά ερχόμαστε στην κλίση των ουσιαστικών που λήγουν σε -εύς. Η ονομαστική φονεύς προέρχεται από τη φράση  *φον *ηF : φόνος- κάποιος που κάνει κάτι. Από αυτήν την ονοματική φράση έχουμε τη λέξη *φονηF . Το η, το ε μακρό αργότερα έγινε βραχύ, ε, και θα δούμε πως. Η ονομαστική είναι αυτή η ίδια η φράση. Με άλλα λόγια, η ονομαστική δεν έχει κατάληξη, όπως οι άλλες πτώσεις διότι δεν είναι πτώση. Όπως και η κλητική – η ονομαστική και η κλητική στην αρχή είχαν στην ίδια μορφή, κάτι που επιβιώνει στον πληθυντικό: οι θεοί, ώ θεοί! Στην πορεία, διαφοροποιήθηκαν φωνητικά και θα δούμε πως και γιατί, όταν θα ασχοληθούμε με τις πτώσεις. Το ότι δεν είχε κατάληξη η ονομαστική έχει επιβιώσει σε πολλές περιπτώσεις: ο ρήτωρ, ο σωτήρ! Αρχικά λοιπόν η ονομαστική ήταν φονηF! Αργότερα, η αρχαία ελληνική διαμόρφωσε τη συνήθεια (κανόνας!) τα  ληκτικά, το τελευταία σύμφωνα σε μια λέξη να είναι μόνο το ρ, το ν και το ς! Όλα τα άλλα ή σιγήθηκαν ή μετεξελίχθηκαν με τον άλφα ή βήτα τρόπο σε κάτι άλλο.  Η αιτιατική τον φόνον προήλθε από το τομ φόνομ. Στην ονομαστική ενικού έχουμε ρ (ρήτωρ, ύδωρ) και ν (δένδρον)  και ς (λύκος) αλλά το κόρακ έγινε κόρακς (κόραξ) και ο αιθίοπ (0 μελαχρηνός, ο σκουρόχρωμος), έγινε αιθίοπς (αιθίοψ).
ΜΕ τον ίδιο ακριβώς τρόπο ο φονηF έγινε ο φονηFs: το δίγαμμα (F) προφερόταν ως φ και γραφόταν ως υ! Το δε ε μακρό (η) έγινε έ βραχύ! Η προφορά φονέέφς (φονηύς) έγινε φονέφς (φονεύς)
Η γενική σχηματίζεται με το επίθημα -ος, το οποίο ήταν ανεξάρτητη λέξη και μετά μας είναι γνωστό ως κατάληξη! Οι καταλήξεις, να θυμόσαστε, ήταν κάποτε ανεξάρτητες, αυτόνομες  λέξεις κι αυτό που λέμε κατάληξη της γενικής (-ος) ήταν μια λέξη που δήλωνε κυρίως την κτήση, την κατοχή – αλλά όχι μόνο. φον- ηF-oς (φονῆFος), αυτή ήταν η αρχική μορφή της γενικής στον ενικό. Το δίγαμμα σιγήθηκε:φονῆος. Κατά τον 9ο και 8ο π. Χ. αιώνα έγινε μια πολύ αξιόλογη γλωσσική αλλαγή: όταν έχουμε ένα μακρό φωνήεν κι ακολουθεί ένα βραχύ, τότε το πρώτο γίνεται βραχύ και το δεύτερο μακρύ! Είναι η λεγόμενη αντιμεταχώρηση ή ποσοτική έκταση: η προφορά  φονέεος (φονηος) έγινε φονέοος (φονέως).
Δοτική: φον-ηF-ι >φονῆFι>φονεῖ- σημειώνουμε περισπωμένη που δηλώνει ότι υπήρξε συναίρεση φωνηέντων (ηι>εῖ)
Αιτιατική: φον-ηF-m (όπου το m αυτό είναι ημίφωνο και μετά από σύμφωνο μετεξελίχθηκε σε α) > φονηFα >φονῆα> φονέα
Κλητική: φον-ηΦ >φονεῦ! ω φονέφ!
Πληθυντικός
Ονομαστική φον-ηF-ες >φονῆες >φονεῖις –
Γενική  φον-ήF-om > φονέων
Δοτική  φον-ηF-σι >φονεῦσι
Αιτιατική φον-ήF-ας >φονέας
Κλητική, όπως η Ονομαστική.
ΣΤΑ κρατικά αρχεία της μυκηναϊκής Πύλου διαβάζουμε πολλά ονόματα που λήγουν σε -εύς. Τα ονόματα αυτά, με τις συχνά επαναλαμβανόμενες καταλήξεις , που παραπέμπουν σε κάποια κλιτική γλώσσα, βοήθησαν πάρα πολύ τους Βέντρις και Τσάντγουικ να αποκρυπτογραφήσουν την γλώσσα της Γραμμικής Β΄! Παραθέτω ένα μικρό αριθμό: i-je-re-u (ιερεύς), i-je-re-wo  (ιερῆFος, ιερέως), ka-ke-we (χαλκῆFες, χαλκείς), qa-si-re-u (βασιλεύς), apiporewe (αμφιφορῆFες,άμφιφορεῖς, αμφορεῖς – ο αμφορέας, το μεγάλο πήλινο αγγείο με δύο μεγάλες λαβές) και άλλα πολλά, μεταξύ των οποίων και κύρια ονόματα, όπως a-ki- re-u, Αχιλεύς!
ΤΑ ονόματα αυτά στην νέα ελληνική  έγιναν ονόματα σε-ιάς (χαλκιάς, γραφιάς) και -έας (τομέας, διανομέας)· στον πληθυντικό τα μεν πρώτα έγιναν περιττοσύλλαβα (χαλκιάδες, γραφιάδες), τα δεύτερα όμως διατήρησαν την αρχαία ελληνική κλίση : οι τομείς, των τομέων – στην αιτιατική όμως όχι τους τομέας αλλά τους τομείς.
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα