Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Να σας πω τι έζησα. Αφηγήσεις αναδρομών ζωής όπως βιώθηκαν και καταγράφηκαν από τους ίδιους



Η ζωή ενός ιερέα στα τέλη του 19ου αιώνα κάπου στη Ρωσία

Βίωση και συγγραφή από την Κυρμιζάκη Ειρήνη

Καθοδήγηση οραματισμού και βίωσης από το Ζάχο Σκαφίδα

Πρώτη Αναδρομή 31/1/17

Θυμάμαι δύο φορές σε κατάσταση κυμάτων θήτα, πριν τον ύπνο, να εμφανίζεται η εικόνα ενός κυκλικού πέτρινου κτίσματος που στέκεται  στη μέση μιας απέραντης πεδιάδας, η οποία είναι κυκλωμένη από μια σειρά πανύψηλων δέντρων, ευθυγραμμισμένα σε μια σειρά. Το κτίσμα το ακουμπά ένας μικρός δρόμος, ο οποίος συνεχίζεται και χάνεται στο βάθος της πεδιάδας. Δεν μπορώ να δω περισσότερες λεπτομέρειες γιατί πέφτω σε βαθύ ύπνο. Στην πρώτη αναδρομή ο Ανώτερος Εαυτός (Α.Ε.) με πηγαίνει ξανά σε αυτήν την εικόνα του πέτρινου κτίσματος που στέκεται μέσα στην απέραντη σιωπή της απέραντης πεδιάδας. Έχει προηγηθεί η μετατόπισή μου από την Κρήτη προς το βορρά, στη Ρωσία.

Βρίσκομαι έξω από το πέτρινο κτίσμα και το παρακολουθώ. Αισθάνομαι στο αριστερό χέρι μου το βάρος ενός σταυρού που είναι δεμένος σε ένα σπάγκο. Παρατηρώ μια το σταυρό και μια το πέτρινο κτίσμα. Κοιτάζω τα παπούτσια μου, φοράω υποδήματα που μοιάζουν με πάνινα σανδάλια που καλύπτουν τα δάχτυλα των ποδιών. Τα ρούχα μου είναι ένα ράσο κόκκινο ξεθωριασμένο, δεμένο στη μέση με ένα σπάγκο για ζώνη. Είμαι άντρας, ψηλός, γεροδεμένος, κάπου στα τριάντα, με μαλλιά ξανθά με μια τούφα να πέφτει στην αριστερή πλευρά του μετώπου. Είναι ένα κτίσμα παλαιό που θα αποπερατωθεί σε εκκλησία από μένα.

Βρίσκομαι στο εσωτερικό του πέτρινου και κυκλικού κτίσματος. Είναι ένας ναός τυπικός ορθόδοξος και ΄γω ο ιερέας του. Βρίσκομαι  στο αναλόγιο και διαβάζω ένα ιερό κείμενο, το ευαγγέλιο. Τον περισσότερο καιρό τον περνάω εδώ να μελετώ τα κείμενα και να κάνω τις λειτουργίες που παρακολουθούν  λιγοστοί πιστοί, οι οποίοι ζητούν την ευλογία μου μέσα στην ερημιά αυτή. 

Οι πιο συχνοί πιστοί είναι ένα ανδρόγυνο μεσήλικων που συμμετέχουν με ευλαβικότατα στα μυστήρια. Με θαυμάζουν και με σέβονται. Είναι οι γονείς μου.

 Ο πατέρας μου φοράει ένα μαύρο κουστούμι, είναι ψηλόλιγνος με λίγα λευκά μαλλιά, κάπως σκυμμένος από φυσικού του που δηλώνει περισσότερο μια παρεξηγημένη φοβικότητα,  και συνάμα μια αγνότητα, ταπεινότητα. Η μητέρα Άννα είναι μια κοντή γυναίκα με το κεφάλι της καλυμμένο με ένα μαντήλι. Αυτή πλησιάζει και γονατίζει μπροστά στο σκαλοπάτι του ιερού ζητώντας την ευλογία του Θεού. Ο πατέρας (Πιοτρ), βρίσκεται στο πίσω μέρος του ναού, δίπλα στην εικόνα που συναντάς στην είσοδο και παρακολουθεί από απόσταση την λειτουργία. Δεν μιλάω με κανέναν από τους δυο, τους συναντώ όμως συχνά στις λειτουργίες μου. Είμαι κάτι περισσότερο από παιδί τους  για αυτούς, είμαι ο ιερέας τους.


Με είχαν ταμένο από μικρό να γίνω παπάς, θέλοντας να ξεπληρώσουν το χρέος τους προς το Θεό, για την γέννησή μου. Ήμουν το μοναδικό τους παιδί. Ζούσα στο πατρικό μέχρι τα πέντε μου χρόνια. Το σπίτι αποτελούνταν από τρία μικρά και χαμηλοτάβανα δωμάτια σαν σπιτάκια, που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους αλλά τα ένωνε η αυλή. Το κεντρικό σπιτάκι ήταν η κουζίνα, το σπιτάκι στα δεξιά ήταν το υπνοδωμάτιο, το σπιτάκι στα αριστερά ήταν το εργαστήρι του πατέρα, ένα μικρό ξυλουργείο. Έφτιαχνε κυρίως  καρέκλες σκαλιστές και πόρτες. Οι γονείς μου αγαπιόντουσαν αλλά αγαπούσαν το Θεό περισσότερο από κάθε τι στη ζωή τους. Δεν είχαν τίποτα και τα είχαν όλα.

Γύρω στα πέντε βρέθηκα σε ένα σχολείο-μοναστήρι να με διδάσκει μια μοναχή-δασκάλα γράμματα. Με τα άλλα παιδιά δεν είχαμε σχέσεις παρά μόνο στην αυλή όπου παίζαμε κάποια ομαδικά παιχνίδια. Εμένα μου άρεσε να παίζω με τη μπάλα. Υπήρχε μια πειθαρχία που τηρούσαμε όλοι μας. Εκεί έμεινα για πολλά χρόνια, μέχρι την ενηλικίωση μου.  Οι γονείς μου με επισκέπτονταν τρεις φορές το χρόνο. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής μου (έζησα περίπου εκατό χρόνια) δεν είχα ερωτευτεί γυναίκα, ούτε είχα κάνει έρωτα. Ήμουν παρθένος, χωρίς να βιώσω ποτέ έλξη ερωτική. Γύρω στα τριάντα ήμουν ιερέας στη δική μου εκκλησία.

Θυμάμαι το συναίσθημα στις λειτουργίες να νιώθω κάπως ανιαρά, γιατί κάπου έχανα την ουσία, την ένωση μου με τον Θεό, που παρέμενε αφανής, σιωπηλός. Αποζητούσα σε όλη μου τη ζωή μια παρουσία του πνεύματος, μια ανταπόκριση ενός αγγέλου, μιας θεϊκής αποκάλυψης αλλά τίποτα. Όλα βρίσκονταν μέσα σε μια απέραντη σιωπή. Και ΄γω παρέμενα ένας πιστός εργάτης του Θεού που μάταια έψαχνα για κάποια επιβεβαίωση ότι κάτι κάνω σωστά, ότι η ύπαρξης του ανταποκρίνεται στο ιερό μυστήριο. Ήμουν πολλές φορές απελπισμένος, όμως ένιωθα το χρέος απέναντι στον κόσμο που έρχονταν σε μένα για την ευλογία μου, και κυρίως απέναντι στους γονείς μου.

Τα βράδια δειπνούσα σε μια άδεια τραπεζαρία. ήμουν συνεχώς μόνος μου και έτρωγα συνήθως μια φτωχική σούπα χωρίς ψωμί. Στο τραπέζι υπήρχε εκτός από το πιάτο με τη σούπα ένα ποτήρι κρασί και ένα κηροπήγιο. Η φλόγα του κεριού ήταν το μόνο ζωντανό πράγμα μετά από μένα που μου κρατούσε συντροφιά. Μάταια περίμενα και από εκείνη μια απόκριση, να μου πει κάτι για αυτό που περίμενα, την ύπαρξη του Θεού. Τα βράδια κλεινόμουν στο κελί μου, ένα δωμάτιο με ένα κρεβάτι και ένα γραφείο. Κοιμόμουν με την αναζήτηση του Θεού συνεχώς στο μυαλό μου. Μόνος πάντα μόνος, ένας πιστός μοναχός μακριά από τις εγκόσμιες απολαύσεις, μια ζωή μοναχική και απόλυτα αφιερωμένη στον ασκητισμό που είναι φύση μου. Ποτέ δεν λαχτάρησα τις απολαύσεις της σαρκός, ποτέ δεν ένιωσα ριγμένος, καταπιεσμένος, ήταν θέματα που δεν με απασχολούσαν, που δεν με άγγιζαν.    

Ανά διαστήματα ταξίδευα στην πόλη Νοβοσιμπίρσκ για να συναντήσω έναν γιατρό φίλο με τον οποίο μιλούσαμε ώρες για διάφορα πνευματικά θέματα. Κάποιες φορές με καλούσε για φαγητό σπίτι του όπου ζούσε με την γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Του ζητούσα συμβουλές και τις απόψεις του γα τη θρησκεία και τη γνώση που κρύβεται στα μυστήρια, ήταν ένας μορφωμένος και ταξιδεμένος άνθρωπος που τον σεβόμουν πολύ για τις γνώσεις του και το πνεύμα του. Το σπίτι του ήταν ένα αρχοντικό με πολλά δωμάτια και πλούσια διακόσμηση. Η οικογένεια του με υποδεχόταν με μεγάλη θέρμη. Σε ένα από τα δωμάτια υπήρχε ένας πίνακας που κοιτούσα με περιέργεια και απεικόνιζε έναν άρχοντα ιππέα.


Τον  γιατρό τον συνάντησα μια νύχτα με ξαστεριά πάνω στη γέφυρα του ποταμού της πόλης και συζητήσαμε κάτι πολύ σημαντικό. Φορούσε μια μαύρη κάπα και ένα μαύρο καπέλο με μεγάλο γείσο. Πέρα από γιατρός ήταν και μάγος μυστικιστής, ιδιότητα που φανέρωνε μόνο τη νύχτα.

Μετά τη συνάντηση με τον γιατρό, θυμάμαι να βρίσκομαι στο ιερό και να πειραματίζομαι με κάποια μπουκαλάκια που περιείχαν υγρά.  Αλλά το πιο σημαντικό γεγονός έγινε σε μια τελετή, όπου έγινε ένα θαύμα. Μετέτρεψα το κρασί σε αίμα του Κυρίου! Θυμάμαι να σηκώνω το δισκοπότηρο ψηλά και να λέω τα λόγια του μυστηρίου "Τούτο εστί το αίμα μου" και ο ναός να λούζεται στο φως. Το κρασί είχε μετουσιωθεί σε κάτι θεϊκό! Επιτέλους, νατη η ανταπόκριση που πάντα περίμενα. Και λειτουργεί! Το γεγονός με συντάραξε, οι πιστοί κοινώνησαν το  αίμα του Χριστού στην πραγματικότητα! Ο Θείος Λόγος είχε αποκαλυφθεί!  

Μια άλλη μέρα στην τραπεζαρία μου βρέθηκα με άλλους τρεις μοναχούς επισκέπτες που έμαθαν για την μετατροπή-θαύμα. Βρίσκονταν και αυτοί σε μεγάλη σύγχυση και σιωπή χωρίς όμως να αποκλείσουν το γεγονός του θαύματος.  Εγώ έβρισκα μεγαλύτερη ικανοποίηση στο να τα συζητάω με τον γιατρό-μάγο, ένιωθα κάπως αιρετικός αλλά χωρίς ενοχές ότι κάνω κάτι κακό. Ο Θεός μου ανταποκρινόταν και αυτό είχε σημασία. Ήμουν ένας μάγος παπάς!  

 Η τελευταία εικόνα που έχω από τη ζωή μου ως Παπα- Γιάννης είναι στο κρεβάτι, όπου ετοιμάζομαι για το μεγάλο ταξίδι στο άπειρο, το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής της ψυχής μου. Είναι γύρω στο 1900, καλοκαίρι απόγευμα, ο ήλιος έξω από το κελί μου ήταν φωτεινός ντυμένος στα χρώματα του δειλινού. Βλέπω με τα μάτια της ψυχής το δειλινό που είναι το δικό μου δειλινό, το πιο όμορφο απ΄όλα τα δειλινά της ζωής μου. Είμαι γέρος με λευκά μαλλιά και λευκή γενειάδα γύρω στα 100.  Φεύγοντας η ψυχή μου από το σώμα μου, βρέθηκε να λούζεται σε ένα υπέρλαμπρο φωτεινό σύμπαν που όσο ψηλά ανέβαινε αισθανόταν να κατακλύζεται από την αγάπη του Θεού, βρισκόμουν στην απέραντη αγκαλιά Του. Στο φωτεινό πεδίο που αναλήφθηκε η ψυχή μου βρίσκονταν παντού άγγελοι,  ευλαβικοί να με υποδέχονται σαν να εισέρχομαι στη σάλα ενός υπέρλαμπρου και αιωνίου Ναού. Εκεί ανάμεσά τους αισθάνθηκα να βρίσκω και πάλι την οικογένειά μου. Ήμουν σπίτι. 
(Διάρκεια αναδρομής 45min)

Βίωση και συγγραφή από την Κυρμιζάκη Ειρήνη

Καθοδήγηση οραματισμού και βίωσης από το Ζάχο Σκαφίδα


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΕΝΑΤΟΥ ΚΥΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδη Η Ανθρωπινη Ιστορια Δεν Εχει Ειπωθει Ποτε.....Ειπαμε κι εμεις να βαλουμε το χερακι μας!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

1

Το Ενατο Κυμα